ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 33/2025)
17 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ 1. ΑΝΤΩΝΗ ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗ ΚΑΙ 2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 54/2019, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09/07/2025, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Μεταξύ:
ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ
Εφεσείοντα στο Εφετείο,
ΚΑΙ
1. ΑΝΤΩΝΗ ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗ
2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗ
Εφεσίβλητων στο Εφετείο.
______________________________________________
Σ. Τόκα (κα) για ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΚΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές.
Αρ. Κορακίδου Μακρίδου (κα) για ARISTI KORAKIDOU MAKRIDΟU LLC, για τον Καθ’ου η Αίτηση.
______________________________________________________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Οι Αιτητές/Εφεσίβλητοι στην αναφερόμενη στον τίτλο Πολιτική Έφεση 54/2019, στην οποία εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 9/7/2025, καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιζητώντας άδεια για να υποβάλουν αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερ. 13/12/2018, δια της οποίας, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού απέρριψε την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1, εξέδωσε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα αρ. 1/Εφεσίβλητου αρ.1 και εναντίον του Εναγόμενου 2/Εφεσείοντα και του Εναγόμενου 3.
Το Εφετείο με την Απόφαση του ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από τον Αιτητή της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου.
Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από μέρους του Εφεσείοντα αρ. 2, με την οποία προβάλλει ότι δεν προέκυψαν από την Απόφαση του Εφετείου νομικά θέματα, που επιβάλλουν την ανάγκη ορθής ερμηνείας των Άρθρων 10 και 10Γ του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ή τα οποία να συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας. Ισχυρίζεται δε ότι με την Αίτηση τους οι Αιτητές επιδιώκουν να δικαστεί η υπόθεση σε τρίτο βαθμό, χωρίς τούτο να επιτρέπεται από το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα Νομικά Θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν. Τα πιο πάνω δε σε άμεση αντιπαραβολή και συνάρτηση με τους συγκεκριμένους και αυστηρά προσδιορισμένους λόγους που προβάλλονται στο εν λόγω Άρθρο.
Στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2023, με τον Κανονισμό 9(2)(α)(iv) προβλέπεται ότι για τη χορήγηση άδειας επισυνάπτεται έκθεση Νομικών Θεμάτων που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, σε ξεχωριστές αριθμημένες παραγράφους και ξεχωριστή αιτιολογία για το κάθε ένα, ενώ στον Κανονισμό 9(2)(β) αναφέρεται ότι στην αίτηση παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να χορηγηθεί άδεια.
Στην Έκθεση Νομικών Ζητημάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφονται δύο «Νομικά Θέματα», τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία. Κρίνεται σκόπιμη η μεταφορά των εν λόγω «Νομικών Θεμάτων» αυτούσια, χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει, την οποία βεβαίως έχουμε μελετήσει.
«ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ:
Το θέμα στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο να σημειωθεί ότι δεν υπήρχε στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 2/Καθ’ ων η Αίτηση, ήταν κατά πόσον υφίστατο δεσμευτική ρυμοτομία σε σχέση με το τεμάχιο [ ] των Αιτητών/Εναγόντων, κάτι που απέρριψε το Πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμποντας προς τούτοις και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 24/10/2014, στην Προσφυγή αρ. 1438/2011. Στην απόφαση του Εφετείου απλά αναφέρεται ότι υπήρχε ρυμοτομία, χωρίς οποιανδήποτε αναφορά στο πως αυτή τέθηκε, αν ήταν δεσμευτική, αν αφορούσε την άδεια περίφραξης του 1993 και αν αυτή η άδεια υλοποιήθηκε πριν το 2010 που ο Ενάγων αρ. 2 αιτήθηκε άδειας οικοδομής για το τεμάχιο [ ] με την αίτηση Β26/2010 για περίφραξη και ανέγερση υποστατικών. Τίθεται επομένως θέμα ερμηνείας των άρθρων 10 και 10Γ του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96.»
«ΔΕΥΤΕΡΟ ΘΕΜΑ:
Το θέμα της συγκατάθεσης των Εναγόντων/Αιτητών στην παράνομη επέμβαση των Εναγομένων αρ. 2/Καθ’ ων η Αίτηση, το οποίο επίσης ουδέποτε ηγέρθη στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 2/Καθ’ ων η Αίτηση και η ερμηνεία που δόθηκε στην έννοια της συγκατάθεσης από το Εφετείο. Το Εφετείο αναφέρθηκε σε συγκατάθεση, χωρίς διευκρίνιση αν αυτή ήταν ρητή ή σιωπηρή, αν δόθηκε ελεύθερα ή υπό καθεστώς πλάνης ή παραπλάνησης ή υπό το σφάλμα ουσιώδους γεγονότος ή αν αυτή ανακλήθηκε οποτεδήποτε και ειδικά όταν οι Ενάγοντες/Αιτητές αντιλήφθηκαν ή διακρίβωσαν τα αληθή γεγονότα. Η εν λόγω δε ερμηνεία που δόθηκε από το Εφετείο στην έννοια της συγκατάθεσης, ως αυτή προκύπτει μέσα από το άρθρο 43 του Κεφ. 224, δεν φαίνεται εάν εδράζεται σε νομολογία αφού το Εφετείο δεν κάνει οποιανδήποτε αναφορά σε νομολογία, ώστε να καταδεικνύεται και η όποια τυχόν καθοδήγηση του από αυτήν.
Τέλος το Εφετείο κατέληξε ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν τη χρήση μέρους του τεμαχίου τους ως δημόσιου δρόμου (χωρίς σχόλιο ότι δεν γνώριζαν ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος) και άρα αυτός ήταν δημόσιος δρόμος. Καμία ερμηνεία δεν δόθηκε και στην έννοια του δημόσιου δρόμου, ο οποίος πρέπει να ανήκει στη Δημοκρατία (βλ. άρθρο 2 του περί Δημοσίων Οδών Νόμου Κεφ. 83) και όχι να αποτελεί μέρος ιδιωτικής περιουσίας. Να αναφερθεί ότι μέσα στις διάφορες διαμαρτυρίες των Εναγόντων και σε προσπάθεια ανάληψης κατοχής του επίδικου μέρους του τεμαχίου του, ο Ενάγων αρ. 1 αντιμετωπίζει ποινική υπόθεση για κοινή οχληρία και παρακώλυση κυκλοφορίας.»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο με προσοχή εξετάσει τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών, όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω των Γραπτών τους Αγορεύσεων.
Εν πρώτοις, με τον τρόπο που έχουν διατυπωθεί και τα δύο «Νομικά Θέματα», δεν καταγράφεται οποιοδήποτε νομικό ερώτημα το οποίο χρήζει επίλυσης. Κατ’ ακρίβεια στο πλαίσιο του «Πρώτου Θέματος» γίνεται απλώς αναφορά στο τι είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασίσει και το τι αποφάσισε ενώ, στη συνέχεια, γίνεται παραπομπή στην Απόφαση του Εφετείου με την κατάληξη ότι «τίθεται … θέμα ερμηνείας» συγκεκριμένων Άρθρων του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Σε ό,τι δε αφορά το «Δεύτερο Θέμα», γίνεται αναφορά στην ερμηνεία που δόθηκε από το Εφετείο στην έννοια της «συγκατάθεσης των Εναγόντων/Αιτητών στην παράνομη επέμβαση του Εναγόμενου/Καθ΄ου η Αίτηση» χωρίς, ωστόσο, να διατυπώνεται επί τούτου συγκεκριμένο νομικό ζήτημα που χρήζει επίλυσης, ενώ ταυτόχρονα διατυπώνεται και η θέση ότι η εν λόγω ερμηνεία «δεν φαίνεται να εδράζεται σε νομολογία».
Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε σε αριθμό Αποφάσεων μας, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κανονισμός 14(1)(α) προβλέπει ότι, όπου το Δικαστήριο χορηγεί άδεια, η έκθεση Νομικών Θεμάτων θα αποτελεί το έγγραφο στη βάση του οποίου θα διεξάγεται η ακρόαση, αυτό σημαίνει ότι το νομικό ζήτημα πρέπει να είναι διατυπωμένο με τρόπο ώστε να καθίσταται ευχερής η εξέταση του ως έχει. Είναι προφανές, υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, ότι στην παρούσα δεν ευρισκόμεθα ενώπιον τέτοιας περίπτωσης.
Οπωσδήποτε δεν είναι έργο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ανιχνεύσει ποιο θα μπορούσε να ήταν το νομικό θέμα που ο Αιτητής θα ήθελε να εγείρει ή που θα ήγειρε, εφόσον η προσοχή του εφιστάτο σε αυτό και να το διαμορφώσει. (Βλ. Stephen Van κ.ά., Αίτηση Αρ. 2/2023, ημερ. 30/1/2024).
Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του (1) Νίκου Εγγλέζου κ.ά., Αίτηση Αρ. 12/2024, ημερ. 9/7/2024:
«Τέτοιας φύσης αιτήσεις θα πρέπει να διατυπώνουν με κάθε σαφήνεια καθαρά νομικό θέμα, ούτως ώστε η απάντηση του να αφορά όχι μόνο στην υπό κρίση υπόθεση αλλά και να αποτελεί γενικότερη καθοδήγηση επί του ζητήματος. Αυτός φαίνεται να είναι ο σκοπός του Νομοθέτη μέσω του άρθρου 9(3)(γ) το οποίο αφορά αποκλειστικά σε νομικά θέματα τα οποία συναρτώνται με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και γενικά ζητήματα γενικής σημασίας και συμφέροντος.»
Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, αναφορικά με το πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επίλυση νομικών θεμάτων δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου και του τρόπου διαμόρφωσης του νομικού ζητήματος:
«Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Καθοδήγηση για τον τρόπο διαμόρφωσης του νομικού ζητήματος θα μπορούσε να αντληθεί από τη νομολογία μας σε σχέση με την επιφύλαξη νομικών ερωτημάτων για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως επίσης τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Δ.Ε.Ε., σε αιτήσεις που υποβάλλονται για προδικαστικά ερωτήματα. Μια έμμεση υπόδειξη έχουμε κάμει στην Χατζησωφρονίου.»
Σε ό,τι αφορά τον ορισμό του νομικού ζητήματος χρήσιμα στο πλαίσιο που εξετάζουμε είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου, Νομικό Ερώτημα Αρ. 374, ημερ. 31/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:C262, για τους σκοπούς του Άρθρου 148 του Κεφ. 155:
«Η Νομολογία μας είναι πλούσια αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 148(1), τόσο όσον αφορά το τι συνιστά «νομικό ζήτημα», όσο και όσον αφορά τη φράση «που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης».
«Νομικό ζήτημα» ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει αμιγώς νομικό θέμα. Δεν παρέχεται εξουσία επιφύλαξης μικτού θέματος δικαίου και γεγονότων. Στην υπόθεση In re Hadjicostas (1984) 1 C.L.R. 513, τονίστηκε ότι, αμιγές νομικό θέμα είναι εκείνο που αφορά στην εφαρμογή του Νόμου επί δεδομένων γεγονότων. Εάν, δηλαδή, τα γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει το Νόμο, δεν είναι αμφισβητούμενα, το σημείο είναι νομικό. Πρόκειται, δηλαδή, για εφαρμογή του Νόμου επί αναντίλεκτων ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων.»
Κατά δεύτερο, με βάση και τα ανωτέρω στην υπό συζήτηση περίπτωση υπάρχουν αναφορές οι οποίες αναδεικνύουν μορφή συγκεκαλυμένης έφεσης. Οι πιο κάτω αναφορές στην αιτιολογία του «Πρώτου Θέματος» είναι χαρακτηριστικές:
«Το Εφετείο φαίνεται να οδηγήθηκε στην έκδοση της απόφασης του στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνο στα Τεκμήρια 11, 24 και 25 χωρίς να τα συσχετίσει με την προφορική μαρτυρία και χωρίς να εξετάσει καν τον τέταρτο λόγο αντέφεσης και συγκεκριμένα τη διαμαρτυρία των Εναγόντων για αποδοχή μαρτυρίας εκτός δικογράφων, ζήτημα για το οποίο υπάρχει και σωρεία Νομολογίας.»
Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με το «Δεύτερο Θέμα». Πέραν του ότι, ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, ούτε και σε σχέση με αυτό διατυπώνεται οποιοδήποτε νομικό ζήτημα, υπάρχουν αναφορές τόσο στο πλαίσιο του «Δεύτερου Θέματος» όσο και στην αιτιολογία που το συνοδεύει, οι οποίες σαφέστατα αναδεικνύουν μορφή συγκεκαλυμένης έφεσης. Η πιο κάτω αναφορά είναι αποκαλυπτική:
«Η εν λόγω δε ερμηνεία που δόθηκε από το Εφετείο στην έννοια της συγκατάθεσης, ως αυτή προκύπτει μέσα από το άρθρο 43 του κεφ. 224, δεν φαίνεται εάν εδράζεται σε νομολογία αφού το Εφετείο δεν κάνει οποιανδήποτε αναφορά σε νομολογία, ώστε να καταδεικνύεται και η όποια τυχόν καθοδήγηση του από αυτήν.»
Τόσο ο τρόπος με τον οποίο έχουν συνταχθεί τα πιο πάνω αναφερόμενα «Νομικά Θέματα», όσο και ο σκοπός που τίθενται, δεν αποκαλύπτουν ότι αυτά αφορούν σε αμιγώς νομικό θέμα το οποίο συναρτάται με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και γενικά ζήτημα γενικής σημασίας και συμφέροντος, ως προνοείται στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου. Είναι πρόδηλο ότι αυτό που επιδιώκουν οι Αιτητές είναι να διατυπώσουν έφεση επί της απόφασης του Εφετείου. Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορά αποκλειστικά και μόνο νομικά σημεία όπως αυτά προκύπτουν ξεκάθαρα μέσα από την Απόφαση του Εφετείου και όχι κατ’ ισχυρισμό λάθη του Εφετείου.
Επαναλαμβάνουμε δεν είναι έργο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επιχειρήσει το ίδιο, μέσω εικασιών, να αναδείξει και να αποτυπώσει συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, όπως αυτό καθορίζεται στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, και το οποίο θα μπορούσε, ενδεχομένως, να εγερθεί στη βάση της συγκεκριμένης Εφετειακής Απόφασης.
Είναι σαφές ότι στην απουσία καθορισμού και προσδιορισμού αμιγώς νομικού σημείου είναι αδύνατον να κριθεί αν αυτό που προβάλλεται ως «Νομικό Θέμα» είναι ή όχι τέτοιας σημασίας που να συνάδει με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Ως αποτέλεσμα των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, είναι η κατάληξη μας ότι δεν τεκμηριώθηκαν οι προϋποθέσεις παροχής άδειας για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο