ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 15/2016)
10 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ/στές]
1. ROBERT JOHN THOMAS,
2. DAVID ROBERT WILLIAMS,
3. JOHN ANTHONY EVANS,
4. WENDY EVANS,
5. STEVEN VENABLES,
6. LINDA HEULWEN VENABLES,
7. PAUL GAVIN JASPER,
8. CHRISTOPHER PAUL HYDE,
9. OLIVER HAUSSELS,
Εφεσείοντες/Ενάγοντες,
ΚΑΙ
V.K.C.A. QUALITY LTD,
Εφεσίβλητη/Εναγόμενη.
____________________
Κ. Φελλά (κα) για Γ. Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες.
Χρ. Ζίκκου (κα) για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ,
για την Εφεσίβλητη-Αντεφεσείουσα.
____________________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με την παρούσα Έφεση οι Εφεσείοντες, Ενάγοντες 2-9, προσβάλλουν την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η απαίτηση τους, ενώ η Εφεσίβλητη, Εναγόμενη, προσβάλλει την απόρριψη της ανταπαίτησης της.
Με βάση τα αδιαµφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, οι Εφεσείοντες, δυνάμει ξεχωριστών αγοραπωλητηρίων εγγράφων (οι Εφεσείοντες 3 και 4 καθώς και οι Εφεσείοντες 5 και 6 ήταν ζευγάρι και είχαν κοινό αγοραπωλητήριο έγγραφο) αγόρασαν από την Εφεσίβλητη, περί το 2007 - 2008, υπό ανέγερση διαμερίσματα στο Αλεθρικό στη Λάρνακα, αντί τιμήματος πώλησης, το οποίο συμφώνησαν να καταβάλουν σε δόσεις. Για την αγορά του διαμερίσματος ο κάθε Εφεσείων σύναψε ξεχωριστή συμφωνία δανείου με την Tράπεζα (εκτός από τα δύο ζευγάρια που το κάθε ζευγάρι συνήψε μία συμφωνία) και η Εφεσίβλητη, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις τους. Το τίμημα αγοράς, θα καταβάλλετο στην Εφεσίβλητη από την Τράπεζα από την οποία ο κάθε Εφεσείων ή ζευγάρι είχε λάβει δανειοδότηση.
Η αγωγή, την οποία οι Εφεσείοντες καταχώρισαν από κοινού, αφορούσε ισχυριζόμενη απάτη και συμπαιγνία της Εφεσίβλητης με άλλα πρόσωπα στο πλαίσιο της οποίας οδήγησαν τους Εφεσείοντες στην υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων με την Εφεσίβλητη για την αγορά των υπό ανέγερση διαμερισμάτων. Περαιτέρω, οι Εφεσείοντες ισχυρίστηκαν διάρρηξη των εν λόγω συμφωνιών πώλησης αφού τα πωληθέντα διαμερίσματα δεν ήταν εμπρόθεσμα έτοιμα για παράδοση και, νόμιμο τερματισμό των συμφωνιών. Αξίωσαν δε, στην πρώτη περίπτωση, δηλωτική απόφαση ότι η Εφεσίβλητη διέπραξε απάτη εις βάρος των Εφεσειόντων και, το καταβληθέν, στο πλαίσιο της απάτης, ποσό και στη δεύτερη, δηλωτική απόφαση ότι η Εφεσίβλητη διέρρηξε τις συμφωνίες πώλησης και ότι οι εν λόγω συμφωνίες τερματίστηκαν νόμιμα από τους Εφεσείοντες υπαιτιότητι της Εφεσίβλητης και την επιστροφή του καταβληθέντος ίδιου ποσού, λόγω διάρρηξης της συμφωνίας. Επιπρόσθετα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αξίωσαν γενικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα.
Ήταν η δικογραφημένη θέση της Εφεσίβλητης, πως ουδεμία απάτη, ψευδής παράσταση και/ή απόκρυψη γεγονότων ή στοιχείων διενεργήθηκε από μέρους της. Προέβαλε, επίσης, με την υπεράσπισή της, τη θέση ότι η ίδια εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε αντίθεση με τους Εφεσείοντες οι οποίοι δεν τήρησαν τους όρους των πωλητηρίων εγγράφων και παρέλειψαν να καταβάλουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και να πληρώσουν τις δόσεις έναντι του δανείου τους προς τις Τράπεζες που τους χρηματοδότησαν. Παράλληλα, προέβαλε ανταπαίτηση για διάρρηξη συμφωνίας από τους Εφεσείοντες, λόγω παράλειψης τους να καταβάλουν το οφειλόμενο υπόλοιπο και, προς τούτο, απέστειλε επιστολή τερματισμού των πωλητηρίων εγγράφων. Με την ανταπαίτηση αξιώνετο η έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι υπήρξε διάρρηξη των συμφωνιών από τους Εφεσείοντες και νόμιμος τερματισμός αυτών από την Εφεσίβλητη, διατάγματα για απόσυρση των πωλητηρίων εγγράφων από το Κτηματολόγιο, πώλησης των ακινήτων για κάλυψη των οφειλομένων στην Τράπεζα δανείων, καθώς και το υπόλοιπο ποσό που κάθε Εφεσείων, κατ΄ ισχυρισμό εξακολουθούσε να οφείλει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε ότι οι Εφεσείοντες στερούνταν νομιμοποίησης να εγείρουν την αγωγή καθότι, όπως διαπίστωσε, με εκχωρητήρια έγγραφα, είχε ο κάθε ένας εκχωρήσει τα δικαιώµατα του που απέρρεαν από το πωλητήριο του έγγραφο στην Τράπεζα από την οποία δανειοδοτήθηκε για να αγοράσει το διαμέρισμα του, την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ορισμένοι και την Alpha Bank Cyprus Ltd άλλοι (στο εξής «οι Τράπεζες»). Το ζήτημα της εκχώρησης των δικαιωμάτων των Εφεσειόντων προς τις Τράπεζες και του δικαιώματος των Εφεσειόντων – αγοραστών ως εκχωρητών να διεκδικούν δικαιώµατα που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα εξετάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά προτεραιότητα και αυτεπάγγελτα. Το ζήτημα αυτό δεν εγειρόταν στις δικογραφημένες θέσεις των μερών, δεν απασχόλησε κατά το στάδιο της ακρόασης, ούτε τους δικηγόρους στις αγορεύσεις τους ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Παραπέμποντας στη σχετική επί του θέματος νοµολογία, ιδιαιτέρως στην υπόθεση Λουκά ν. Eurolife Ltd (2009) 1Γ ΑΑΔ 1524, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη, θεωρώντας ότι οι Εφεσείοντες, χωρίς να συνενώσουν τις Τράπεζες, δεν νομιμοποιούντο να εγείρουν την αγωγή. Απέρριψε, επίσης, την ανταπαίτηση της Εφεσίβλητης, κρίνοντας ότι, τα ζητήματα που εγείρονταν με αυτήν είχαν επιλυθεί με τις εκδοθείσες από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αποφάσεις, ερήμην των Εφεσειόντων, σε αγωγές που είχαν καταχωρήσει οι Τράπεζες - εκδοχείς εναντίον των Εφεσειόντων – εκχωρητών και της Εφεσίβλητης, δυνάμει των όρων των εγγράφων εκχώρησης.
Η έφεση προωθήθηκε στη βάση δύο λόγων έφεσης. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάνθηκε ότι οι Εφεσείοντες εκχώρησαν τα δικαιώματά τους που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα στις δύο Τράπεζες από τις οποίες δανειοδοτήθηκαν. Με το δεύτερο λόγο, προσβάλλεται ως λανθασμένη και μη επαρκώς αιτιολογημένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπως επιδικάσει εναντίον των Εφεσειόντων τα έξοδα της ανταπαίτησης η οποία απερρίφθη.
Με την αντέφεση, η Εφεσίβλητη προβάλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάνθηκε ότι τα ζητήματα που ήγειρε με την ανταπαίτησή της είχαν επιλυθεί με τις προαναφερθείσες εκδοθείσες αποφάσεις.
Αποτελεί βασική θέση των Εφεσειόντων, κατά την προώθηση του πρώτου λόγου έφεσης, ότι η απουσία δικογράφησης και μαρτυρίας αναφορικά µε εκχώρηση δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα στις Τράπεζες από τις οποίες δανειοδοτήθηκαν, δεν επέτρεπε στο Δικαστήριο να καταλήξει σε απόρριψη της αγωγής. Αρχικά επισημαίνεται ότι μόνο για τον Εφεσείοντα 1 καταχωρίστηκε η συμφωνία εκχώρησης και αναφορικά με τις δικαστικές αποφάσεις που έλαβαν οι Τράπεζες καταχωρίστηκαν αυτές που εκδόθηκαν εναντίον των Εφεσειόντων 1, 2, 5 και 6. Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι στην περίπτωση του Εφεσείοντα 1 για την περίπτωση του οποίου κατατέθηκε το εκχωρητήριο έγγραφο, αυτό ουσιαστικά αποτελούσε «ασφάλεια (security)» για την πληρωμή του δανείου και όχι «συμφωνία αποξένωσης και απογύμνωσης του δικαιώματος» του Εφεσείοντα 1 επί του διαμερίσματος που είχε αγοράσει. Προς τούτο έγινε παραπομπή σε όρους της συμφωνίας. Διακρίθηκε η υπόθεση Λουκά από τους Εφεσείοντες ως προς τα γεγονότα και έγινε παραπομπή στην Vassos Ayiomamitis v. Θωμαΐδη (2000) 1 (Α) ΑΑΔ 238, ως σχετική.
Η νομική διάσταση της εκχώρησης (assignment) αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ηρακλέους ν. Phar Lap Estates Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 237/2014, ημερ. 16.5.2022 και Φασαρία ν. American Life Insurance Company, Πολ. Έφ. Αρ. 325/2012, ημερ. 20.1.2022. Στην τελευταία, με αναφορά στην προηγούμενη επί του θέματος νομολογία, επιβεβαιώθηκαν τα ακόλουθα:
«Η εκχώρηση (assignment) στην Κύπρο διέπεται από τις αρχές της επιείκειας από την οποία και προέρχεται (βλ. μεταξύ άλλων την Λουκά (ανωτέρω), την Chrysostomou v. Chalkousi & Sons (1978) 1 CLR 10, Markidou v. Kiliari and Another (1983) 1 CLR 392). Συνέπεια της εκχώρησης, εάν αυτή είναι απόλυτη (absolute), είναι η μεταβίβαση του χρέους και συνεπακόλουθα του αντίστοιχου αγωγίμου δικαιώματος (chose in action). Όπως ελέχθη στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόπουλου (1994) 1 ΑΑΔ 479: «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή (Chrysostomou v. Chalkousi & Sons (1978) 1 CLR 10, Markidou v. Kiliari and Another (1983) 1 CLR 392).» Με δεδομένο ότι δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας, στη Λουκά εξετάστηκε κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από µόνος του ο εκχωρητής. Το ερώτημα απαντήθηκε µε αναφορά στην Three Rivers DC v. Bank of England [1995] 4 All ER 312, όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα (από τη Λουκά): «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor wished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ."
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα µε το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει µε βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εµπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ...».
(βλ. επίσης, Halsbury’s Laws of England, Volume 13(2021), 2(4)(iv), para. 68 και 69).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση του πιο πάνω αποσπάσματος, έκρινε πως οι Τράπεζες ως εκδοχείς ήταν αναγκαίο να ήταν ενάγουσες, πλην όμως δεν μπορούσαν στην υπό κρίση υπόθεση να συνενωθούν, εφόσον είχαν ασκήσει τα εκχωρηθέντα προς αυτούς δικαιώματα εναντίον των Εφεσειόντων-εκχωρητών. Ανέφερε περαιτέρω ότι:
«Όπως έχω ήδη αναφέρει οι εκδοχείς έχουν ήδη εκδώσει προς όφελος τους αποφάσεις και εναντίον των εκχωρητών δυνάμει των όρων των εγγράφων εκχώρησης εις την απουσία των εναγόντων με τις οποίες τα όποια εκχωρηθέντα δικαιώματα επί των αγορασθέντων κατοικιών δύνανται να ασκηθούν δυνάμει διαταγμάτων του δικαστηρίου μόνον από τους εκδοχείς. Παραθέτω ενδεικτικά από τα Τεκμήρια 7, 49 και 68 αποφάσεις εκδοθείσες εναντίον των εναγόντων 2, 6 και 7 αντίστοιχα στις αγωγές της Τράπεζας Κύπρου (εναντίον εναγόντων 2, 6 και 7) και της Alpha Bank (εναντίον ενάγοντος 3).
Κατά την ακρόαση, η μόνη αναφορά που υπήρξε περί εκχώρησης δικαιωμάτων των Εφεσειόντων στις Τράπεζες που τους δανειοδότησαν, ήταν κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, όταν καταχωρήθηκε εκχωρητήριο έγγραφο που αφορούσε τον Εφεσείοντα 1. Ερωτήθηκε περαιτέρω η εν λόγω μάρτυρας κατά πόσο παρόμοια έγγραφα ζητούνται σε όλες τις περιπτώσεις και η απάντηση της ήταν ότι «η κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά». Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του υπαλλήλου της Alpha Bank, που δανειοδότησε τους Εφεσείοντες 2, 3, 4, 7, 8 και 9 ερωτήθηκε κατά πόσο υπήρχε εκχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου στην Τράπεζα. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά:
«Ε. Υπάρχει και εκχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου στην τράπεζα;
Α. Μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις, ναι. Δεν γνωρίζω συγκεκριμένα.
Ε. Εγώ σας λέω ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει και εκχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου.
Α. Δεν γνωρίζω, δεν θυμάμαι.
Ε. Μπορεί να ήταν και σε όλες;
Α. Μπορεί να ήταν και σε όλες.»
Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατατέθηκαν επίσης οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον των Εφεσειόντων 1, 2, 5 και 6 σε αγωγές που καταχώρησαν οι Τράπεζες εναντίον τους και εναντίον της Εφεσίβλητης.
Στην πρωτόδικη απόφαση αναφέρεται ότι κατά την ακρόαση αποκαλύφθηκε ότι οι αγοραστές είχαν «εκχωρήσει τα δικαιώματα τους (βλέπε ενδεικτικά Τεκμήριο 11) και υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα» προς τις Τράπεζες οι οποίες δανειοδότησαν την αγορά αυτών των ακινήτων. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στις αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον των πιο πάνω Εφεσειόντων και της Εφεσίβλητης και υπέρ των Τραπεζών, οι οποίες, σημειώνεται ότι εκδόθηκαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της επίδικης αγωγής.
Το Δικαστήριο κατέληξε ως ακολούθως:
«Κατά συνέπεια οι ενάγοντες κανένα ποσό χρημάτων δεν κατέβαλαν στους εναγόμενους για την αγορά των κατοικιών. Το τίμημα πώλησης κατεβλήθη από τη δανειοδότηση των εναγόντων από τις δύο εμπορικές τράπεζες προς τις οποίες οι ενάγοντες εκχώρησαν τα δικαιώματα τους. Εναντίον όλων των εναγόντων (πλην του ενάγοντα 1 ο οποίος απέσυρε την απαίτηση του εναντίον των εναγομένων), αμφότερες οι τράπεζες εκινήθηκαν δικαστικά το 2012 και εναντίον τους εκδόθηκαν ερήμην δικαστικές αποφάσεις (αφού δεν εμφανίστηκαν κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία) για τα οφειλόμενα ποσά των δανείων (βλέπε Τεκμήρια 7, 49 και 68).»
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η μόνη συμφωνία εκχώρησης που καταχωρήθηκε κατά την ακρόαση ήταν αυτή του Εφεσείοντα 1 (Τεκμ. 11). Για τους υπόλοιπους Εφεσείοντες δεν προσήχθη, ούτε σαφής μαρτυρία περί εκχώρησης δικαιωμάτων, ούτε τέθηκε κατά την ακρόαση πως το Τεκμήριο 11 αποτελούσε ενδεικτική συμφωνία εκχώρησης που είχαν υπογράψει και οι υπόλοιποι Εφεσείοντες. Ως εκ τούτου, η συλλογιστική του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν υποστηριζόταν από τη μαρτυρία. Πέραν τούτου, δεν εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Τεκμηρίου 11 ούτε το Δικαστήριο ερμήνευσε τους όρους της συμφωνίας εκχώρησης προτού καταλήξει στην απόφαση του.
Ζητήματα που ανάγονται στην τήρηση της δημόσιας τάξης, όπως αυτό της νομιμοποίησης των Εφεσειόντων να καταχωρίσουν και να προωθήσουν την υπό αναφορά αγωγή, μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. D.K. Intercity Buses Larnacas Ltd κ.ά. (2017) 1(Β) ΑΑΔ 1682). Νοουμένου, όμως, ότι το ζήτημα προκύπτει από σαφές και αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο. Εν προκειμένω ελλείπει τέτοιο υπόβαθρο, όπως ελλείπει και η εξέταση των όρων της μοναδικής συμφωνίας εκχώρησης που καταχωρίστηκε. Στη βάση των συγκεκριμένων περιστάσεων είναι αξιοσημείωτο ότι το Δικαστήριο, αποφάσισε επί του εν λόγω θέματος, χωρίς προηγουμένως να το θέσει στις δύο πλευρές, έτσι ώστε να έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους επί τούτου.
Σύμφωνα με τη νομολογία η μη αναζήτηση της τοποθέτησης των διαδίκων επί τέτοιων ζητημάτων, περιλαμβανομένου και αυτού της δικαιοδοσίας, όσο επιθυμητό και να είναι δεν οδηγεί σε ακύρωση της απόφασης (Γεωργίου ν. Γεωργίου (2001) 1 ΑΑΔ 1592 και Τράπεζα Κύπρου, πιο πάνω).
Στην παρούσα περίπτωση όμως, όπου ελλείπει σαφές και ολοκληρωμένο πραγματικό υπόβαθρο σε συνδυασμό με το ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει και να ερμηνεύσει τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 11 διαφοροποιεί την κατάσταση, καθιστώντας την απόφαση τρωτή. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να εξεταστούν οι πρόνοιες του εν λόγω εγγράφου στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης.
Περαιτέρω, κατά την ακρόαση, καταχωρήθηκαν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον των Εφεσειόντων 1, 2, 5 και 6 και της Εφεσίβλητης από τις Τράπεζες, χωρίς όμως να δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το τι ακολούθησε της έκδοσης των εν λόγω αποφάσεων, κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε διευθέτηση με τις Τράπεζες και, βεβαίως, δεν τέθηκε ούτε αυτή η παράμετρος στις δύο πλευρές για να προβάλουν τις θέσεις τους.
Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με τον Εφεσείοντα 1, εφόσον δεν εξετάστηκαν οι πρόνοιες της συμφωνίας εκχώρησης, ούτε υπήρχε μαρτυρία ως προς το τι ακολούθησε της απόφασης που εκδόθηκε από την Τράπεζα.
Η εξέλιξη της υπόθεσης, όπως προσδιορίζεται πιο πάνω, δημιουργεί μία παραδοξότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απουσία σαφούς πραγματικού υποβάθρου, τόσο ως προς την ύπαρξη και περιεχόμενο συμφωνίας εκχώρησης προς τις Τράπεζες, όσο και ως προς το τι ακολούθησε της έκδοσης των πιο πάνω δικαστικών αποφάσεων και χωρίς προηγουμένως να θέσει στις δύο πλευρές ζήτημα νομιμοποίησης των Εφεσειόντων να καταχωρίσουν και να προωθήσουν την επίδικη αγωγή, απέρριψε τόσο την απαίτηση, όσο και την ανταπαίτηση, ως ανωτέρω αναφέρεται.
Η απουσία σαφούς πραγματικού υποβάθρου και η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει τις θέσεις των δύο πλευρών προτού αποφασίσει την υπόθεση, καθιστά την απόφαση τρωτή, χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα στο Εφετείο να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Δεδομένων των πιο πάνω, θα πρέπει να επιτύχει τόσο η έφεση, όσο και η αντέφεση, και να διαταχθεί επανεκδίκαση της υπόθεσης.
Ως εκ τούτου, η έφεση και η αντέφεση επιτυγχάνουν. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας θα είναι έξοδα στο αποτέλεσμα της επανεκδίκασης.
Ενόψει της επιτυχίας, τόσο της έφεσης, όσο και της αντέφεσης, η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
/ΧΤΘ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο