MATTHEOS IOANNOU MOTOR AGENCY LIMITED v. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 338/16, 16/3/2026
print
Τίτλος:
MATTHEOS IOANNOU MOTOR AGENCY LIMITED v. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 338/16, 16/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

                                                          (Πολιτική Έφεση Αρ. 338/16)

 

 

16 Μαρτίου, 2026

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

MATTHEOS IOANNOU MOTOR AGENCY LIMITED

                                                                                                                           Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη,

ν.

 

ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ

      Εφεσίβλητου/Αντεφεσείοντος.

ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16.07.2025

 

MATTHEOS IOANNOU MOTOR AGENCY LIMITED

Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη,

 

ν.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΜΙΧΑΗΛ, ΑΔΤ: [   ] ΚΑΙ  ΙΩΑΝΝΑΣ  ΜΙΧΑΗΛ, ΑΔΤ: [   ], ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΩΣΤΑ ΜΙΧΑΗΛ, ΑΔΤ: [   ], ΤΕΩΣ ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ

                                                                       Εφεσίβλητων/Αντεφεσειουσών.

Σ. Θεοφάνους, για Ν. Pirilides & Associates LLC, για την Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη.

Π. Κλεοβούλου, για Παναγιώτης Κλεοβούλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τις Εφεσίβλητες/Αντεφεσείουσες.

......................

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και

 θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.:       Η παρούσα Έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αναφορικά με εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο ο αρχικός Εφεσίβλητος (ο οποίος θα αποκαλείται ως «Εφεσίβλητος» ανεξαρτήτως της μετέπειτα τροποποίησης) τραυματίστηκε στο χέρι από γυαλί και για το οποίο η Εφεσείουσα κρίθηκε υπεύθυνη κατά 75% και αποδόθηκε συντρέχουσα αμέλεια στον Εφεσίβλητο κατά 25%. Σε αυτή τη βάση, επιδικάστηκαν υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας τα ποσά των €33.750 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, €15.432,25 ως ειδικές αποζημιώσεις και €6.000 για μείωση της ικανότητας για άσκηση του προ του ατυχήματος επαγγέλματος του, με νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης, πλέον έξοδα.

Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εφεσίβλητος, ηλικίας τότε 49 ετών, εργοδοτείτο από την Εφεσείουσα ως πωλητής αυτοκινήτων. Στις 5.9.2006 και εν ώρα εργασίας, ο Εφεσίβλητος μετέβη μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο, τον R., στην οικία του διευθυντή της Εφεσείουσας, Μ.Υ.5, για να παραλάβει ένα ξύλινο τραπέζι το οποίο βρισκόταν στη μπροστινή βεράντα της οικίας. Ο Μ.Υ.5 του είχε πει ότι στην επιφάνεια του τραπεζιού υπήρχε γυαλί και έπρεπε να το κολλήσει με κολλητική ταινία (τέλλα) για να μην σπάσει κατά τη μεταφορά. Ο Εφεσίβλητος και ο R. κόλλησαν το γυαλί βάζοντας κολλητική ταινία σε οκτώ-δέκα σημεία του γυαλιού, όμως κατά τη μεταφορά του τραπεζιού από τη βεράντα προς το όχημα, το γυαλί έσπασε και ένα κομμάτι του ξέφυγε από το τραπέζι με αποτέλεσμα να τραυματίσει τον Εφεσίβλητο στο χέρι.

Οι συνθήκες και ο σκοπός μεταφοράς του τραπεζιού αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Στην έκθεση απαίτησης ο Εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι, στο πλαίσιο της εργοδότησης του, ο Μ.Υ.5 έδωσε σε αυτόν οδηγίες να μεταβεί στην οικία του Μ.Υ.5 για να μεταφέρει ένα τραπέζι από εκεί σε λυόμενο υποστατικό της Εφεσείουσας, χρησιμοποιώντας το όχημα της Εφεσείουσας και με τη συνοδεία ακόμα ενός υπαλλήλου της, του R., για να τον βοηθήσει. Επίσης, ότι ο Μ.Υ.5 ανέφερε όπως μεταφέρουν και κολλητική ταινία (τέλλα) για να κολλήσουν το γυαλί που κάλυπτε την επιφάνεια του τραπεζιού. Σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εφεσίβλητου, αφού ακολούθησαν τις οδηγίες του Μ.Υ.5 και κόλλησαν το γυαλί με την ταινία, κατά τη μεταφορά του από τη βεράντα της οικίας στο όχημα, το γυαλί έσπασε και ένα κομμάτι του τραυμάτισε τον Εφεσίβλητο στο χέρι. Ο Εφεσίβλητος απέδωσε την ευθύνη για το εν λόγω ατύχημα αποκλειστικά στην Εφεσείουσα ως εργοδότρια του, εξού και ήγειρε αγωγή εναντίον της αξιώνοντας αποζημιώσεις.

Η Εφεσείουσα αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα. Στην υπεράσπιση της προέβαλε τον ισχυρισμό πως ο Μ.Υ.5 ενδιαφέρθηκε να πωλήσει το τραπέζι, το οποίο τελικώς συμφώνησε να αγοράσει ο Εφεσίβλητος. Έτσι, εν ώρα εργασίας, ζήτησε άδεια από τον Μ.Υ.5 να πάει να παραλάβει το τραπέζι, κάτι το οποίο έπραξε για καθαρά δικούς του σκοπούς και με δική του πρωτοβουλία ζητώντας τη βοήθεια του R. ο οποίος δεν εργαζόταν πλέον στην Εφεσείουσα. Εξού και θεωρούσε ότι το ατύχημα επεσυνέβη εκτός του πλαισίου εργοδότησης του Εφεσίβλητου και δεν υπείχε οποιαδήποτε ευθύνη για αυτό. Διαζευκτικά ισχυρίστηκε ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω της αποκλειστικής και ή συντρέχουσας αμέλειας του Εφεσίβλητου.

Αναφορικά με της συνθήκες του ατυχήματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως ο Επιθεωρητής του Γραφείου Εργασίας (Μ.Ε.1) δεν ήταν αντικειμενικός εξεταστής του ατυχήματος. Δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου. Η μαρτυρία του Αστυνομικού (Μ.Ε.4) περιορίστηκε στην κατάθεση που λήφθηκε από τον R. στην Αστυνομία, το περιεχόμενο της οποίας δεν έγινε δεκτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του υπεύθυνου λογιστηρίου της εταιρείας επίπλων Andreotti Ltd (Μ.Ε.5) παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ως τέτοια έγινε αποδεκτή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του διευθυντή της εταιρείας Α.Λ.Μ. Γενικές Μεταφορές Λτδ (Μ.Υ.3) και του Μ.Υ.5. Δέχθηκε τη μαρτυρία της επιθεωρήτριας στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Μ.Υ.2) και ενός διευθυντή εταιρείας που ασχολείται με μετακομίσεις (Μ.Υ.4). Δέχθηκε την ειδικότητα και εμπειρογνωμοσύνη των γιατρών, Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1, πλην όμως απεδέχθη τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, αναφορικά με τη φύση και τις συνέπειες του τραυματισμού του Εφεσίβλητου.

Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν πως περί τις 17:00-17:15 στις 5.9.2006 ο διευθυντής της Εφεσείουσας, Μ.Υ.5, έδωσε εντολή στον Εφεσίβλητο να μεταβεί στην οικία του για να παραλάβει ένα ξύλινο τραπέζι το οποίο βρισκόταν στη μπροστινή βεράντα της οικίας και να το μεταφέρει εντός του λυόμενου υποστατικού. Ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως το λυόμενο ενοικιαζόταν από την εταιρεία Α.Λ.Μ. Γενικές Μεταφορές Λτδ της οποίας οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.5 ήταν μέτοχοι και διευθυντές και βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από τον χώρο εργασίας του Εφεσίβλητου. Ο Μ.Υ.5 έδωσε οδηγίες στον Εφεσίβλητο όπως, για τη μεταφορά του τραπεζιού, χρησιμοποιήσει το όχημα της Εφεσείουσας, και πάρει μαζί του ακόμη ένα υπάλληλο της, τον R., για να τον βοηθήσει, καθώς επίσης να πάρουν κολλητική ταινία (τέλλα) για να στερεώσουν το γυαλί που κάλυπτε την επιφάνεια του τραπεζιού. Ο Εφεσίβλητος μετέβη με τον R. στην εν λόγω οικία με το όχημα της Εφεσείουσας και έβαλαν κολλητική ταινία σε οκτώ-δέκα σημεία του γυαλιού, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος πτώσης του κατά τη μεταφορά του τραπεζιού. Η βεράντα της οικίας του Μ.Υ.5 ήταν υπερυψωμένη και το ύψος του μπροστινού τοίχου της από το πεζοδρόμιο, επί του οποίου εφάπτετο, ήταν περί τα δύο μέτρα. Στο πάνω μέρος της βεράντας υπήρχε στηθαίο ύψους 60εκ. Στην κύρια είσοδο από το πεζοδρόμιο υπήρχαν έξι σκαλοπάτια που σχημάτιζαν ορθή γωνία, τα οποία οδηγούσαν στη βεράντα. Ο Εφεσίβλητος με τον R. κατέβασαν το τραπέζι από τα έξι σκαλοπάτια της εισόδου για να το φορτώσουν στο όχημα. Επειδή το άνοιγμα της εισόδου με τα σκαλοπάτια δεν χωρούσε να περάσει το τραπέζι, αυτό ανυψώθηκε πάνω από το στηθαίο του τοίχου της βεράντας. Ο Εφεσίβλητος, κρατώντας τη μπροστινή πλευρά του τραπεζιού με τα δύο του χέρια, κατέβηκε τα σκαλοπάτια. Ενώ βρισκόταν στο τελευταίο, ο R. που κρατούσε το τραπέζι από την απέναντι πλευρά, βρισκόταν στο σημείο του στηθαίου. Ο Εφεσίβλητος είπε στον R. να ανυψώσει το τραπέζι για να περάσει πάνω από το στηθαίο σε οριζόντια θέση. Αντί αυτού, ο R. «πέρασε το ένα πόδι του τραπεζιού μέσα από το στηθαίο, με αποτέλεσμα το τραπέζι να γείρει δεξιά, όπως το έβλεπε ο Εφεσίβλητος. Στην προσπάθεια του αυτή και από απροσεξία του R., το πόδι του τραπεζιού κτύπησε πάνω στα στηθαία με αποτέλεσμα να σπάσει το γυαλί που είχε επικολληθεί επί του τραπεζιού με κολλητική ταινία. Ένα κομμάτι του γυαλιού κατευθύνθηκε προς το μέρος του Εφεσίβλητου και, πριν προλάβει να αφήσει το τραπέζι, τον τραυμάτισε στον δεξί καρπό, προκαλώντας του αιμορραγία». 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η μόνη οδηγία που ο Μ.Υ.5 έδωσε στον Εφεσίβλητο ήταν να πάρει μαζί του κολλητική ταινία και να επικολλήσει το γυαλί επί του τραπεζιού, ώστε να μην σπάσει κατά τη μεταφορά του. Αυτή η οδηγία κρίθηκε μη ορθή και κατάλληλη εφόσον η ασφαλής μέθοδος μεταφοράς του τραπεζιού ήταν η αφαίρεση του γυαλιού πριν τη μετακίνηση του τραπεζιού, από όπου και αν επιχειρείτο η μεταφορά αυτού στο όχημα, ήτοι είτε από τη βεράντα είτε από οποιοδήποτε των δύο γκαράζ που βρίσκονταν στην κάθε πλαϊνή πλευρά της οικίας. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Μ.Υ.5 όφειλε να είχε προβλέψει ότι η στερέωση του γυαλιού με κολλητική ταινία δεν ήταν ασφαλής μέθοδος και ότι εγκυμονούσε κινδύνους για την ασφάλεια των προσώπων που θα το μετέφεραν. Επομένως, κατέληξε πως η Εφεσείουσα, εκπροσωπούμενη από τον διευθυντή της, Μ.Υ.5, παρέβη το καθήκον επιμέλειας προς τον Εφεσίβλητο, δηλαδή παρέβη το καθήκον της να δώσει σε αυτόν τις ορθές οδηγίες σε σχέση με τον τρόπο εργασίας που θα ακολουθούσε κατά τη μεταφορά του τραπεζιού ώστε να μην τίθετο σε κίνδυνο η ασφάλεια και σωματική του ακεραιότητα.

Παράλληλα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι και ο Εφεσίβλητος δεν ήταν άμοιρος ευθυνών και ότι μπορούσε να προβλέψει πως ο τρόπος με τον οποίο το γυαλί είχε στερεωθεί επί του τραπεζιού δεν ήταν ασφαλής και πως εύκολα θα μπορούσε να αποκολληθεί κατά τη μεταφορά. Εύλογα μπορούσε να προβλέψει ότι «η ύπαρξη του γυαλιού, δεδομένης της διαρρύθμισης των σκαλοπατιών, καθιστούσε το εγχείρημα ανασφαλές και επικίνδυνο, γι’ αυτό λογικά θα μπορούσε να προνοήσει όπως αφαιρεθεί το γυαλί από το τραπέζι πριν από οποιαδήποτε μετακίνηση του». Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η ευθύνη της Εφεσείουσας ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη και επομένως η Εφεσείουσα ευθύνεται κατά 75% και ο Εφεσίβλητος υπέχει συντρέχουσα αμέλεια κατά 25%.

Τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον τραυματισμό του Εφεσίβλητου είναι πως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο ιδιωτικό Νοσοκομείο Lemesos Medical Centre, όπου διαπιστώθηκε ολική αποκοπή των καμπτήρων, της κερκιδιαίας και ωλένιας αρτηρίας, του μέσου κερκιδιαίου και ωλένιου νεύρου του δεξιού αντιβραχίου, περίπου 10εκ. από τη δεξιά πηχεοκαρπική κλείδωση. Από την αποκοπή της κερκιδιαίας και ωλένιας αρτηρίας, υπήρξε σοβαρή αιμορραγία. Το τραύμα αντιμετωπίστηκε χειρουργικά με συρραφή όλων των καμπτήρων του δεξίου αντιβραχίου, μικροχειρουργική συρραφή του μέσου κερκιδιαίου και ωλένιου νεύρου, αρτηριακή αναστόμωση της κερκιδιαίας και ωλένιας αρτηρίας, καθώς και μικροχειρουργική αναστόμωση των φλεβών. Ο Εφεσίβλητος εξήλθε του νοσοκομείου στις 14.9.2006 και ακολούθησε εντατική κινησιοθεραπεία και φυσιοθεραπεία καθώς και ηλεκτροδιέγερση των μυών. Κατά την κλινική του εξέταση στις 28.3.2007 παρουσίαζε έντονη ατροφία των μυών του αντιβραχίου του δεξιού του χεριού. Επίσης παρουσίαζε πάρεση του ωλένιου μέσου και κερκιδιαίου νεύρου από την περιοχή του καρπού μέχρι το τέλος των δακτύλων. Στις 19.7.2008 υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση από τον Μ.Υ.1 για αφαίρεση νευρωμάτων μέσου νεύρου και ωλένιου νεύρου δεξιού αντιβραχίου κάτω τριτημορίου και για καλύτερη συρραφή του μέσου και ωλένιου νεύρου.

Κατά την εξέταση του στις 13.11.2014, διαπιστώθηκε:

(α)    Ατροφία των μυών της άκρας χειρός και μερική παραμόρφωση της άκρας χειρός.

(β)    Ικανοποιητική μυϊκή ισχύς των μυών του αντιβραχίου.

(γ)    Πλήρης αδυναμία απαγωγής και προσαγωγής των δακτύλων. Η δύναμη του αντίχειρα, η ικανότητα δηλαδή του αντίχειρα να στρέφεται απέναντι από τα υπόλοιπα δάκτυλα, βαθμολογήθηκε με 3/5.

(δ)    Πλήρης απώλεια της αισθητικότητας όλων των δακτύλων.

(ε)    Η κερκιδιαία αρτηρία ήταν ψηλαφητή στον καρπό και είχε καλή κυκλοφορία, ενώ η ωλένια αρτηρία ανεπαρκούσε.

 

Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι ανωτέρω βλάβες και αναπηρία είναι μόνιμες. Η δεξιά άκρα χείρα δεν μπορεί να λειτουργήσει ομαλά όσον αφορά τη σύλληψη αντικειμένων και τις λεπτές κινήσεις του χεριού. Τα πιο πάνω καθιστούν τον Εφεσίβλητο ανίκανο να εκτελέσει εργασία η οποία απαιτεί χρήση και επιδεξιότητα του δεξιού χεριού.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι το ποσό των €45.000 ήταν εύλογο ως γενικές αποζημιώσεις, ότι ο Εφεσίβλητος δικαιούτο το ποσό των €20.576,30 ως ειδικές αποζημιώσεις και το ποσό των €8.000 για μείωση της ικανότητας άσκησης της προ του ατυχήματος εργασίας,  στη βάση πλήρους ευθύνης, εξού και προχώρησε στην επιδίκαση υπέρ του των ανάλογων ποσών ως η εκδοθείσα προσβαλλόμενη απόφαση.

Η Εφεσείουσα εγείρει πέντε λόγους έφεσης. Ο πρώτος αφορά στο ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απεδέχθη τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε αξιόπιστο τον Μ.Υ.5. Ο τρίτος λόγος αφορά στο ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η Εφεσείουσα παρέβη το καθήκον επιμέλειας της προς τον Εφεσίβλητο. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το ποσό των €45.000 ως γενικές αποζημιώσεις είναι υπερβολικό. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στα ποσοστά ευθύνης των διαδίκων για το ατύχημα.

Ο Εφεσίβλητος με τη σειρά του καταχώρισε αντέφεση προβάλλοντας έξι λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορά στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα επεδίκασε το ποσό των €8.000 για μείωση ικανότητας εργασίας και τόκο από την έκδοση της απόφασης. Με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης, αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως ο τραυματισμός του Εφεσίβλητου δεν επηρέασε την ικανότητα του να ασκεί το προ του ατυχήματος επάγγελμα. Με τον τρίτο λόγο αντέφεσης, αποδίδεται πως λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε μια μικρή μείωση της ικανότητας του Εφεσίβλητου να ασκεί το επάγγελμα του πωλητή αυτοκινήτων. Ο τέταρτος λόγος αφορά στο ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επεδίκασε απώλεια μελλοντικών απολαβών και ότι όφειλε να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο του πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου κατά τον υπολογισμό τους. Με τον πέμπτο λόγο αποδίδεται πως λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ελλείπουν τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να καταλήξει στο ακριβές ποσό που συνιστά την απώλεια του Εφεσίβλητου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Με τον έκτο λόγο αντέφεσης αμφισβητείται ο καθορισμός της ευθύνης.

Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις στον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως έχει τονιστεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση S.K. Masters Developments Ltd v. Κυρατζής κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 49/2015, ημερ. 22.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:A215, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα. Περαιτέρω, το Εφετείο επεμβαίνει εκεί όπου τα ευρήματα γεγονότων δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη.

Είναι επίσης νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας διενεργείται σφαιρικά και όχι μικροσκοπικά και αποσπασματικά και ότι αντιφάσεις σε επουσιώδη ζητήματα δεν καθιστούν δίχως άλλο τη μαρτυρία αναξιόπιστη. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Χατζηγιάννη v. Pitsillides Τrading Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 341/2014, ημερ. 22.5.2023, ECLI:CY:AD:2023:A177, Αδάμου, ως Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Αδάμου Κυριάκου v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. Αρ. 68/2014, ημερ. 30.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A435  ODwyer κ.ά. v. Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 435/2012, ημερ. 21.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:A70 και Παπακόκκινου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε με λεπτομέρεια κάθε πτυχή της μαρτυρίας του Εφεσίβλητου ο οποίος προκάλεσε θετική εντύπωση περιγράφοντας τα γεγονότα με «συνοχή, πειστικότητα και λογική». Τούτου λεχθέντος, δεν διέλαθαν την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου «όλες οι αδυναμίες στη μαρτυρία του, οι οποίες υποδεικνύονται στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εναγομένης, ειδικά δε οι αντιφάσεις μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία και της μαρτυρίας του». Αυτές οι πτυχές της μαρτυρίας του, οι οποίες επαναλαμβάνονται και στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, εξετάστηκαν με επιμέλεια από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο και έδωσε πλήρεις λόγους γιατί αυτές δεν κλονίζουν την αξιοπιστία του. Όπως εξήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κάποιες αναφορές στη μαρτυρία του αφορούν μη ουσιώδεις αντιφάσεις στην προφορική του μαρτυρία, κάποια άλλη αναφορά αποτελεί μη ουσιώδη διάσταση μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας και της έκθεσης απαίτησης, ενώ κάποιες παραλείψεις στην κατάθεση του σε σχέση με την προφορική του μαρτυρία δικαιολογήθηκαν από τον Εφεσίβλητο λόγω των συνθηκών λήψης της κατάθεσης, ήτοι πως περιέγραψε τα γεγονότα συνοπτικά και πως δεν του υποβλήθηκαν ερωτήσεις. Οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης επιβεβαιώθηκαν από τον Μ.Ε.4 ο οποίος ήταν ο Αστυνομικός που έλαβε την εν λόγω κατάθεση. Η δε βασική θέση του Εφεσίβλητου ότι δεν υπήρχε ανάγκη να αγοράσει το τραπέζι καθότι πρόσφατα είχε αγοράσει καινούργιο ξύλινο τραπέζι τραπεζαρίας με έξι καρέκλες, επιβεβαιώθηκε από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία επί τούτου από τον Μ.Ε.5 ο οποίος κατέθεσε και το σχετικό δελτίο αποστολής και τιμολόγιο.

Η βασική εκδοχή του Εφεσίβλητου, όπως είχε δικογραφηθεί και αναφερθεί κατά την προφορική του μαρτυρία, ήταν τέτοια που επέτρεπε στο πρωτόδικο Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη, πλην ενός σημείου που αφορούσε την ύπαρξη δεύτερου γκαράζ στην οικία. Η ύπαρξη του δεύτερου γκαράζ απασχόλησε καθότι ήταν η θέση της Εφεσείουσας και ειδικότερα του Μ.Υ.4 ότι υπήρχαν τρεις τρόποι για τη μεταφορά του τραπεζιού από τη βεράντα στο όχημα, ήτοι από το μπροστινό μέρος της οικίας και το πεζοδρόμιο ή από οποιοδήποτε των δύο πλαϊνών γκαράζ της οικίας και της ράμπας που ένωνε αυτά με τον δρόμο. Ήταν η θέση του μάρτυρος πως ανεξαρτήτως από ποιο μέρος θα μεταφερόταν το τραπέζι, έπρεπε απαραιτήτως να αφαιρείτο το γυαλί και το τραπέζι να μεταφερόταν αναποδογυρισμένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε τη θέση του Μ.Υ.4 ότι απαιτούνταν δύο άτομα για τη μεταφορά και δέχθηκε τη θέση του Εφεσίβλητου ότι στο ένα γκαράζ, «υπήρχε σταθμευμένο όχημα που απέκοπτε την πρόσβαση στον συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης».

Επί της ύπαρξης δεύτερου γκαράζ, κρίθηκε ότι ο Εφεσίβλητος δεν έδωσε σαφή απάντηση και ότι, ανεξαρτήτως του ότι ο Μ.Υ.5 δεν του είχε αναφέρει για την ύπαρξη δεύτερου γκαράζ, αυτό ήταν σε τέτοια θέση (με βάση τις κατατεθείσες φωτογραφίες) που λογικά ο Εφεσίβλητος όφειλε να το είχε δει. Παρά ταύτα, είναι γνωστή η νομική αρχή ότι το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο – βλ. United Five Development Co (Holdings) Ltd κ.ά. v. Stighting Altas Specials, Πολ. Έφ. Αρ. 316/2014, ημερ. 15.2.2023.

Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

Ο Μ.Υ.5 «άφησε πενιχρή εντύπωση» στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε με λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς του Μ.Υ.5 οι οποίοι κατεδείκνυαν «μια στοχευμένη προσπάθεια, … μέσω μιας κατασκευασμένης και συγχρόνως ευτελούς εκδοχής να απεκδυθεί η Εναγομένη των ευθυνών της έναντι του Ενάγοντα.»

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με καθένα των ισχυρισμών του Μ.Υ.5, επεξηγώντας λεπτομερώς τη διστακτικότητα, την αντιφατικότητα και τη μη ύπαρξη λογικής στις θέσεις του μάρτυρος οι οποίες αφορούσαν τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, όπως π.χ. τον σκοπό αγοράς του τραπεζιού από τον Εφεσίβλητο, την τόση έγνοια του Μ.Υ.5 για το γυαλί, την ώρα και το μέσο μεταφοράς του τραπεζιού, τη σχέση του Μ.Υ.5 με το λυόμενο υποστατικό,  καθώς επίσης και τη σχέση της Εφεσείουσας με τον R. και την εμπλοκή του στη μεταφορά. Ο σχολαστικός σχολιασμός, οι προβληματισμοί και η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου έβρισκαν έρεισμα στη μαρτυρία του Μ.Υ.5 και η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης ήταν καθόλα εύλογη και δικαιολογημένη.

Στο πλαίσιο της αιτιολόγησης του δεύτερου λόγου έφεσης, γίνεται αναφορά και στην κατάθεση του R.. Αυτή είχε κατατεθεί κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, ως η κατάθεση που λήφθηκε από τον R. και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου της. Η λήψη αυτής επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Ε.4. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε το περιεχόμενο της ως εξ ακοής μαρτυρία την οποία και δεν έκανε δεκτή αφού εξέτασε τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εύστοχα επεσήμανε ότι αφενός δεν είχε δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τη μη κλήτευση του R. να δώσει μαρτυρία και να επιβεβαιώσει την κατάθεση του και αφετέρου είχε κίνητρο να μην πει την αλήθεια εφόσον πιθανόν κατά τον ουσιώδη χρόνο να εργαζόταν στην Εφεσείουσα χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια, εξού και του είχε γίνει σχετική επίστηση κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης. Και τούτο, καθότι η μαρτυρία της Μ.Υ.2 πως στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις είχε δηλωθεί ότι η Εφεσείουσα τερμάτισε τις υπηρεσίες του R. στις 31.7.2006 ουδόλως καταδεικνύει, ως ανέφερε και η ίδια, ότι πράγματι ο R. έπαυσε ή δεν εργάστηκε ξανά εκεί. Επομένως, ήταν ορθή και δικαιολογημένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της κατάθεσης του R..

Και ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

Για τον τρίτο λόγο έφεσης, υιοθετείται η αιτιολογία των δύο πρώτων λόγων έφεσης. Από τη στιγμή που αυτοί οι δύο λόγοι κρίθηκαν αβάσιμοι, τότε το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε στα ευρήματα του για τα γεγονότα με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Εφεσίβλητου και για την παράβαση εκ μέρους της Εφεσείουσας του καθήκοντος επιμέλειας που είχε έναντι του Εφεσίβλητου αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας που του είχε αναθέσει κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του.

Επομένως, ο τρίτος λόγος απορρίπτεται.

Η κατανομή των ποσοστών ευθύνης για το επίδικο ατύχημα αποτελεί αντικείμενο του πέμπτου λόγου έφεσης και του έκτου λόγου αντέφεσης. Η Εφεσείουσα, από τη μια, θεωρεί ότι το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Εφεσίβλητου στο 25% είναι υπερβολικά χαμηλό, ενώ ο Εφεσίβλητος θεωρεί πως, με βάση τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η Εφεσείουσα φέρει την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα.

Η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο Εφεσίβλητος ενήργησε με προχειρότητα, βιασύνη και έλλειψη της όποιας πρόβλεψης πρόκλησης ζημιάς στον ίδιο, καθότι, με δεδομένη την ηλικία και το νοητικό του επίπεδο, θα έπρεπε να είχε προσέξει το δεύτερο γκαράζ στην οικία του Μ.Υ.5 και να αντιληφθεί τον κίνδυνο, αφαιρώντας το γυαλί πριν τη μεταφορά του τραπεζιού.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η εργασία μεταφοράς του τραπεζιού ανατέθηκε στον Εφεσίβλητο, εν ώρα και στο πλαίσιο εκτέλεσης της εργασίας του στην Εφεσείουσα. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Εφεσίβλητου, εργαζόταν ως πωλητής αυτοκινήτων εκτελώντας τις απαραίτητες με την πώληση εσωτερικές και εξωτερικές εργασίες, πλην όμως εκτελούσε και άλλες παρεμφερείς εργασίες που ζητούσαν οι πελάτες, όπως π.χ. περιποίηση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αντικατάσταση μπαταριών και ελαστικών των αυτοκινήτων και μπογιάτισμα συγκεκριμένων μερών των αυτοκινήτων με spray. Επομένως, η μεταφορά του τραπεζιού δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα και την ειδικότητα του Εφεσίβλητου. Η εργασία αυτή προέκυψε κατόπιν ρητής εντολής του Μ.Υ.5 και οδηγιών του ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εν λόγω εργασίας, ήτοι να χρησιμοποιήσει όχημα της Εφεσείουσας, να συνοδεύεται από τον R. για να τον βοηθήσει και να μεταφέρουν το τραπέζι αφού κολλήσουν το γυαλί με κολλητική ταινία στο τραπέζι.

Ο Εφεσίβλητος εκτέλεσε την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία σύμφωνα με τις οδηγίες του Μ.Υ.5. Από τη στιγμή που ο Μ.Υ.5 έδωσε οδηγίες για τον τρόπο μεταφοράς του τραπεζιού, ήταν εύλογο για τον Εφεσίβλητο να τις ακολουθήσει. Αποτέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι είτε από τη βεράντα είτε από το δεύτερο γκαράζ της οικίας και να γινόταν η μεταφορά του τραπεζιού, η μέθοδος την οποία ο Μ.Υ.5 έδωσε εντολή να χρησιμοποιηθεί δεν ήταν η κατάλληλη και η ασφαλής. Επομένως, το γεγονός ότι το ένα γκαράζ είχε όχημα που εμπόδιζε τη μεταφορά του τραπεζιού από εκεί και η αβλεψία του Εφεσίβλητου να αντιληφθεί την ύπαρξη και δεύτερου γκαράζ στην άλλη πλευρά της οικίας δεν ενείχε σημασία από τη στιγμή που οι οδηγίες παρέμεναν οι ίδιες ως προς τον τρόπο μεταφοράς του τραπεζιού. Σημασία, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχε το ότι το γυαλί έπρεπε να είχε αφαιρεθεί και όχι από ποιο σημείο της οικίας θα επιχειρείτο η μεταφορά του στο όχημα.

Υπό το φως των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και του γεγονότος ότι η ανατεθείσα στον Εφεσίβλητο εργασία δεν ενέπιπτε στη συνήθη φύση των καθηκόντων του, ορθά αυτός ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του εργοδότη του για τον τρόπο εκτέλεσης αυτής και ο ίδιος, κατά τη μεταφορά, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία να έθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον ίδιο.

Θεωρούμε ότι με βάση τα ευρήματα του, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέδωσε συντρέχουσα αμέλεια στον Εφεσίβλητο. Και τούτο, καθότι με βάση τις οδηγίες του Μ.Υ.5, δεν ήταν εύλογα προβλεπτό ότι «η ύπαρξη του γυαλιού επί του τραπεζιού, δεδομένης της διαρρύθμισης των σκαλοπατιών, καθιστούσε το εγχείρημα ανασφαλές και επικίνδυνο, γι’ αυτό λογικά θα μπορούσε να προνοήσει όπως αφαιρεθεί το γυαλί από το τραπέζι πριν από οποιαδήποτε μετακίνηση του». Ουσιαστικά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ο Εφεσίβλητος θα έπρεπε να αξιολογήσει αφενός τον κίνδυνο και παρακούσει τις οδηγίες του εργοδότη του για μια εργασία η οποία δεν αφορούσε την καθημερινή του απασχόληση και αφετέρου τη θέση των σκαλοπατιών τα οποία, όμως, το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε άνευ σημασίας.

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέδωσε συντρέχουσα αμέλεια στον Εφεσίβλητο, καθότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει η Εφεσείουσα.

Ως εκ τούτου ο πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτεται, ενώ ο έκτος λόγος αντέφεσης κρίνεται βάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα του ποσού των €45.000 που κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως εύλογο ως γενικές αποζημιώσεις, στη βάση πλήρους ευθύνης.

Έχουν ήδη παρατεθεί τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τους τραυματισμούς του Εφεσίβλητου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν τον καθορισμό του ποσού των γενικών αποζημιώσεων. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στις υποθέσεις Παναγή v. Κακόψιτου (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 839 και Ismail v. Αντωνίου κ.ά. (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 347, στις οποίες γίνεται εκτενής παραπομπή σε άλλη σχετική νομολογία και τονίστηκε η σταθερή άνοδος των γενικών αποζημιώσεων και ότι ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη για τη ζημιά, την απώλεια, τη βλάβη, τον πόνο και την ταλαιπωρία που ο ενάγων υπέστη. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επεσήμανε την καθιερωμένη αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις παρέχουν μόνο βοηθητική καθοδήγηση καθότι η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της δεδομένα (βλ. Novichkova v. Βλάβη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111).

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε σε δύο υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού κ.ά. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1718 και Ζαχαρία κ.ά. v. Καραολή (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 72, αναγνωρίζοντας ότι εκείνες αφορούσαν σοβαρότερους τραυματισμούς, η μεν πρώτη ακρωτηριασμό τεσσάρων δακτύλων και η δεύτερη σοβαρό τραυματισμό στο χέρι. Για τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη «τη σοβαρότητα του τραυματισμού …, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη, την εξέλιξη της μετεγχειρητικής του κατάστασης και τη σημερινή του κατάσταση». Κρίνουμε χρήσιμη την παραπομπή στις υποθέσεις Μαγιάσι v. Δεμιρτσιάδη (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1504 και Swipe Ltd v. Σταυρινού (1998) 1(Δ) Α.Α.Δ. 2375, οι οποίες αφορούσαν τραυματισμό στο χέρι. Με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, θεωρούμε ότι το ποσό των €45.000 ως γενικές αποζημιώσεις, στη βάση πλήρους ευθύνης, είναι γενναιόδωρο αλλά όχι τέτοιο που να κρίνεται υπερβολικά ψηλό και να δικαιολογεί τη μείωση του.

Ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

Οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αντέφεσης είναι συναφείς και αφορούν στην ικανότητα του Εφεσίβλητου να ασκεί το προ του ατυχήματος επάγγελμα του. Με τον πρώτο λόγο αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επεδίκασε το ποσό των €8.000 για αυτή τη μείωση με τόκο από την έκδοση της απόφασης, ο δεύτερος λόγος αφορά στο ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο τραυματισμός του Εφεσίβλητου δεν επηρέασε αυτή την ικανότητα του ενώ ο τρίτος λόγος αφορά στο ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε κάποια μικρή μείωση της εν λόγω ικανότητας. Με τον τέταρτο λόγο αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επεδίκασε απώλεια μελλοντικών απολαβών με τη χρήση της μεθόδου πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου.

Σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος είχε προβεί στην πιο πρόσφατη εξέταση του Εφεσίβλητου και η μαρτυρία του έγινε πλήρως αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση του Εφεσίβλητου φάνηκε να παρουσιάζει βελτίωση. Ο Εφεσίβλητος μπορούσε να χρησιμοποιεί το χέρι του και να οδηγεί, επομένως δεν είχε καταστεί ανίκανος να εκτελεί την εργασία του πωλητή αυτοκινήτων, νοουμένου ότι αυτή η εργασία αφορούσε στην πώληση οχημάτων και δεν περιελάμβανε άλλης φύσης επιπρόσθετη εργασία, όπως οι παρεμφερείς εργασίες τις οποίες εκτελούσε και απαιτούσαν πιο εξειδικευμένη χρήση του χεριού. Ο Μ.Υ.1 ήταν σαφής ότι ο Εφεσίβλητος αντιμετώπιζε πρόβλημα στη χρήση του χεριού όταν απαιτούντο λεπτές κινήσεις, όπως π.χ. να πάρει μια μικρή βίδα και γενικά ήταν ανίκανος να εκτελεί «χειρονακτική εργασία που απαιτεί επιδεξιότητα του χεριού».

Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε ότι με βάση την ιατρική μαρτυρία, ο τραυματισμός του Εφεσίβλητου δεν επηρέασε την ικανότητα του για άσκηση του προ του ατυχήματος επαγγέλματος του, υπό την έννοια ότι ο Εφεσίβλητος κατέστη ανίκανος να εκτελεί χειρωνακτική εργασία η οποία απαιτεί χρήση και επιδεξιότητα του δεξιού χεριού, κάτι το οποίο δεν απαιτείται για την άσκηση των βασικών καθηκόντων του πωλητή αυτοκινήτων. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «υπάρχει κάποια μικρή μείωση της ικανότητας του … στην άσκηση του επαγγέλματος του πωλητή αυτοκινήτων» αφορούσε συγκεκριμένα τις παρεμφερείς χειρωνακτικές εργασίες τις οποίες ο Εφεσίβλητος εκτελούσε στο πλαίσιο της εργοδότησης του στην Εφεσείουσα, όπως η περιποίηση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η αντικατάσταση μπαταριών και ελαστικών και το μπογιάτισμα συγκεκριμένων μερών αυτών.

Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στην ορθή εκτίμηση των ενώπιον του δεδομένων και κατέληξε σε εύλογα συμπεράσματα ως προς την ικανότητα του Εφεσίβλητου να εκτελεί την προ του ατυχήματος εργασία.

Αναφορικά με το ποσό που επιδικάστηκε ως απώλεια μελλοντικών απολαβών, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Εφεσίβλητος δεν είχε αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις προσπάθειες εργοδότησης του μετά την απόλυση του από την Εφεσείουσα, δίδοντας μια γενική και αόριστη μαρτυρία ως προς τούτο. Το κατά πόσο η απόλυση ήταν νόμιμη ή όχι, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν ενέπιπτε εντός του πλαισίου της υπό κρίση διαδικασίας. Από τη στιγμή που αποτέλεσε επίσης εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως ο Εφεσίβλητος δεν είχε καταστεί μόνιμα ανίκανος να εκτελεί την εργασία του πωλητή αυτοκινήτων, τότε ήταν ορθή η προσέγγιση του πως δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος του πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου, παρά μόνο η επιδίκαση ενός κατ’ αποκοπή ποσού (βλ. Καρδανάς κ.ά. v. Καραμούζη (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 191), το οποίο ορθά καθόρισε στις €8.000 στη βάση πλήρους ευθύνης, αφού έλαβε υπόψη ότι κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης αυτός ήταν 58 ετών και τη μείωση της ικανότητας του να ασκεί την προ του ατυχήματος εργασία.

Με τον πρώτο λόγο αντέφεσης προσβάλλεται επίσης ως λανθασμένη η επιδίκαση του τόκου από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και όχι από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος.

  Σύμφωνα με τις υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475 και Συκοπετρίτης v. Χριστοδούλου (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 218, ορθά ο τόκος για τη μελλοντική απώλεια επιδικάστηκε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Οι λόγοι αντέφεσης 1, 2, 3 και 4 απορρίπτονται.

Με τον πέμπτο λόγο αντέφεσης, προσβάλλεται ως λανθασμένη η μη επιδίκαση ποσού ως απώλεια απολαβών από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι και την καταχώριση της αγωγής. Υπήρχε μεν μαρτυρία για τις μηνιαίες απολαβές του Εφεσίβλητου όταν εργοδοτείτο από την Εφεσείουσα, πλην όμως δεν υπήρξε μαρτυρία είτε για το τι και αν εισέπραξε οτιδήποτε ο Εφεσίβλητος ενόσω τελούσε με αναρρωτική άδεια είτε για το κατά πόσο εισέπραξε μισθούς μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2006 όταν κατ’ ισχυρισμό απολύθηκε. Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ούτε και για τις προσπάθειες εργοδότησης του Εφεσίβλητου μετά την απόλυση του, ορθώς επικαλέστηκε την υπόθεση Κολάνη v. Ταμπούρα (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1108 και κατέληξε ότι δεν μπορούσε να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό, κατά προσέγγιση ή κατ’ αποκοπή, μέχρι την ημερομηνία της αγωγής, ήτοι στις 27.8.2009.

Σημειώνουμε επίσης πως τόσο ο τέταρτος όσο και ο πέμπτος λόγος αντέφεσης στηρίζονται στο δεδομένο της μόνιμης ανικανότητας του Εφεσίβλητου για εργασία, κάτι το οποίο έχει κριθεί ως αβάσιμο.

Ο πέμπτος λόγος αντέφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Έφεση απορρίπτεται. Η Αντέφεση επίσης απορρίπτεται αναφορικά με τους πέντε πρώτους λόγους, ενώ επιτυγχάνει μόνο αναφορικά με τον έκτο λόγο αντέφεσης.

Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στον βαθμό που αφορά τον καταμερισμό της ευθύνης στους διαδίκους και αντικαθίσταται με απόφαση ότι η Εφεσείουσα φέρει την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα. Ενόψει τούτου, η πρωτόδικη απόφαση διαφοροποιείται ως προς την επιδίκαση των ποσών τα οποία πλέον επιδικάζονται επί πλήρους ευθύνης υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας.

Η διαταγή για τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας δεν διαφοροποιείται εφόσον η κλίμακα της αγωγής παραμένει η ίδια.

€5.500, έξοδα Έφεσης και Αντέφεσης, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

         

                                                                             Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

         

                                                                             Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο