ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 47/2025)
17 Φεβρουαρίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΑΛΙΩΤΗ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 11/24
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ: 31/10/2025
Μεταξύ:
ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΑΛΙΩΤΗ
Εφεσείοντα,
ΚΑΙ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
Κ. Π. Χριστοδουλίδης, για τον Αιτητή.
Μ. Α. Κουτσόφτας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Καθ’ου η Αίτηση.
____________________________________________________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
____________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής/Εφεσείων στην αναφερόμενη στον τίτλο Ποινική Έφεση αρ. 11/2024, στην οποία εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 31/10/2025, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιζητώντας άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ημερ. 29/11/2023, δια της οποίας ο Εφεσείων μετά από ακροαματική διαδικασία κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες Απόκτησης Παιδικής Πορνογραφίας, κατά παράβαση του Άρθρου 8(1) του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014 και σε τέσσερις κατηγορίες κατοχής Παιδικής Πορνογραφίας, κατά παράβαση του ιδίου Άρθρου του Νόμου. Στον Εφεσείοντα επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλακίσεως, με μεγαλύτερη αυτή των πέντε χρόνων.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από τον Αιτητή/Εφεσείοντα της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρισε Ένσταση, στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα Νομικά Θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν. Τα πιο πάνω δε σε άμεση αντιπαραβολή και συνάρτηση με τους συγκεκριμένους και αυστηρά προσδιορισμένους λόγους που προβάλλονται στο εν λόγω Άρθρο.
Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφεται ένα «Νομικό Θέμα», το οποίο συνοδεύεται από αιτιολογία. Το εν λόγω «Νομικό Θέμα», χωρίς την αιτιολογία που το συνοδεύει, έχει ως εξής:
«1ο Νομικό Θέμα:
Το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τον όρο της κατοχής και κατήργησε την ανάγκη ύπαρξης γνώσης ταυτόχρονης με τον έλεγχο επί ενός πράγματος.»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Το πρώτο προαπαιτούμενο, ώστε να δοθεί η άδεια, είναι να διατυπώνεται νομικό θέμα (βλ. Κλεοβούλου και Χατζησωφρονίου, Αρ. Αίτησης 4/2023, ημερ. 25/4/2024). Εάν δεν διατυπώνεται νομικό θέμα η άδεια δεν μπορεί να δοθεί.
Ειδικότερη εξέταση του «1ου Νομικού Θέματος», όπως αυτό έχει διατυπωθεί στην Αίτηση, σε συνάρτηση και με την αιτιολογία που το συνοδεύει, χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, αναδεικνύει ότι μέσω αυτού εγείρονται ισχυρισμοί για σφάλματα της Απόφασης υπό μορφή λόγου έφεσης, κατά τρόπο που η υπό κρίση Αίτηση λαμβάνει τη μορφή μιας περαιτέρω έφεσης σε τρίτο βαθμό.
Είναι σαφές ότι μέσω των όσων πιο πάνω προβάλλονται, εκείνο που διατυπώνεται από μέρους του Αιτητή/Εφεσείοντα είναι η διαφωνία του με την Απόφαση του Εφετείου και το κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένο της κρίσης του Εφετείου. Στο πλαίσιο δε της αιτιολογίας του «Νομικού Θέματος» γίνεται εκτεταμένη αναφορά στα σφάλματα που, κατά τον Αιτητή, υπέπεσε το Εφετείο στο πλαίσιο ερμηνείας του όρου «κατοχή» σε σχέση με ένα αντικείμενο, καταργώντας μέσω της εν λόγω ερμηνείας, ως σημειώθηκε, το στοιχείο της γνώσης.
Ορθή είναι, επομένως, η επισήμανση από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ό,τι ουσιαστικά επιζητείται είναι η αναθεώρηση της ορθότητας της Απόφασης του Εφετείου, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορά αποκλειστικά και μόνο νομικά σημεία όπως αυτά προκύπτουν ξεκάθαρα μέσα από την Απόφαση του Εφετείου και όχι κατ' ισχυρισμό λάθη του Εφετείου. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, «Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης». Ομοίως στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hassan Farhat, Αίτηση Αρ. 27/2024, ημερ. 19/11/2024, επαναλήφθηκε ότι: «Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν αποσκοπεί στο να διορθώνει λάθη του Εφετείου, αλλά να εξετάζει νομικά θέματα που προκύπτουν ξεκάθαρα από την απόφαση του Εφετείου, ως καθορίζεται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου». Και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Μ. Γαβριηλίδη κ.ά., Αίτηση Αρ. 2/2024, ημερ. 11/11/2024, εξηγήθηκε ότι η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου δεν αφορά στον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Εφετείου.
Επιπλέον, σε ό,τι δε αφορά τους λόγους που ο Αιτητής προβάλλει για σκοπούς χορήγησης της αιτούμενης άδειας, ήτοι διαφοροποίηση της πάγιας νομολογίας και ζήτημα συνοχής του δικαίου λόγω της ερμηνείας που δόθηκε από το Εφετείο στον όρο «κατοχή» η οποία, ως προκρίνεται, συγκρούεται με την υπόλοιπη νομολογία, τέτοια ζητήματα δεν εγείρονται κατά τον τρόπο που προτάσσει ο Αιτητής. Όπως εξηγήθηκε στη Γαβριηλίδη (ανωτέρω), ζήτημα διαφοροποίησης της πάγιας νομολογίας εγείρεται «όταν το Εφετείο εφάρμοσε την πάγια νομολογία, αλλά ο αιτητής εισηγείται ότι αυτή δικαιολογείται να διαφοροποιηθεί». Όταν το Εφετείο σφάλλει γιατί παραγνωρίζει και δεν ακολουθεί την πάγια νομολογία, κάτι που δεν πρέπει να συμβαίνει, δεν εγείρεται κανένα νομικό ζήτημα συναρτώμενο με διαφοροποίηση της πάγιας νομολογίας. Απλώς η απόφαση του Εφετείου είναι εσφαλμένη (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Κωνσταντή Καντούνα, Αίτηση Αρ. 40/2024, ημερ. 6/2/2025). Ομοίως και σε σχέση με το ζήτημα της συνοχής του δικαίου, εφόσον, ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, ό,τι, εν προκειμένω, εγείρεται από πλευράς Αιτητή δεν είναι η ύπαρξη συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου αλλά σφάλμα του Εφετείου λόγω του ότι δεν ακολούθησε την πάγια νομολογία.
Δεδομένων των πιο πάνω, αυτό που εμφανέστατα αναδύεται είναι η επιδίωξη του Αιτητή για μία εκ νέου συζήτηση του νομικού πλαισίου και των ζητημάτων που απασχόλησαν τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο. Κατ' ουσία, ό,τι επιχειρείται και ό,τι αξιώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω της παρούσας Αίτησης, είναι το επανάνοιγμα της υπόθεσης και η εκ νέου συζήτηση των ως άνω θεμάτων, ενόψει της διαφωνίας του Αιτητή με την απόφαση του Εφετείου, ζήτημα το οποίο σαφώς και δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του, όπως αυτή καθορίζεται από το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €1.500, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εις βάρος του Αιτητή.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο