ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΟΡΝΑΡΙΤΗ Α.Δ.Τ. [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 300/25, 30/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΟΡΝΑΡΙΤΗ Α.Δ.Τ. [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 300/25, 30/3/2026
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΟΡΝΑΡΙΤΗ Α.Δ.Τ. [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 300/25, 30/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

                                                                   (Πολιτική Αίτηση Αρ. 300/25)

 

   30 Μαρτίου, 2026

 

[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΟΡΝΑΡΙΤΗ Α.Δ.Τ. [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ/Ή ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ/Ή ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 14/06/2007 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13/06/2007, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ (ΚΛΗΤΗΡΙΑ ΕΝΤΑΛΜΑΤΑ) ΝΟΜΟΥ ΚΕΦ. 11

Χ. Ιωαννίδης με Β. Χαμπά (κα), για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου  Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.

...................

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση και ή η πιστοποίηση και ή η πράξη του Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 14.6.2007 σε σχέση με την επίδοση αλλοδαπών εγγράφων ημερ. 13.6.2007. 

Πρόκειται για «Πιστοποιητικό Επίδοσης Δικογράφων Εξωτερικού» ημερ. 14.6.2007, στο οποίο η Βοηθός Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου πιστοποιεί ότι τα συνημμένα έγγραφα είναι τα ακόλουθα:

1.   Αντίγραφα δικαστικών εγγράφων που λήφθηκαν από την Πρεσβεία της Ελλάδας, με αρ. πρωτοκόλλου … και ημερ. 5.6.2007 για επίδοση στον Χριστόφορο Τορναρίτη, [ ] …, Λευκωσία, και

 

2.   Ένορκη δήλωση του επιδότη στην οποία καταγράφεται ότι η επίδοση των δικαστικών εγγράφων έγινε στις 13.6.2007 στην Έλλη Κυριάκου, υπεύθυνο πρόσωπο στον χώρο εργασίας του εν λόγω προσώπου.

 

Πιστοποιεί επίσης «ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου».

          Το Πιστοποιητικό συνοδευόταν από επιστολή ημερ. 14.6.2007 της Βοηθού Αρχιπρωτοκολλητή προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Αναφέρομαι στην επιστολή σας με αρ. Φακ. … και ημερομηνία 08/06/07 σχετικά με τα δικόγραφα που στάληκαν από την Πρεσβεία της Ελλάδας, με αρ. Πρωτοκόλλου …. και ημερ. 05/06/07 για επίδοση στον Χριστόφορο Τορναρίτη, [ ] …, Λευκωσίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Κλητήρια Εντάλματα) Νόμου, Κεφ. 11, και σας πληροφορώ ότι τα πιο πάνω δικόγραφα επιδόθηκαν στις 13/06/07.

Σας στέλλλω ένορκη δήλωση του επιδότη και σχετικό πιστοποιητικό στο οποίο φαίνεται ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η Κυπριακή Νομοθεσία.»

         Το Πιστοποιητικό είναι αυτό που αναφέρεται ανωτέρω. Η ένορκη δήλωση επίδοσης προερχόταν από τον Χριστόφορο Χριστοφόρου, Δικαστικό Επιδότη στο «Ανώτατο Δικαστήριο Λευκωσίας», ο οποίος επιβεβαίωνε ότι τα δικαστικά έγγραφα που στάληκαν από την Πρεσβεία της Ελλάδας με τον συγκεκριμένο αριθμό πρωτοκόλλου και ημερ. 5.6.2007 για επίδοση στον Χριστόφορο Τορναρίτη, [ ] …, Λευκωσία επιδόθηκαν στις 13.6.2007 «στην Έλλη Κυριάκου υπεύθυνο πρόσωπο στον χώρο εργασίας» του.

Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι:

1)   H προσβαλλόμενη απόφαση και ή η πιστοποίηση και ή η πράξη εξεδόθη καθ’ υπέρβαση και κατά παράβαση του άρθρου 4(α) του περί Κλητηρίων Ενταλμάτων και Αλλοδαπών Δικαστηρίων Νόμου, Κεφ. 11.

 

2)   Η επίδοση στερείται νομιμότητας και είναι ανίσχυρη.

 

3)   Λόγω της παράβασης του άρθρου 4 του Κεφ. 11, ο Αιτητής δεν έλαβε πραγματική γνώση των εγγράφων, γεγονός που παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη.

 

4)   Η ελαττωματική επίδοση και ή η απόφαση και ή η πιστοποίηση και ή η πράξη του Αρχιπρωτοκολλητή παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

         Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση περιέχονται σε τρεις ένορκες δηλώσεις, η πρώτη από τον ίδιο τον Αιτητή και οι άλλες δύο από τον Εμμανουήλ Στεφανάκη, δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω, ο οποίος δικαιούται να εμφανίζεται ενώπιον όλων των Δικαστηρίων της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αυτά έχουν ως ακολούθως:

(i)      Στο πλαίσιο διοικητικής υπόθεσης ενώπιον Ελληνικού Δικαστηρίου, εξεδόθη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι ο Αιτητής οφείλει να καταβάλει τους εκεί αξιούμενους δασμούς, αφού θεωρήθηκε ότι υπήρχε «νομότυπη επίδοση της καταλογιστικής πράξης για τις σχετικές διοικητικές παραβάσεις».

 

(ii)    Όταν ο Αιτητής ήγειρε θέμα ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε έγγραφα για τη συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία, η αντίδικη πλευρά ανέφερε ότι είχε γίνει επίδοση και ότι είχε παρουσιάσει τα σχετικά έγγραφα στο Δικαστήριο πριν την έκδοση της απόφασης.

 

(iii)   Κατόπιν διερεύνησης του ζητήματος, διεφάνη ότι στις 5.6.2007 είχε σταλεί αίτημα από την Ελληνική Δημοκρατία, μέσω της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κύπρο, για να διενεργηθεί επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 11.

 

(iv)   Ουδέποτε επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα στον Αιτητή, ο ίδιος δεν γνωρίζει την Έλλη Κυριάκου και η αναφερόμενη διεύθυνση δεν αποτελεί τον χώρο εργασίας του, ούτε και έχει οποιαδήποτε σχέση με αυτόν.

 

(v)    Έτσι, ο Αιτητής καταχώρισε έφεση στην Ελλάδα εναντίον της εν λόγω απόφασης και ήγειρε, ως υπεράσπιση, το ζήτημα της μη επίδοσης.

(vi)   Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 11 προνοεί για προσωπική επίδοση, κάτι το οποίο δεν έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση και ότι εν πάση περιπτώσει ουδέποτε έλαβε γνώση της διαδικασίας.

 

(vii)   Έτσι ισχυρίζεται ότι του έχει στερηθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί εαυτόν και να τύχει δίκαιης δίκης.

 

(viii)    Σύμφωνα με τον κ. Στεφανάκη, με βάση το άρθρο 438 του Ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 171 του Ελληνικού Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, «τα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα, που έχουν συνταχθεί από αρμόδιες αρχές κατά τους νόμιμους τύπους, αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται ότι έγιναν ενώπιον της αρχής που τα εξέδωσε ή από την ίδια την αρχή, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης μόνο με προσβολή τους ως πλαστών». Είναι δε απολύτως προβλέψιμο ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα υποστηρίξει πως η πιστοποιηθείσα από Κυπριακή Δικαστική Αρχή επίδοση δεσμεύει το Ελληνικό Δικαστήριο κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα, «με συνέπεια να θεωρείται ότι οποιαδήποτε αμφισβήτησή της όφειλε να ασκηθεί αποκλειστικά ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων»

 

(ix)   Σύμφωνα πάντα με τον κ. Στεφανάκη, στο πλαίσιο της έφεσης, το Ελληνικό Δικαστήριο δεν ακυρώνει την αλλοδαπή πράξη καθ’  εαυτή, αλλά καλείται να κρίνει κατά πόσο η διενεργηθείσα επίδοση ήταν πρόσφορη. Προς τούτο, ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ενώπιον του Εφετείου ότι το πιστοποιητικό επίδοσης του Αρχιπρωτοκολλητή και η ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη «δεν διασφαλίζουν πραγματική γνώση του Αιτητή» και «κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό στην προκειμένη περίπτωση καθότι ο Αιτητής δεν έχει στην κατοχή του τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία και ούτε είναι εφικτό αυτά να ανευρεθούν».

 

(x)  Ο κ. Στεφανάκης αναφέρει πως ο έλεγχος ασκείται κατόπιν σχετικού αιτήματος του διαδίκου και όχι αυτεπάγγελτα.

 

(xi)   Υπό το φως των ανωτέρω, ο κ. Στεφανάκης αναφέρει πως αν ο Αιτητής δεν προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ότι η επίδοση ήταν πλημμελής, το Ελληνικό Εφετείο δεν θα μπορεί να καταλήξει ότι αυτός δεν έλαβε πραγματική γνώση των εγγράφων και ως εκ τούτου «η μόνη λύση για αυτόν να προσβάλει την επίδοση είναι με το να αποδείξει ότι η πιστοποίηση του Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πλαστή», γεγονός το οποίο δεν ισχύει.

 

 

(xii)     Γι’  αυτό η αρμοδιότητα για την ακύρωση και τον παραμερισμό της προσβαλλόμενης πράξης ανήκει αποκλειστικά στα Κυπριακά Δικαστήρια, τα οποία δύνανται να διασφαλίσουν πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία του Αιτητή. Διαφορετικά, θα υπάρχει παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος του Αιτητή για πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

         Οι αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πρόκειται για δικαιοδοσία η οποία ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, πάντοτε κατά προνόμιο, όταν από το ίδιο το πρακτικό του Δικαστηρίου διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, πλάνη περί τον Νόμο, δόλος, προκατάληψη ή παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018, αυτή η διαδικασία δεν έχει, ως αντικείμενο, την αναθεώρηση της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων δικαστηρίων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αιτιολογήσει τη χορήγηση άδειας. Ακόμα και αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, δεν χορηγείται άδεια όταν προσφέρεται εναλλακτικό ένδικο μέσο ή θεραπεία, συνήθως, αυτό της έφεσης, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν τη χορήγηση άδειας. 

         Με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων που τέθηκαν, διαφαίνεται ότι κατόπιν εντολής των Ελληνικών Δικαστηρίων σε εκκρεμούσα δικαστική διοικητική διαδικασία εναντίον του Αιτητή, διετάχθη η επίδοση των σχετικών εγγράφων σε αυτόν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 11. Διαφαίνεται επίσης ότι ο δικαστικός επιδότης Χριστόφορος Χριστοφόρου ορκίστηκε ότι διενήργησε την επίδοση στις 13.6.2007, παραδίδοντας τα έγγραφα στην Έλλη Κυριάκου ως υπεύθυνο πρόσωπο στον χώρο εργασίας του Αιτητή και προέβη σε σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 14.6.2007. Ακολούθησε επιστολή της Βοηθού Αρχιπρωτοκολλητή ημερ. 14.6.2007, με συνημμένη την εν λόγω ένορκη δήλωση και το Πιστοποιητικό Επίδοσης Δικογράφων Εξωτερικού ίδιας ημερομηνίας, με τα οποία βεβαιώνει ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τον Νόμο και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

         Το άρθρο 4 του Κεφ. 11 προνοεί τα ακόλουθα:

«4. Όταν, σε οποιοδήποτε αστικό ή εμπορικό ζήτημα που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου ή Διαιτητικού Δικαστηρίου οποιασδήποτε αλλοδαπής χώρας με την οποία έχει συναφθεί ή θα συναφθεί για το σκοπό αυτό Σύμβαση και εφαρμόζεται στην Κύπρο, λαμβάνεται από τον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέσω του Προξένου ή άλλης αρχής της χώρας αυτής έγγραφο παράκλησης για επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου σε πρόσωπο στην Κύπρο, ακολουθείται, τηρουμένων οποιωνδήποτε ειδικών διατάξεων που περιέχονται στη Σύμβαση, η πιο κάτω διαδικασία -

(α) η επίδοση επιτυγχάνεται με την παράδοση του πρωτότυπου ή αντιγράφου του εγγράφου όπως υποδεικνύεται στην Παράκληση και του αντιγράφου της μετάφρασης στο διάδικο ή πρόσωπο που πρέπει να επιδοθεί προσωπικά από τον αντιπρόσωπο του επιδότη που διορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο ( β ) του άρθρου 3 του Νόμου αυτού:

Νοείται ότι όταν ο διάδικος ή το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση είναι ιθαγενής Κύπριος μετάφραση που συντάσσεται στη γλώσσα του προσώπου αυτού επιδίδεται κατά τον ίδιο χρόνο σε αυτό.

(β) δεν θα επιβάλλονται δικαστικά τέλη αναφορικά με την επίδοση. Οι λεπτομέρειες των χρεώσεων του αντιπροσώπου που εργοδοτείται για να πραγματοποιήσει την επίδοση υποβάλλονται στον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος πιστοποιεί το κατάλληλα πληρωτέο ποσό αναφορικά με αυτή·

(γ) ο Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου ∆ικαστηρίου διαβιβάζει στον Πρόξενο ή άλλη αρχή που υποβάλλει την Παράκληση πιστοποιητικό που αποδεικνύει το γεγονός και την ημερομηνία της προσωπικής επίδοσης, ή που υποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιήσει αυτήν, και κατά τον ίδιο χρόνο θα γνωστοποιεί στον αναφερόμενο πρόξενο ή άλλη αρχή το ποσό των χρεώσεων που πιστοποιήθηκε βάσει της παραγράφου (β) του άρθρου αυτού.»

         Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3(στ) του Κεφ. 11, η «Πιστοποίηση Επίδοσης Αλλοδαπού Δικογράφου» πρέπει να γίνεται με τον εξής τρόπο:

«(στ) ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου διαβιβάζει στο Διοικητικό Γραμματέα το έγγραφο Παράκλησης για επίδοση που παραλαμβάνεται από την αλλοδαπή χώρα, μαζί με τη μαρτυρία επίδοσης, με πιστοποιητικό που επισυνάπτεται σε αυτή δεόντως σφραγισμένο με τη σφραγίδα του Δικαστηρίου για διαβίβαση … στο αλλοδαπό Δικαστήριο … που απαιτεί αυτό. Το πιστοποιητικό αυτό είναι κατά τον τύπο του Παραρτήματος του Νόμου αυτού.»

         Ως εκ τούτου το σχετικό Πιστοποιητικό θα πρέπει να είναι δεόντως σφραγισμένο με τη σφραγίδα του Δικαστηρίου και στον τύπο που περιέχεται στο σχετικό Παράρτημα του Νόμου, σε αυτό να πιστοποιείται ότι τα συνημμένα έγγραφα είναι το πρωτότυπο της παράκλησης για επίδοση δικογράφου, το δικόγραφο που λήφθηκε με το έγγραφο της παράκλησης, η μαρτυρία επίδοσης με την ένορκη δήλωση του επιδότη και ότι «η επίδοση αυτού που αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό και η απόδειξη αυτής, είναι αυτές που απαιτούνται από το νόμο και πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και ρυθμίζει την επίδοση δικογράφων στην Κύπρο, και την απόδειξη της». Σε περίπτωση που δεν καταστεί εφικτή η επίδοση, τότε ο Αχριπρωτοκολλητής εκδίδει Πιστοποιητικό σύμφωνα με τον τύπο που περιέχεται στον περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Κλητήρια Εντάλματα) Διαδικαστικό Κανονισμό (Foreign Tribunal Citation Rules, Cap. 17).

         Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται πως κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ η Σύμβαση Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με τον ημεδαπό Ν.55/1984. Το άρθρο 7 της Σύμβασης προβλέπει πως η επίδοση πραγματοποιείται «σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος όπου θα γίνει η επίδοση» και «αποδεικνύεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος στο οποίο γίνεται». Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται ο Ν.55/1984 και η Σύμβαση στην υπό εξέταση διοικητική διαδικασία ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, δεν απαιτείται, δυνάμει αυτών, η επίδοση να είναι αποκλειστικά προσωπική.

         Ανεξαρτήτως της πιο πάνω επισήμανσης, κατ’  αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη, αναγράφεται ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον Πρωτοκολλητή στο «Ανώτατο Δικαστήριο Λευκωσίας». Σύμφωνα με τον τότε εν ισχύι περί Δικαστηρίων Ν.14/1960, το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο το καθιδρυθέν δυνάμει της παραγράφου 1 του Άρθρου 153 του Συντάγματος. Η εν λόγω συνταγματική πρόνοια καθίδρυσε το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου και όχι της επαρχίας Λευκωσίας. Εξ ου και προφανώς στην Πιστοποίηση γίνεται αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι η ερμηνεία του «Ανωτάτου Δικαστηρίου» στον Ν.14/1960 έχει πλέον διαγραφεί και το Ανώτατο Δικαστήριο σήμερα είναι το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο καθιδρύθηκε από το Άρθρο 153 του Συντάγματος και διέπεται από τα άρθρα 3 και 9 των περί  Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως (Αρ.2) του 2025, κατόπιν του διαχωρισμού του από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

         Το Πιστοποιητικό το οποίο εξεδόθη από τη Βοηθό Αρχιπρωτοκολλητή φαίνεται να είναι μεν στον τύπο του Παραρτήματος, αλλά να μην φέρει τη σφραγίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προνοείται στο άρθρο 3(στ). Αυτή η παράλειψη θα απασχολήσει περαιτέρω κατωτέρω.

         Διαφαίνεται επίσης πως το άρθρο 4 απαιτεί όπως η επίδοση γίνει προσωπικά στον διάδικο. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 4(α), αλλά και από το περιεχόμενο του άρθρου 4(γ) το οποίο απαιτεί όπως στο πιστοποιητικό αναφέρεται το γεγονός και η ημερομηνία της προσωπικής επίδοσης ή οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί αυτή. Επιπλέον, το άρθρο 5 παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα, να εκδίδει διατάγματα για υποκατάστατη επίδοση, κάτι το οποίο δεν έχει καταδειχθεί ότι ισχύει στην υπό εξέταση περίπτωση.

         Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη λεχθεί, το Πιστοποιητικό συνάδει με τον τύπο του Παραρτήματος στο Κεφ. 11. Με βάση το περιεχόμενο του, προκύπτει ότι η επίδοση δεν ήταν προσωπική αλλά σε κάποια Έλλη Κυριάκου, η οποία φέρεται ως υπεύθυνη του χώρου εργασίας του Αιτητή. Είναι η θέση του Αιτητή ότι από τη στιγμή που δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 11, η Βοηθός Αρχιπρωτοκολλητής εξέδωσε το Πιστοποιητικό κατά παράβαση του Νόμου και καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Εισηγείται ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό συνιστά δικαστική απόφαση η οποία εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα.

         Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν.14/1960, ο Αρχιπρωτοκολλητής του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκτελεί τα καθήκοντα που απαιτούνται από αυτόν ή έχει εξουσία να εκτελεί δυνάμει εκάστοτε ισχύοντος νόμου και διαδικαστικού κανονισμού. Είναι επίσης ο επιτετραμμένος επί της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και εκτελεί τα καθήκοντα του με αυτή του την ιδιότητα υπό τις οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με οιονδήποτε εκάστοτε ισχύοντα νόμο ή διαδικαστικό κανονισμό. Αυτή η πρόνοια από μόνη της δεν φαίνεται να παρέχει εξουσία στον Αρχιπρωτοκολλητή να ασκεί δικαστική εργασία. Επομένως, το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τη συγκεκριμένη εξουσία που του παρέχεται από τον Νόμο, ήτοι το Κεφ. 11.

         Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Προνομιακά Εντάλματα, Π. Αρτέμης, σελ. 16, με παραπομπή στην υπόθεση Sofoklis Demetriades and Son and Another v. The Republic (1969) 3 C.L.R. 557, το βασικό κριτήριο για να χαρακτηριστεί μια ενέργεια ως (δικαστική) απόφαση, είναι η ίδια η φύση της και όχι ο χαρακτήρας του οργάνου που την εξέδωσε. Σύμφωνα με τη νομολογία, δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της δικαστικής εξουσίας:

(α)   Πρέπει να προέρχεται από Δικαστήριο, και

 

(β)   Η απόφαση πρέπει να αποσκοπεί στον καθορισμό των δικαιωμάτων των μερών σύμφωνα με τον νόμο.

         Με βάση τα όσα έχουν τεθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, διαφαίνεται ότι το Πιστοποιητικό παρουσιάζεται ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου και νοουμένου ότι αυτό είχε συνταχθεί «κατά τους νόμιμους τύπους», αποτελεί «πλήρη απόδειξη» της επίδοσης στον διάδικο, εκτός αν αποδειχθεί ότι είναι πλαστό. Παρά το γεγονός ότι το υπό κρίση Πιστοποιητικό φέρεται να μην είχε τη σφραγίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντούτοις φαίνεται ότι το αλλοδαπό δικαστήριο στηρίχθηκε σε αυτό και δέχθηκε πως είχε γίνει έγκυρη επίδοση στον Αιτητή. Νοουμένου ότι το ζήτημα της επίδοσης εγείρεται ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, όπως φαίνεται να συνέβη στην υπό εξέταση περίπτωση, το αλλοδαπό δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει κατά πόσο η εν λόγω επίδοση ήταν πρόσφορη, δηλαδή κατά πόσο ο Αιτητής πράγματι έλαβε γνώση των σχετικών εγγράφων.

         Με βάση τα ανωτέρω, διαφαίνεται ότι το Πιστοποιητικό δεν αποτελεί δικαστική πράξη αλλά απόδειξη ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου ενός γεγονότος, ήτοι της έγκυρης επίδοσης και ότι, αν εγερθεί ενώπιον του το ζήτημα της επίδοσης, το αλλοδαπό δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει το κατά πόσο ο διάδικος έλαβε πραγματική γνώση των εγγράφων και της διαδικασίας. Επομένως, φαίνεται ότι το αλλοδαπό δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει το ζήτημα, όχι αποκλειστικά και μόνο στη βάση του περιεχομένου του Πιστοποιητικού, αλλά στη βάση των πραγματικών συνθηκών επίδοσης με απώτερο σκοπό να διασφαλίσει ότι το διάδικο μέρος είχε γνώση των εγγράφων και της διαδικασίας.

         Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Σωκράτης Ν. Χαραλαμπίδης & Υιοί Λτδ (2017) 1(Α) Α.Α.Δ. 31, για να είναι μια απόφαση δικαστικής λειτουργίας θα πρέπει να υπάρχει απόφαση Δικαστηρίου. Εκείνη η υπόθεση αφορούσε τη ψήφιση εξόδων που έγινε από τον Πρωτοκολλητή και η οποία ουδέποτε εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της εν λόγω ψήφισης και το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν χωρούσε έφεση καθότι η ψήφιση εξόδων είχε γίνει από τον Πρωτοκολλητή και «ουδέποτε εγκρίθηκε ή πήρε τη μορφή διατάγματος του Δικαστηρίου, δεν υπήρξε δηλαδή, δικαστική λειτουργία».

         Δεν διαφεύγει την προσοχή του παρόντος Δικαστηρίου ότι σε εκείνη την υπόθεση έγινε παραπομπή στην υπόθεση Καλαβά κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 3/1999, ημερ. 5.2.1999, η οποία ήταν αίτηση για προνομιακό ένταλμα αναφορικά με ψήφιση εξόδων και στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

«Στο ζήτημα ψήφισης εξόδων από τον Πρωτοκολλητή παρέχεται στο επαρχιακό δικαστήριο η δυνατότητα επέμβασης μόνο κατόπιν αιτήσεως για αναθεώρηση απόφασης του Πρωτοκολλητή να επιτρέψει συγκεκριμένα κονδύλια σε σχέση με τα οποία είχε υποβληθεί ένσταση. Ούτε και χωρεί έφεση εναντίον πράξης του Πρωτοκολλητή αφού η έφεση προϋποθέτει τη διατύπωση διατάγματος, ως την απόληξη καθαρά δικαστικής λειτουργίας. Απομένουν, λοιπόν, για τη διενέργεια ελέγχου μόνο τα προνομιακά εντάλματα.»

         Η ψήφιση εξόδων διαφέρει από το υπό εξέταση Πιστοποιητικό, τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και προς τις συνέπειες αυτής. Στην περίπτωση, όμως, του Πιστοποιητικού, αυτό δύναται να τύχει αμφισβήτησης ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου το οποίο αρχικώς δέχθηκε την επίδοση και μάλιστα να καταλήξει ότι, παρά την έκδοση αυτού, τελικώς η επίδοση δεν ήταν καλή καθότι ο διάδικος δεν είχε λάβει γνώση των εγγράφων ή της διαδικασίας.

         Ο Αιτητής επικαλείται αδυναμία να αποδείξει ότι δεν έλαβε πραγματική προσωπική γνώση των εγγράφων. Αυτή η θέση παραμένει γενική και αόριστη, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις ως προς τούτο. Παρά ταύτα, από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, διαφαίνεται ότι ο Αιτητής υποστηρίζει πως δεν γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο και ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με την εν λόγω διεύθυνση, επομένως αυτός φαίνεται να δύναται να επικαλεστεί ακριβώς ότι ουδεμία σχέση είχε είτε με το πρόσωπο είτε και με τη διεύθυνση στα οποία φέρεται να έγινε η επίδοση.

         Εν πάση περιπτώσει, ο Αιτητής διαθέτει και άλλη θεραπεία αναφορικά με το υπό κρίση ζήτημα. Το άρθρο 7 του Κεφ. 11 προνοεί τα εξής:

«7. Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο με ένορκο δήλωση δίνει ψευδή μαρτυρία επίδοσης οποιουδήποτε εγγράφου που πρέπει να επιδοθεί βάσει του Νόμου αυτού υπόκειται στην ίδια ποινή ως πρόσωπο που δίνει ψευδή μαρτυρία σε δικαστική διαδικασία στην Κύπρο.»

         Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, διαφαίνεται ότι ο Νομοθέτης προνόησε να παρέχει θεραπεία στο επηρεαζόμενο πρόσωπο από μια επίδοση η οποία παρουσιάζεται και, κατά το ίδιο, βασίζεται σε ψευδή μαρτυρία. Σε περίπτωση που ο Αιτητής θεωρεί ότι η επίδοση έγινε σε πρόσωπο και διεύθυνση με τα οποία δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή σύνδεση, τότε έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7, ήτοι να προχωρήσει σε σχετική καταγγελία προς τούτο, με ενδεχόμενη την καταδίκη του επιδότη, κάτι το οποίο αναπόφευκτα θα συμπαρασύρει και την όποια ισχύ του Πιστοποιητικού, για το οποίο σε τέτοια περίπτωση προφανώς θα έχει καταδειχθεί ότι στηρίχθηκε σε ψευδή μαρτυρία περί επίδοσης.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί πως ο Αιτητής κατάφερε να καταδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας.

Η Αίτηση απορρίπτεται.                                                                  

 

 

                                                                             Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο