ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ. 26/2026
26 Μαρτίου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ AΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 (5/2018) ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (ΠΡ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΤΥΠΟΥ CERTIORARI, MANDAMUS, PROHIBITION
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΗΦΘΕΙΣΑ ΤΗΝ 8.1.2026 ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ Η ΠΟΙΝΗ ΤΗΣ ΕΠ’ ΑΟΡΙΣΤΟΝ ΑΡΓΙΑΣ
--------------------------------
Αίτηση ημερ. 20.3.2026 για καταχώριση
συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης
Για Αιτητή: κ. Σ. Οικονόμου με Ειρ. Μενεγάκη (κα) και κ. Α. Γιακουμάκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Επιδιώκεται από την πλευρά του Αιτητή, άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης προς ακύρωση, μέσω εντάλματος certiorari, της απόφασης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ημερομηνίας 8.2.2026, με την οποία επιβλήθηκε στον Αιτητή η ποινή της επ’ αόριστον αργίας, ως επίσης, για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, τύπου mandamus, με το οποίο να διατάσσεται η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου να παραχωρήσει στον αιτητή σχετικά έγγραφα, επί των οποίων φέρεται να στηρίχθηκε η ως άνω απόφαση. Περαιτέρω, με την ίδια αίτηση, επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου prohibition, με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για την πλήρωση της θέσης Μητροπολίτη στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου και γενικότερα να απαγορεύεται η διενέργεια οποιασδήποτε περαιτέρω συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για οποιοδήποτε θέμα αφορά τον Αιτητή, μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας για την έκδοση των αιτούμενων πιο πάνω ενταλμάτων.
Μετά την καταχώριση της ως άνω αίτησης, η πλευρά του αιτητή επανήλθε προωθώντας την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας επιζητείται η άδεια του δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστύλωση της ως άνω αίτησης για εξασφάλιση άδειας. Ως προκρίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση, το διάβημα αποσκοπεί όπως τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα, ειδικότερα στις 12.03.2026, εκδόθηκε τελικά απόφαση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο επί της Εκκλήτου Προσφυγής του ιδίου, ημερομηνίας 20.01.1026, που αφορούσε την απόφαση της αργίας του, με την οποία απορρίφθηκε το ως άνω διάβημα του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αντίγραφο δε της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου.
Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Αιτητή, με την αγόρευση τους την οποία προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, προώθησαν τις θέσεις τους επί του συζητούμενου. Το Δικαστήριο, με προσοχή έχει διεξέλθει τόσο την αίτηση και την ένορκη δήλωση όσο και τις αναφορές, θέσεις και εισηγήσεις τους.
Είναι γεγονός ότι στη βάση του Κανονισμού 14 του περί Ανώτατου δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2018 (5/2018) ως έχει τροποποιηθεί, σε διαδικασίες του είδους, το δικαστήριο έχει την δυνατότητα να δίδει οποιεσδήποτε οδηγίες απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το ζήτημα της καταχώρισης ή μη συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως κατ’ επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, η παραχώρηση ή μη τέτοιας άδειας θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με την φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη φύση της διαδικασίας και των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να αφορά γεγονότα και στοιχεία που ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, πραγματικά και ουσιαστικά να απασχολούν και ως εκ τούτου, θα πρέπει να τεθούν υπόψιν του Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση εξάλλου στη διεκδίκηση θεραπείας ως η υπό συζήτηση, μπορεί να αποτελέσει μεταβλητή – εντασσόμενη πάντα στο σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση – που λαμβάνεται υπόψιν, κατά πόσο αυτή θα εγκριθεί ή όχι. Τέτοια καθυστέρηση, όπως κατ’ επανάληψη έχει κριθεί, μπορεί να αποτελέσει έκφανση και μορφή της κατάχρησης των διαδικασιών.
Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση, ως έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, κατά τρόπο που θα μπορούσε, από μόνη της, να επιδράσει καταλυτικά στην πορεία της υπό συζήτηση αίτησης.
Απασχολεί, συνακόλουθα, η αναγκαιότητα και χρησιμότητα της παρουσίασης, συμπληρωματικά, των ζητημάτων που επιδιώκεται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
Ως έχει ήδη σημειωθεί, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ειδικής στην φύση και το χαρακτήρα, είναι η εξασφάλιση άδειας για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης προς ακύρωση, μέσω εντάλματος certiorari, της απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερομηνίας 08.01.2026. Περαιτέρω, η έκδοση διατάγματος mandamus με το οποίο να διαταχθεί η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου να παραδώσει έγγραφα και στοιχεία, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απόφαση και, τέλος, διατάγματα prohibition που να αναστέλλουν τόσο τη διαδικασία πλήρωσης της θέσης Μητροπολίτη στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου όσο και τη διενέργεια οποιασδήποτε συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου για οποιοδήποτε θέμα αφορά στον Αιτητή.
Μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως η πλευρά του Αιτητή εξηγεί, επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου γεγονότα που ακολούθησαν της έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης της Ιεράς Συνόδου, ειδικότερα, το αποτέλεσμα της Εκκλήτου Προσφυγής από την πλευρά του στο Οικουμενικό πατριαρχείο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, ημερομηνίας 8.1.2026, ζήτημα για το οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά από την πλευρά του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση για εξασφάλιση άδειας. Παράλληλα, μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιχειρείται να αναδειχθούν, κατά τη θέση πάντα της πλευράς του Αιτητή, ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας και της ορθότητας της σχετικής απόφασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αναγόμενα στην έλλειψη δέουσας και νόμιμης αιτιολογίας, σε αντικανονικότητα της ακολουθητέας διαδικασίας, παραβίαση του δικαιώματος του να ακουστεί σε αυτήν, χαρακτηρίζοντας την μια μεροληπτική και προειλημμένη απόφαση.
Προφανώς, το αποτέλεσμα της ως άνω Εκκλήτου Προσφυγής στην οποία γίνεται αναφορά, τα παράπονα και οι αιτιάσεις του Αιτητή σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και την ορθότητα της απόφασης που εκδόθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 12.03.2026, πέραν των ζητημάτων δικαιοδοσίας που πιθανώς να εγείρονται για την συζήτηση τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ούτος ή άλλος δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης και πραγμάτευσης στο πλαίσιο της διαδικασίας εξασφάλισης της αιτούμενης άδειας, το εύρος και το αντικείμενο της οποίας είναι εκ των προτέρων αυστηρά προκαθορισμένο, έχοντας ως ουσιαστικό αντικείμενο, την προγενέστερη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερομηνίας 08.01.2026.
Η συμπερίληψη στο υπόβαθρο των γεγονότων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την ως άνω αίτηση, γεγονότων που επακολούθησαν χωρίς αυτά, κατά ωφέλιμο για την διαδικασία τρόπο, να συνδέονται με τα ζητήματα που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή για την εξασφάλιση της αιτούμενης άδειας δεν δικαιολογείται. Το τι ακολούθησε, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης ημερομηνίας 08.01.2026, ειδικότερα το αποτέλεσμα της Εκκλήτου Προσφυγής του Αιτητή, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής ενασχόλησης στο πλαίσιο των αυστηρών γραμμών στις οποίες κινείται και οριοθετείτε η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Ενόψει των πιο πάνω το σχετικό αίτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.
Η υπο εξέταση αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, απορρίπτεται.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο