ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 23/26)
10 Μαρτίου, 2026
[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ΗΕ34103 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡ. 14/01/2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟ 1036/2017
Σ. Αγγελίδης με Β. Κοντογιάννη, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά άδεια για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται από κάθε μια εκ των δύο ενδιάμεσων αποφάσεων ημερ. 14.1.2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, το μέρος με το οποίο διετάχθη όπως σε περίπτωση που η εκεί διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων δεν κατατίθετο από την Αιτήτρια εντός του ορισθέντος χρόνου, τότε η αγωγή της θα θεωρείτο αυτομάτως εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα.
Στην Έκθεση και ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την κρινόμενη εδώ Αίτηση, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω αποφάσεις εκδόθηκαν ένεκα έκδηλης νομικής και ή πραγματικής πλάνης και ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας, καθότι το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο εφαρμόζεται στις περιπτώσεις ασφάλειας εξόδων για εταιρείες, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, προβλέπει μόνο την αναστολή της διαδικασίας μέχρι την παροχή ασφάλειας εξόδων και δεν προβλέπει την αυτόματη θεώρηση της αγωγής ως εγκαταλειφθείσας και απορριφθείσας.
Σημειώνεται ότι αυτοί ήταν οι λόγοι οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση που συνοδεύει την Αίτηση και αυτοί προωθήθηκαν κατά την ακρόαση αυτής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση, που επίσης συνοδεύει την Αίτηση, πως με τις εν λόγω αποφάσεις παραβιάζονται οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το συνταγματικό δικαίωμα της Αιτήτριας για πρόσβαση στη δικαιοσύνη δυνάμει του Άρθρου 30 του Συντάγματος θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί και δεν θα εξεταστεί.
Η Αιτήτρια καταχώρισε την αγωγή υπ’ αρ. 1036/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (το κατώτερο Δικαστήριο). Με δύο ξεχωριστές αιτήσεις, ήτοι αφενός από τους εκεί εναγόμενους 1-3 και αφετέρου από τους εναγόμενους 4, 5 και 8, ζητείτο η παροχή ασφάλειας εξόδων από την Αιτήτρια. Κατόπιν εκδίκασης των αιτήσεων, το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες διέταξε την παροχή ασφάλειας εξόδων για το ποσό των €18.000 και €16.000 αντίστοιχα, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εντός 30 ημερών από την έκδοση των αποφάσεων. Ακολούθως το κατώτερο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Μέχρι την παροχή της πιο πάνω ασφάλειας ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων δεν κατατεθεί εντός του ορισθέντος χρόνου, τότε η Αγωγή θα θεωρείται ως αυτομάτως εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα και οι εναγόμενοι … θα δικαιούνται τα έξοδα της Αγωγής μέχρι σήμερα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε περίπτωση συμμόρφωσης με την ως άνω διαταγή ως προς την ασφάλεια εξόδων, το Πρωτοκολλητείο να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για τον περαιτέρω προγραμματισμό της.»
Οι αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018, στην οποία επαναλήφθηκε ότι σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Για να χορηγηθεί άδεια, ο αιτητής θα πρέπει να τεκμηριώσει συζητήσιμη υπόθεση. Τα προνομιακά εντάλματα χορηγούνται κατ’ εξαίρεση όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, είτε πλάνη περί τον Νόμο, είτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
Όπως αναφέρεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, οι αιτήσεις στηρίζονταν, μεταξύ άλλων, στη Δ.60 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 382 του Κεφ. 113, στα άρθρα 29-31 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/1960, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η Δ.60 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων και η Δ.60 Θ.5 προνοεί πως σε περίπτωση έκδοσης τέτοιας διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να αναστείλει τη διαδικασία στην αγωγή μέχρι την παροχή τέτοιας εγγύησης και σε περίπτωση που αυτή δεν δοθεί εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, τότε το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή. Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 διέπει την παροχή ασφάλειας εξόδων από εταιρεία και προβλέπει ως ακολούθως:
«382. Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.»
Η θέση της Αιτήτριας βασίζεται στο περιεχόμενο του άρθρου 382, το οποίο αναφέρεται μόνο σε αναστολή της διαδικασίας. Σύμφωνα, με την Αιτήτρια, όταν το Δικαστήριο διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων από εταιρεία, τότε έχει εξουσία να αναστείλει την αγωγή μέχρι την παροχή της ασφάλειας αλλά όχι να διατάξει την αυτόματη απόρριψη της σε περίπτωση που η ασφάλεια δεν παρασχεθεί εντός του καθορισμένου χρόνου, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο του Νόμου. Εξού και εισηγείται ότι το Δικαστήριο ενήργησε υπό νομική πλάνη και ή καθ’ υπέρβαση εξουσίας με την έκδοση της εν λόγω διαταγής.
Στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, το κατώτερο Δικαστήριο εξέτασε τις πρόνοιες του άρθρου 382 του Κεφ. 113 και τη σχετική νομολογία, σημειώνοντας ότι αυτό αποτελεί την εξειδικευμένη πρόνοια που ρυθμίζει το ζήτημα παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρείες. Προχώρησε να αναφερθεί και στη γενική ρύθμιση για παροχή ασφάλειας εξόδων δυνάμει της Δ.60 Θ.1 των τότε εν ισχύι Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προσθέτοντας πως και οι νομολογιακές αρχές ερμηνείας της Δ.60 Θ.1 είναι απόλυτα σχετικές με το θέμα της παροχής ασφάλειας εξόδων. Αφού έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω, κατέληξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση των αιτήσεων, προέβη στην έκδοση των διαταγμάτων για την παροχή της ασφάλειας και στις σχετικές οδηγίες για αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή μέχρι την παροχή της ασφάλειας. Η αναφορά του πως περίπτωση που αυτή δεν παρασχεθεί εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, τότε η αγωγή θα θεωρείται αυτομάτως απορριφθείσα και εγκαταλειφθείσα, δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ξεχωριστή ή συγκεκριμένη αιτιολογία προς υποστήριξη αυτής της κατάληξης του.
Στην υπόθεση G.K. Theonell Building & Construction Ltd v. AIG Europe Limited, Πολ. Έφεση Αρ. 98/2017, ημερ. 3.6.2019, η οποία αφορούσε αίτηση για ασφάλεια εξόδων από εταιρεία, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη διαφορά μεταξύ της Δ.60 και του άρθρου 382, ως εξής:
«Οι πρόνοιες του άρθρου 382 εξετάστηκαν πρόσφατα στην Y. Liasides Developers Ltd v. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφ. 123/2012, ημερ. 2.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:A211, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Θα πρέπει, κατ΄αρχάς, να λεχθεί ότι, σε αντιδιαστολή προς τη γενική ρύθμιση περί παροχής ασφάλειας εξόδων δια της Διαταγής 60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το εν λόγω άρθρο 382 αποτελεί ειδική πρόνοια, με την οποία ρυθμίζεται το ζήτημα της παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρείες.
Αναφορικά µε φυσικά πρόσωπα, αποκρυσταλλωμένη είναι η αρχή ότι δεν εκδίδεται διάταγµα για παροχή ασφάλειας εξόδων εναντίον ενάγοντα ο οποίος στερείται µέσων. Όπως ετέθη στην Cowell ν. Taylor (1885) 31 Ch D 34, 38 «the general rule is that poverty is no bar to a litigant, that, from time immemorial, has been the rule at common law, and also, in equity». Άλλως η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο (Conway v. Ηλία (2002) 1 ΑΑΔ 1653).
Τέτοια αρχή, όμως, δεν ισχύει προκειµένου περί εταιρειών περιορισµένης ευθύνης, όπου ο κανόνας αντιστρέφεται. Το ζήτηµα εξηγείται από τον Megarry V-C στην υπόθεση Pearson ν. Naydler [1977] 3 ΑΙΙ ER531, 532, µε αναφορά στο άρθρο 447 του Companies Act 1948, το οποίο αντιστοιχούσε στο άρθρο 382 του δικού µας Νόµου:
“In the case of a limited company, there is no basic rule conferring immunity from any liability to give security for costs. The basic rule is the opposite; section 447 applies to all limited companies, and subjects them all to the liability to give security for costs. The whole concept of the section is contrary to the rule developed by the cases that poverty is not to be made a bar to bringing an action. There is nothing in the statutory language (the substance of which goes back at least as far as the Companies Act 1862, section 69) to indicate that there are any exceptions to what is laid down as a broad and general rule for all limited companies. Nor is it surprising that there should be such a rule. A man may bring into being as many limited companies as he wishes, with the privilege of limited liability; and section 447 provides some protection for the community against litigious abuses by artificial persons manipulated by natural persons. One should be as slow to whittle away this protection as one should be to whittle away a natural person's right to litigate despite poverty.”»
Η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 382, ερμηνευόμενη ως άνω, κατισχύει της διαδικαστικής ρύθμισης της Δ.35, κ.2 η οποία προϋποθέτει «ειδικές περιστάσεις» ώστε να διαταχθεί η παροχή ασφάλειας.»
Σε εκείνη την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στην έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων και διατάγματος «αναστολής κάθε περαιτέρω διαδικασίας μέχρι να παραχωρηθεί τέτοια ασφάλεια εξόδων και αν αυτή δεν δοθεί μέσα στο χρόνο που καθορίστηκε, τότε η παρούσα έφεση θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα με έξοδα εις βάρος των εφεσειόντων και υπέρ των εφεσιβλήτων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.»
(Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Τέτοια διαταγή έχει εκδοθεί σε όλες τις σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, όπως άλλωστε αναγνώρισε και η Αιτήτρια. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι το ζήτημα δεν εξετάστηκε αυτοτελώς στην εν λόγω νομολογία και επομένως αυτό το μέρος των σχετικών αποφάσεων δεν είναι δεσμευτικό (ratio decidendi), καλώντας το παρόν Δικαστήριο να το εξετάσει και αποφασίσει επί τούτου.
Η εισήγηση της Αιτήτριας δεν προκύπτει από τη νομολογία. Θεωρώ ότι το θέμα απασχόλησε στην υπόθεση F.K. & S. (Varosia) Properties Ltd v. Penney and another (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 393, στην οποία καταχωρίστηκε αίτηση για ασφάλεια εξόδων στο πλαίσιο της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι στην περίπτωση έφεσης η διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διέπεται από τη Δ.60 και από τη Δ.35 Θ.2 η οποία αφορά την ασφάλεια εξόδων στο πλαίσιο έφεσης, βάσει της οποίας ισχύουν τα ίδια κριτήρια ως για τη Δ.60, καθώς επίσης και από το άρθρο 382 του Κεφ. 113. Κατέληξε δε στην έκδοση διατάγματος για την παροχή ασφάλειας εξόδων, δίδοντας οδηγίες όπως «μέχρι την καταβολή του ποσού, η διαδικασία της έφεσης αναστέλλεται. Σε περίπτωση που οι Εφεσείοντες-Καθ’ ων η αίτηση παραλείψουν να παράσχουν την ορισθείσα ασφάλεια για τα έξοδα μέσα στην καθορισμένη προθεσμία, η έφεση θα θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και απορριφθείσα.»
Επομένως, προκύπτει πως η παροχή ασφάλειας από εταιρεία δεν διέπεται αποκλειστικά και μόνο από το άρθρο 382 του Κεφ. 113, αλλά συμπληρωματικά ή επικουρικά και από τη Δ.60. Η δικονομική πρόνοια που ρυθμίζει το ζήτημα είναι η Δ.60 ενώ το ουσιαστικό μέρος, ήτοι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας από εταιρεία είναι αυτές που περιέχονται στο άρθρο του ειδικού Νόμου, ήτοι το άρθρο 382 του Κεφ. 113. Αυτό επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Κίμωνος, ως Εκκαθαριστής της blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 147, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«H κατ’ εξοχήν δικονομική διάταξη για το ζήτημα είναι η Δ.35 θ.2 και η εν λόγω διαταγή μνημονεύεται στη νομική βάση της αίτησης, στοιχείο που αναιρεί οποιοδήποτε ισχυρισμό για παρατυπία. Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία.»
(Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση K.K. New Extra Ltd v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Πολ. Έφεση Αρ. 218/2016, ημερ. 19.1.2018.
Και στην υπόθεση Dimi Labels Worldwide Ltd v. Gulf Air G.S.C., Πολ. Έφεση Αρ. Ε168/2016, ημερ. 25.1.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τόσο το άρθρο 382 όσο και τη Δ.35 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για να καταλήξει κατά πόσον η παροχή ασφάλειας περιλαμβάνει τα πρωτόδικα έξοδα πέραν των εξόδων της έφεσης. Αφού κατέληξε πως η ασφάλεια περιορίζεται στα έξοδα της έφεσης, διέταξε την παροχή της ασφάλειας, την αναστολή της διαδικασίας μέχρι την κατάθεση αυτής και ότι σε περίπτωση παράλειψης παροχής της ορισθείσας ασφάλειας εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η έφεση θα θωρείτο ως εγκαταλειφθείσα και απορριφθείσα με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας εταιρείας. Και η υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1314, επιβεβαιώνει αυτή την προσέγγιση.
Η απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Hart Investments Ltd v. Larchpark Ltd & Anor. [2007] EWHC 291 (TCC), στην οποία στηρίχθηκε η Αιτήτρια, δεν υποστηρίζει τη θέση της. Στην εν λόγω υπόθεση, σε αίτηση για την παροχή ασφάλειας εξόδων δυνάμει του άρθρου 726(1) του Companies Act 1985, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το ημεδαπό άρθρο 382, το Δικαστήριο διέταξε την παροχή ασφάλειας εξόδων για το ποσό των £25,000 εντός 14 ημερών και την αναστολή της ανταπαίτησης μέχρι την πληρωμή αυτού. Υπήρχε και δεύτερη αίτηση για αναστολή της ανταπαίτησης λόγω παροχής δύο πληρωμών με βάση συγκεκριμένες διαταγές Δικαστηρίου και αφορούσαν δικηγορικά έξοδα. Λόγω της έγκρισης της πρώτης αίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων, το Δικαστήριο έκρινε πως δεν υπήρχε λόγος για να ασχοληθεί με τη δεύτερη αίτηση σε λεπτομέρεια και διέταξε την πληρωμή των ποσών εντός επίσης 14 ημερών και την αναστολή της ανταπαίτησης μέχρι την πληρωμή τους.
Η πιο πάνω υπόθεση καταδεικνύει ότι με βάση το ειδικό άρθρο του περί Εταιρειών Νόμου, που ρυθμίζει το ζήτημα της ασφάλειας εξόδων, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την παροχή αυτής και να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι την πληρωμή της. Αυτό ακριβώς έπραξε το Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση. Ανέστειλε τη διαδικασία μόνο μέχρι την πληρωμή, η οποία έπρεπε να γίνει εντός της καθορισμένης προθεσμίας, χωρίς να αναφερθεί στις συνέπειες στη διαδικασία σε περίπτωση μη πληρωμής αυτής. Αυτό το δεύτερο σκέλος, όπως έχει διαφανεί μέσα από την Κυπριακή νομολογία, καλύπτεται από την εφαρμογή και της Δ.60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι η κατ’ εξοχήν δικονομική πρόνοια που διέπει το ζήτημα.
Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση που αφορά σε εταιρεία, διαφαίνεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο είχε εξουσία να προβεί στις σχετικές διαταγές αναφορικά με την παροχή της ασφάλειας, την αναστολή της διαδικασίας μέχρι την παροχή αυτής και στην αυτόματη απόρριψη της σε περίπτωση μη παροχής αυτής, όπως προβλέπουν τόσο η Δ.60 όσο και το άρθρο 382 που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Το άρθρο 382 ουδόλως αποκλείει την εφαρμογή της Δ.60, αντιθέτως ισχύουν μαζί. Αυτή η προσέγγιση φαίνεται να υιοθετήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο για να καταλήξει υπέρ της άσκησης της εξουσίας του να προβεί στις σχετικές ανωτέρω διαταγές.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση που να δικαιολογεί τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο