ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ R.S., ΚΑΤΟΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.273/2025, 18/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ R.S., ΚΑΤΟΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.273/2025, 18/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

     Πολιτική Αίτηση Αρ.273/2025

 

18 Μαρτίου, 2026

 

[ΔΑΥΙΔ, Δ.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155(4) ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ TOY 2021

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ R.S., ΚΑΤΟΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 25.06.2025, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΚΑΤΟΠΙΝ ΜΟΝΟΜΕΡΟΥΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ Ν. 92(Ι)/1996, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΕΤΡΑΠΗ Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ                                                                    

…………………………..

 

E. K. Ευσταθίου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε, για τον

 Αιτητή.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.:  Με την υπό συζήτηση αίτηση, ο Αιτητής επιζητεί την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, προκειμένου να ακυρωθεί δικαστικό ένταλμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 25.06.2025, μέσω του οποίου επιτράπηκε η πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας που ήταν καταγεγραμμένη ή αποθηκευμένη σε συγκεκριμένα τεκμήρια που παραλήφθηκαν δυνάμει εντάλματος έρευνας.   

 

Η υπό κρίση αίτηση, συνοδεύεται από σχετική Έκθεση και ένορκη δήλωση του Γιώργου Καλογερίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον αιτητή. 

 

Η παράθεση, κατά συνοπτικό τρόπο και στον βαθμό που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας, των ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα καταστήσει ευχερέστερη την αντίληψη των περιστατικών που την περιβάλλουν, αλλά και την κατανόηση των ειδικότερων ζητημάτων που προκρίνονται από τον αιτητή και απασχολούν στην παρούσα. 

 

Στις 21.06.2025, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του αιτητή για τα διερευνόμενα αδικήματα της:

(1)         Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 371, Κεφ. 154),

 

(2)         Συμμετοχής και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων (άρθρο 63Β, Κεφ. 154),

 

(3)        Αδικήματα κατά παράβαση του περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου Ν.75(Ι)/2019, (άρθρα 5, 7, 8, 15 και 30) και

 

(4)   Κατασκοπεία (άρθρο 50Γ Κεφ. 154),

 

τα οποία διαπράχθηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου του 2025 και της ημερομηνίας έκδοσης του ως άνω εντάλματος.  Ταυτόχρονα, εκδόθηκε ένταλμα έρευνας του διαμερίσματος στο οποίο διέμενε ο συλληφθείς αιτητής, κατά την εκτέλεση του οποίου ανευρέθηκαν και παρελήφθησαν διάφορα τεκμήρια, μεταξύ των οποίων:

(1) Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG Galaxy S25-SM-S938B/DS, με αριθμό [   ] και [   ], χρώματος μαύρου.

 

(2)  Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας HUAWEI P30 Pro, με αριθμό [   ].

 

(3)  Μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας sim giffgaff, με αριθμό [   ].

 

(4)  Μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας sim TESCO, με αριθμό [   ].

 

(5)  Μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας sim Cyta, με αριθμό [   ].

 

(6) ΄Ενας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας Lenovo IdeaPad Slim 5, με [   ], χρώματος ασημί.

 

Στις 24.06.2025, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, διάταγμα κατακράτησης των ως άνω τεκμηρίων ενώ στις 25.06.2025, κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, το ως άνω Δικαστήριο εξέδωσε δικαστικό ένταλμα δυνάμει των άρθρων 21-23 των περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθησης Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμων του 1996 έως 2020, Ν.92(Ι)/1996,  με το οποίο επιτράπηκε η πρόσβαση σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας του Αιτητή που βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πιο πάνω τεκμήρια.

 

Από τα γεγονότα που περιβάλλουν την περίπτωση, προβάλλει η πλευρά του αιτητή, ως προκύπτουν από έγγραφα του σχετικού φακέλου της υπόθεσης που τέθηκαν στη διάθεση του, καταδεικνύεται ότι πριν από την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 25.06.2025, η αστυνομία είχε ήδη αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο κατακρατηθέντων συσκευών του Αιτητή και είχε προβεί σε εξέταση δεδομένων.  Παραπέμποντας στην ένορκη δήλωση του ανακριτή της υπόθεσης που υποστήριζε την αίτηση για πρόσβαση σε περιεχόμενο ιδιωτικής του επικοινωνίας, αποτέλεσε θέση του ότι μέσω της, επιβεβαιώνεται πως είχε ήδη γίνει τεχνική πρόσβαση και επεξεργασία δεδομένων, πριν από οποιαδήποτε δικαστική εξουσιοδότηση προς τούτο. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε, προβάλλεται, οδήγησε σε παραβίαση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού η πρόσβαση στα κατασχεθέντα τεκμήρια πραγματοποιήθηκε χωρίς να προηγηθεί δικαστική εξουσιοδότηση.  Η εκ των υστέρων παραχωρηθήσα άδεια, προστίθεται, ήταν γενική και αόριστη, χωρίς σαφή όρια ή εγγυήσεις προστασίας. Τα πιο πάνω ζητήματα, υποδεικνύει ο ομνύων, αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο ζήτημα «που αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, την ορθή εφαρμογή του νόμου και την ανάγκη δικαστικού ελέγχου σε κάθε παρέμβαση στα προσωπικά δεδομένα των πολιτών». 

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, κατά το στάδιο της παρουσίασης της αίτησης, δηλώνοντας ότι δεν θα επιμείνει στην προώθηση του 1ου λόγου που προβάλλεται στην Έκθεση που την συνοδεύει, ήτοι τη θέση περί εσφαλμένης εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου, την έλλειψη αρμοδιότητας και της πλάνης του Δικαστηρίου επί ουσιώδους νομικού ζητήματος, επικεντρώθηκε ουσιαστικά στην εισήγηση ότι η έκδοση του εκκαλούμενου διατάγματος αποτελεί προσπάθεια νομιμοποίησης, εκ των υστέρων, της προηγηθείσας παράνομης πρόσβασης και επεξεργασίας δεδομένων από τις συσκευές του Αιτητή, πριν ζητηθεί και εξασφαλιστεί το διάταγμα ημερομηνίας 25.06.2025.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υποστήριξε, εκδίδοντας το εκκαλούμενο διάταγμα χωρίς να εξετάσει την νομιμότητα της ήδη συντελεσθήσας πρόσβασης, κατέστησε νομικά ανεκτή, εκ των υστέρων, παράνομη πράξη. Αποτέλεσμα τούτου, συμπλήρωσε,  είναι η μετατροπή της δικαστικής εξουσίας από θεματοφύλακα της νομιμότητας σε απλό μηχανισμό επικύρωσης. Η ανεξέλεγκτη λήψη και επεξεργασία των δεδομένων των κατασχεθέντων συσκευών, υποστήριξε, υπερβαίνει κατά πολύ το σκοπό που επικαλέστηκε η αστυνομία, παραβιάζοντας τις αρχές της αναλογικότητας. Η αιτούμενη παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, υποστηρίζει καταληκτικά, αποτελεί θεσμική αναγκαιότητα, ώστε να τεθούν σαφή όρια σε μια πρακτική που επηρεάζει θεμελιώδη δικαιώματα του Αιτητή.

 

Έχω διεξέλθει με προσοχή το προσβαλλόμενο διάταγμα, την Έκθεση και ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την υπό συζήτηση αίτηση, ως επίσης κάθε έγγραφο, αναφορά, επισήμανση και εισηγήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του Αιτητή.

 

Τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων χορηγούνται κατ’ εξαίρεση. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018).  Μέσω της συγκεκριμένης, προνομιακής του δικαιοδοσίας, η οποία ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τους χειρισμούς ούτε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους. Για τη χορήγηση άδειας ως η αιτούμενη, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, το οποίο σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, ούτε εξετάζει την υπόθεση σε βάθος (Base Metal Trading Ltd v. Fastack Development Ltd κ.α. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1535), ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα που εγείρει (Ευδόκα (ανωτέρω) και Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41).

 

Το απόρρητο της ιδιωτικής επικοινωνίας, αποτελεί Συνταγματικά κατοχυρωμένο και προστατευόμενο δικαίωμα (Άρθρο 17 του Συντάγματος).  Ωστόσο, ως στο εδάφιο 2 του ίδιου Άρθρου προβλέπεται, κατ’ εξαίρεση, παρέχεται η δυνατότητα «παρέμβασης» στο πιο πάνω αναγνωρισμένο και διασφαλισμένο δικαίωμα, κατόπιν Δικαστικού διατάγματος. Ως ειδικότερα προβλέπεται στο Άρθρο 17 του Συντάγματος:

1.   Έκαστος έχει το δικαίωµα σεβασµού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ’ όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά µέσων µη απαγορευοµένων υπό του νόµου.

 

2.   ∆ε χωρεί επέµβαση κατά την άσκηση του δικαιώµατος τούτου, εκτός αν η επέµβαση αυτή επιτρέπεται σύµφωνα µε το νόµο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

 

Α.  Προσώπων που τελούν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση.

 

Β. Κατόπιν δικαστικού διατάγµατος που εκδόθηκε σύµφωνα µε τις διατάξεις του νόµου, µετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της ∆ηµοκρατίας, και η επέµβαση αποτελεί µέτρο το οποίο σε µια δηµοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο µόνο προς το συµφέρον της ασφάλειας της ∆ηµοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικηµάτων:

              ………………………………………………...........................................»

 

Με την τροποποίηση που επήλθε το 2015 στους περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμους του 1996 έως 2020 Ν.92(Ι)/1996, δόθηκε η ευχέρεια στην Αστυνομία να αιτηθεί την έκδοση εντάλματος πρόσβασης σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας. Τα άρθρα 21 και 22 του ως άνω νόμου, αναφέρονται στις απαιτήσεις που θα πρέπει να ικανοποιούνται για τη διασφάλιση του νομότυπου της αίτησης για την έκδοση Δικαστικού εντάλματος του είδους, δυνάμει του άρθρου 23(1) του Ν.92(Ι)/1996. Σημαντικό για την εξέταση της υπό συζήτηση περίπτωσης άρθρο, αναδεικνύεται ότι αποτελεί το άρθρο 23 του Ν.92(Ι)/1996. Ως προβλέπεται σε αυτό, δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης δυνάμει των άρθρων 21 και 22 του ίδιου νομοθετήματος, δύναται να εκδώσει σχετικό δικαστικό ένταλμα, εάν ικανοποιηθεί, στη βάση των γεγονότων τα οποία υποβλήθηκαν από τον αιτητή, ότι:

«(α) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι πρόσωπο διέπραξε, διαπράττει ή αναµένεται να διαπράξει αδίκηµα ή υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα να κινδυνεύει η ασφάλεια της ∆ηµοκρατίας·

(β) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι συγκεκριµένη ιδιωτική επικοινωνία συνδέεται ή είναι συναφής µε το αδίκηµα ή µε τον κίνδυνο για την ασφάλεια της ∆ηµοκρατίας·

(γ) η έκδοση του δικαστικού εντάλµατος είναι προς το συµφέρον της δικαιοσύνης

 

(βλέπε μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την Αίτηση του Δρ. Η.Π., Πολ. Εφ. 256/2021, ημερ. 28.2.2023, ECLI:CY:AD:2023:A69 και Αναφορικά με την Αίτηση του Α.Α. και Χ.Τ. Προσωπικά και ως Γενικού Διευθυντή του Ομίλου Εταιρειών Τζιοβάνη, Πολ. Έφ. Αρ. 272/2021, ημερ. 13.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:D383).

 

Δεδομένη είναι, λοιπόν, η δυνατότητα «παρέμβασης» στο Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιωτικής επικοινωνίας.  Προς τούτο, ο Γενικός Εισαγγελέας, δύναται να υποβάλλει μονομερή (ex-parte) αίτηση στο δικαστήριο, ζητώντας την έκδοση δικαστικού εντάλματος με το οποίο να εξουσιοδοτείται ή εγκρίνεται η πρόσβαση, η επιθεώρηση και η λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από ή και εκ μέρους του ιδίου ή του αρχηγού της αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή (άρθρο 21 (1) του Ν92(Ι)/1996).

 

Είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί η έννοια του όρου «ιδιωτική επικοινωνία». Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.92(Ι)/1996, προβλέπεται ότι:

 

«“ιδιωτική επικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή ή άλλης μορφής επικοινωνία ή οποιαδήποτε τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονική επικοινωνία γίνεται από πρόσωπο κάτω από περιστάσεις κατά τις οποίες είναι λογικό το πρόσωπο αυτό να αναμένει ότι δεν θα υποκλαπεί ή θα παρακολουθηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνο το οποίο σκοπείτε να λάβει την επικοινωνία αυτή και περιλαμβάνει τη ραδιοεπικοινωνία και την ενσύρματη επικοινωνία·»

 

Περαιτέρω, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο του νόμου, σε σχέση με τον όρο «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας» και τι αυτός περιλαμβάνει, προβλέπεται ότι:

 

«καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας» σημαίνει περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας οποιασδήποτε μορφής, το οποίο βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο και περιλαμβάνει επικοινωνία καταγεγραμμένη σε επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα και μηνύματα μέσω υπηρεσίας σύντομων μηνυμάτων (sms) ή μέσω υπηρεσίας μηνυμάτων πολυμέσων (mms) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) ή άλλων μηνυμάτων διαδικτύου·» 

 

Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού προς υποστήριξη της σχετικής αίτησης, καταγράφεται ότι του αιτήματος προηγήθηκε δικανική ανάλυση και εξέταση των τεκμηρίων, με τη σαφή όμως επεξήγηση ότι η ως άνω εξέταση και αξιολόγηση, στο πλαίσιο προφανώς της εξέλιξης  του ανακριτικού έργου, δεν αφορούσε «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας» σε αυτά.  Το γεγονός τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και από την ίδια την Έκθεση που ετοιμάστηκε μετά και την ως άνω «παρέμβαση» η οποία τέθηκε υπόψη μου, στην οποία ρητά καταγράφεται ότι οι όποιες ενέργειες αφορούσαν ιδιωτική επικοινωνία μεταξύ των ημερομηνιών 08.04.2025 μέχρι 21.06.2025, κατά τον τρόπο που εξηγεί ο σχετικός εξεταστής και συντάκτης της Έκθεσης, έγιναν «μετά τη λήψη του Διατάγματος Επιθεώρησης Ιδιωτικής Επικοινωνίας».

 

Δεδομένη είναι η δυνατότητα των ανακριτικών αρχών να παρατηρούν, επιθεωρούν, αξιολογούν και ανάλογα να αξιοποιούν διάφορα τεκμήρια που κατασχέθηκαν δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ.155, κατά την εξέλιξη του ανακριτικού έργου. Ως τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, οποιαδήποτε από τις ως άνω ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι ανακριτικές αρχές σε σχέση με τα πιο πάνω τεκμήρια, δεν αφορούσε πρόσβαση σε «ιδιωτική επικοινωνία»  η οποία, ως πιο πάνω έχει επισημανθεί, συνταγματικά διασφαλίζεται και ανάλογα προστατεύεται. Αντίθετα, αφού προηγήθηκε η δικανική εξέταση των τεκμηρίων, κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στο δικαστήριο και ως αποτέλεσμα αυτής, δημιουργήθηκε η υποψία ότι «στις πιο πάνω αναφερόμενες συσκευές κινητής τηλεφωνίας, στις κάρτες κινητής τηλεφωνίας sim και στον φορητό Ηλεκτρονικό Υπολογιστή που παραλήφθηκαν από την Αστυνομία, ως αναφέρεται ανωτέρω, ενδέχεται να υπάρχει καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που να συνδέεται ή να είναι συναφής με τις ενέργειες του S. και/ή με ενέργειες που τελέστηκαν ή σχεδιάστηκαν να τελεστούν και οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της Δημοκρατίας».  Είναι γι’ αυτό το λόγο που η αρμόδια αρχή, σε δεύτερο χρόνο, απευθύνθηκε στο δικαστήριο ζητώντας την εκ του νόμου αναγκαία δικαστική έγκριση για πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη όσων δεδομένων βρίσκονται αποθηκευμένα στα τεκμήρια, αντικείμενα και/ή ηλεκτρονικές συσκευές που προσδιορίζονται στο συγκεκριμένο μέρος της αίτησης και αποτελούν «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας», υποστηρίζοντας ότι σε αυτά δύναται να βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που να συνδέεται ή να είναι συναφές με κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. Η εξέλιξη των γεγονότων, ως τέθηκαν υπόψη του αρμόδιου Δικαστηρίου,  δεν δικαιολογεί την εισήγηση περί «νομιμοποίησης» εκ των υστέρων, παράνομης πρόσβασης σε ιδιωτική επικοινωνία.

 

Ούτε η εισήγηση περί παραχώρησης άδειας για ανεξέλεγκτη λήψη και επεξεργασία των δεδομένων των κατασχεθέντων συσκευών, κατά τρόπο που να πλήττεται η αρχή της αναλογικότητας, μπορεί να υιοθετηθεί. Το Δικαστήριο, στη βάση όλων όσων τέθηκαν υπόψη του, καθόρισε στο εκκαλούμενο διάταγμα ημερομηνίας 25.06.2025, ότι επιτρέπεται η πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας του αιτητή, σε συγκεκριμένα τεκμήρια, το οποίο συνδέεται ή είναι συναφές με ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια της Δημοκρατίας και τα οποία συνδέονται με τις πιο πάνω ενέργειες. 

 

Υπο το φως των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας.  Δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση προς τεκμηρίωση της αξίωσης για παροχή της αιτούμενης άδειας.

 

Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται.

 

 

 

                                                                                                Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο