ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ), ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 34/2024, 10/3/2026
print
Τίτλος:
ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ), ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 34/2024, 10/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ               

Δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν.33/1964

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 34/2024

 

10 Μαρτίου, 2026

 

 

[Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,

Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ, 1) ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ 1, ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ 1 ΚΑΙ ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ 1 ΚΑΙ 2) ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ 2 ΚΑΙ ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ 2 ΩΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΩ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Ε77/2019, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.07.2024 – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ 

 

ΜΕΤΑΞΥ:

 

1.    ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ

2.    ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΗΣ

Εφεσειουσών στο Εφετείο

 

ΚΑΙ

 

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

(ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ)

Εφεσίβλητης στο Εφετείο

--------------------------

 

Αλ. Παπακόκκινου (κα) προσωπικά και για τη δικηγορική εταιρεία Αλέκα Π. Παπακόκκινου ΔΕΠΕ, για τις Αιτήτριες 1 και 2

Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ, για την Καθ’  ης η Αίτηση

 

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον  Δικαστή Γ.Ν. Γιασεμή.

----------------------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.   Η ενάγουσα στην αγωγή 741/2019, ήταν συνιδιοκτήτρια με την αποβιώσασα αδελφή της τεσσάρων ακινήτων στην Επαρχία Πάφου. Γι’  αυτό και στην υπό εξέταση υπόθεση εκπροσωπεί και την περιουσία της τελευταίας.  Σε κάποιο στάδιο, τα εν λόγω ακίνητα είχαν υποθηκευτεί προς όφελος συγκεκριμένου Συνεργατικού Ιδρύματος, για την εξασφάλιση δανείου.  Στην πορεία, το δάνειο κατέστη πληρωτέο το δε χρέος που προέκυψε εκχωρήθηκε στην εναγόμενη εταιρεία, ασχολούμενη με την είσπραξη χρεών. Η τελευταία, έλαβε μέτρα για το σκοπό αυτό, μεταξύ άλλων, για την εκποίηση τριών εκ των πιο πάνω ενυπόθηκων ακινήτων. Κατέφυγε προς τούτο στις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί, με το Νόμο 142(Ι)/2014, ο Νόμος, με τον πλειστηριασμό να  είχε διεξαχθεί στις 26.3.2019.

 

Η ενάγουσα, καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή για την αποτροπή του  πλειστηριασμού, η διεξαγωγή του οποίου επίκειτο. Ζητούσε δε από το Επαρχιακό Δικαστήριο, ως τελικές θεραπείες, την έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι η προωθούμενη διαδικασία πλειστηριασμού των ακινήτων της ήταν παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη, καθώς, επίσης, την ακύρωση των ειδοποιήσεων που είχαν επιδοθεί προς την ίδια, συναφώς, δυνάμει του προαναφερθέντος Νόμου. Τέλος, ζητούσε  αποζημιώσεις για παραβιάσεις θέσμιων καθηκόντων, προβλεπομένων υπό τον ίδιο, ως άνω, νόμο.

 

Συγχρόνως με την καταχώρηση της αγωγής, στις 14.3.2019, η ενάγουσα καταχώρισε και μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να διέτασσε την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού, μέχρι την εκδίκαση της, καθώς, επίσης, διάταγμα το οποίο να παρεμπόδιζε την ανάληψη άλλης συναφούς διαδικασίας.  Το Επαρχιακό Δικαστήριο, εξεδίκασε την αίτηση inter partes σε ελάχιστο χρόνο και σε ακόμα πιο σύντομο χρόνο, ήτοι στις 22.3.2019, εξέδωσε την απόφαση του, με την οποία την απέρριψε. Έκρινε ότι δεν είχαν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, επί του οποίου η εν λόγω ενδιάμεση αίτηση είχε βασιστεί.

 

Η ενάγουσα, διαφωνώντας με την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, την προσέβαλε ενώπιον του Εφετείου, με την Πολιτική Έφεση Αρ. Ε77/2019.  Στο πλαίσιο αυτής ήγειρε διάφορα θέματα επιδιώκοντας την ανατροπή της.  Εκ μέρους της εναγόμενης ηγέρθησαν, προδικαστικά,  διάφοροι λόγοι για απόρριψη της, χωρίς αυτή να ακουστεί επί της ουσίας.  Το Εφετείο, με αναφορά σε αναμφισβήτητη μαρτυρία η οποία κατατέθηκε ενώπιον του διά ζώσης, με πρωτοβουλία των μερών, διαπίστωσε πως τα εν λόγω τρία ακίνητα είχαν, στο μεταξύ, πωληθεί με πλειστηριασμό και  είχαν περιέλθει στην ιδιοκτησία τρίτων προσώπων.  Επομένως, έκρινε ότι η ενδιάμεση διαδικασία για ασφαλιστικά μέτρα, δεδομένης της πώλησης, ως ανωτέρω, των ακινήτων,  κατέστη άνευ σημασίας.  Ως εκ τούτου, έκανε δεκτή την προδικαστική ένσταση εκ μέρους της εναγόμενης και απέρριψε την έφεση, ως άνευ αντικειμένου.    

 

Η ενάγουσα, δραττόμενη της πρόνοιας στο άρθρο 9(3)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Νόμος 33/1964, θεσπισθέντος δια του ομώνυμου τροποποιητικού Νόμου 223(Ι)/2022, υπέβαλε  αίτηση, στη βάση του Κανονισμού 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2023, αιτούμενη την παραχώρηση άδειας για την παραπομπή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκεκριμένου νομικού θέματος.  Συνενούσης της πλευράς της εφεσίβλητης, το Δικαστήριο όρισε προς εξέταση το ακόλουθο νομικό θέμα:

 

«Κατά πόσο έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για την αναστολή σκοπούμενης πώλησης ακινήτου στη βάση ειδοποιήσεως κατά τον Τύπο ΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν. 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί, (ο Νόμος), και δη διά του ομώνυμου Νόμου 142(Ι)/2014, καθίσταται άνευ αντικειμένου και υπόκειται σε απόρριψη, αν κατά τον χρόνο της ακρόασης της έφεσης το ακίνητο, κατ΄ εφαρμογή της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου, δεν βρίσκεται πλέον στην κυριότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη.».

 

Με την ευκαιρία αυτή σημειώνεται, συναφώς, ότι για κάποια περίοδο κατέστη κανόνας τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να καταφεύγουν, δικαιωματικά, στις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 που προβλέπουν για τη δυνατότητα εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, προς εξόφληση μη εξυπηρετουμένων δανείων.  Ως αποτέλεσμα, επενέβη η Βουλή των Αντιπροσώπων με τη θέσπιση του τροποποιητικού Νόμου 142(Ι)/2014, παρέχοντας στους ενυπόθηκους οφειλέτες την ευκαιρία, μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας, να διευθετούν έγκαιρα τις οφειλές τους, αποφεύγοντας έτσι την καταναγκαστική πώληση του ακινήτου τους, αλλά και στους δανειστές τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν, όπου δει το λαβείν τους. 

Το πιο πάνω προς εξέταση θέμα, αφορά τις διαδικασίες που είχαν θεσπιστεί με τον προαναφερθέντα τροποποιητικό νόμο και δη τις προβλεπόμενες από το Μέρος VIA αυτού. Συγχρόνως, στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε ότι αποτελεί μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, δεδομένης της σημασίας που δίδεται, σχετικά, από το ευρύ κοινό και ειδικά από τους επηρεαζόμενους ιδιοκτήτες ενυπόθηκων ακινήτων στην εφαρμογή των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965. Το Ανώτατο Δικαστήριο, είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοιο θέμα, κατ’ επίκληση της εξουσίας του, δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου 33/1964, στην υπόθεση Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου ν. Gordian Holdings Ltd, Αίτηση αρ. 4/2023, με την απόφαση του στις 21.11.2024.  

 

Η περίπτωση εκείνη αφορούσε πρωτογενή διαδικασία που είχε αναληφθεί από ενυπόθηκο οφειλέτη με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, επιδιώκοντας τον  παραμερισμό ειδοποίησης για πλειστηριασμό η οποία είχε δοθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή,  σύμφωνα με τον Τύπο ΙΑ, του άρθρου 44Γ(2) του Νόμου.  Η εν λόγω πρωτογενής αίτηση απορρίφθηκε από το εκδικάσαν Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η ειδοποίηση ήταν νόμιμη.  Ο ενυπόθηκος οφειλέτης διαφώνησε με την πιο πάνω απόφαση, οπότε  καταχώρισε έφεση, σχετικά, στο Εφετείο.   Πριν την εκδίκαση της έφεσης, διεξήχθη ο πλειστηριασμός για τον οποίο είχε δοθεί η προαναφερθείσα ειδοποίηση. Συνακόλουθα, το Εφετείο έκρινε ότι η ενώπιον του έφεση ήταν άνευ αντικειμένου και την απέρριψε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού παραχώρησε άδεια δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου 33/1964, εξέτασε το ηγερθέν νομικό θέμα επί της ουσίας.  Στην απόφαση του,  περιέγραψε την περίπτωση ενώπιον του ως εξής: 

 

«Η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που πραγματοποιήθηκε, κατ' ακολουθία απόρριψης αίτησης - έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ, δεν θα πραγματοποιείτο εάν η ειδοποίηση παραμεριζόταν. Με την απόρριψη της έφεσης στο Εφετείο, με τη δικαιολογία ότι είχε καταστεί άνευ αντικειμένου στη βάση ότι το ακίνητο είχε ήδη εκποιηθεί, απετράπη η εξέταση της ορθότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, στην έκταση που αφορούσε την ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ, κατά πόσο δηλαδή η ειδοποίηση θα έπρεπε να είχε παραμεριστεί.  Εφετειακή απόφαση ότι η ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ θα έπρεπε να είχε παραμεριστεί, θα αναδείκνυε ότι η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί.»

 

Κατέληξε δε πως:

«Η έφεση θα μπορούσε να μην είχε αντικείμενο στην περίπτωση που η διαδικασία είχε εγκαταλειφθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς να έχει πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο, όχι όμως όταν, όπως στο ενώπιον μας νομικό θέμα, το ακίνητο πωλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας που, κατά τον εφεσείοντα θα έπρεπε να είχε διακοπεί με τον παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ.»

 

Επομένως, η απορριπτική απόφαση του Εφετείου αντικαταστάθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Παρεμβάλλεται ότι η πιο πάνω απόφαση δεν είχε ακόμα εκδοθεί όταν το Εφετείο εξέταζε την υπό αναφορά έφεση της ενάγουσας, κατά το προδικαστικό στάδιο που έχει προαναφερθεί. 

 

Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι κατά κύριο λόγο με την αγωγή επιδιώκεται η ακύρωση, ως παράνομης, της διαδικασίας του πλειστηριασμού που προωθούσε η εναγόμενη.  Με την ενδιάμεση αίτηση, ουσιαστικά, επιδιώχθηκε η διατήρηση του status quo ante, μέχρι την τελική εκδίκαση της.  Προφανώς, η μη έγκριση της από το εκδικάσαν Δικαστήριο, δεν είναι καθοριστική όσον αφορά την έκβαση της αγωγής.  Ό,τι ενδιαφέρει δε, εν προκειμένω, είναι η επίδραση της απόρριψης της εν λόγω έφεσης στην πορεία της ενώπιον του Εφετείου, δεδομένης της διεξαγωγής, στο μεταξύ, του πλειστηριασμού. 

 

Το Εφετείο, κατά την εξέταση της έφεσης, περιορίστηκε στο προδικαστικό θέμα που είχε θέσει ενώπιον του η εναγόμενη, δηλαδή πως με τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού και την πώληση των ακινήτων σε τρίτους, οι οποίοι κατέστησαν οι ιδιοκτήτες τους, η έφεση είχε απωλέσει το αντικείμενο της, γι’  αυτό και την απέρριψε. Δηλαδή, ο πλειστηριασμός κατέστησε την έφεση άνευ αντικειμένου συμπαρασύροντας, έτσι, και τη διαφωνία της αιτήτριας όσον αφορά την ενδιάμεση απόφαση του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, να μην της αποδώσει τη θεραπεία που αυτή είχε ζητήσει δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960

 

Η παρούσα υπόθεση, αν και έχει κάποιες ομοιότητες με την πρόσφατη απόφαση  του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χατζησωφρονίου ν. Gordian Holdings Ltd, ανωτέρω, εντούτοις, διακρίνεται από αυτή.  Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο, έγκειται στο ότι στην πιο πάνω υπόθεση η πρωτόδικη διαδικασία όσον αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας της διαδικασίας της ειδοποίησης, στη βάση του Τύπου ΙΑ, είχε ολοκληρωθεί με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την έφεση του για παραμερισμό της.  Η μοναδική άλλη θεραπεία που είχε στη διάθεση του ο αιτητής, ήταν η έφεση ενώπιον του Εφετείου την οποία και άσκησε.  Στο πλαίσιο αυτής, το Εφετείο θα εξέταζε σε δεύτερο βαθμό τη νομιμότητα της διαδικασίας της ειδοποίησης.  Ωστόσο, απέρριψε την έφεση ως μη έχουσα αντικείμενο, για το λόγο ότι το ακίνητο, αφού προχώρησε η διαδικασία, πωλήθηκε με πλειστηριασμό, με τον αιτητή  να παραμένει χωρίς θεραπεία.  Γι’  αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο διαφωνώντας ανέτρεψε την εφετειακή απόφαση και έστειλε την υπόθεση στο Εφετείο ώστε αυτό να επιληφθεί της έφεσης επί της ουσίας.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, ό,τι το Εφετείο είχε να εξετάσει στο πλαίσιο της έφεσης, ήταν μόνο κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση της ενάγουσας για αναστολή του πλειστηριασμού.  Η νομιμότητα της διεξαγωγής του πλειστηριασμού στη βάση της ειδοποίησης του Τύπου ΙΑ, παραμένει για να εξεταστεί στο πλαίσιο της αγωγής, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.  Επομένως, η ενάγουσα δεν έχει απωλέσει το δικαίωμα της για προσφυγή στη δικαιοσύνη με προώθηση της αγωγής της προκειμένου να εξεταστεί η νομιμότητα της διαδικασίας που προηγήθηκε του πλειστηριασμού.  Συναφώς δε, παραμένει, ειδικά το δικαίωμά της για διεκδίκηση αποζημιώσεων, εν πάση περιπτώσει. 

 

Καταληκτικά, η απάντηση στο υπό αναφορά νομικό ερώτημα είναι ότι,  έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για την αναστολή σκοπούμενης πώλησης ακινήτου στη βάση ειδοποιήσεως κατά τον Τύπο ΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν. 9/1965, όπως έχει τροποποιηθεί, (ο Νόμος), και δη διά του ομώνυμου Νόμου 142(Ι)/2014, καθίσταται άνευ αντικειμένου και υπόκειται σε απόρριψη, αν κατά τον χρόνο της ακρόασης της έφεσης το ακίνητο, κατ΄ εφαρμογή της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου, δεν βρίσκεται πλέον στην κυριότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη.  Τέλος, διευκρινίζεται ότι, εν προκειμένω, το εν λόγω νομικό θέμα ανέκυψε σε ενδιάμεση αίτηση στο πλαίσιο εκκρεμούσας αγωγής και έτσι αντιμετωπίστηκε η αναφορά σε «αίτηση» που απερρίφθη στο νομικό θέμα που εξετάσαμε.

 

 Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων, καθ’  ων η αίτηση και εναντίον της  ενάγουσας, αιτήτριας τα οποία να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

 

 

Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.

 

 

Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

 

 Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

/γκ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο