ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2025)
(i-justice)
26 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 147/2025.
ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ. 3) ΤΟΥ 2022
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ E. G. ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 02/06/25, ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ
Γ. Νεάρχου για Ηλίας Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.
Π. Ευθυβούλου – Ευθυμίου (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με Β. Μπίσσα, Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α΄ και Η. Ζησίμου (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο.
________________________________________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Στις 2/6/2025 Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») εξέδωσε Ένταλμα Έρευνας της κατοικίας και του αυτοκινήτου του Εφεσείοντα, στη βάση όσων είχαν τεθεί υπόψη του με ένορκη μαρτυρία ότι υπήρχε «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι στην κατοικία ή στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντα βρίσκονταν αντικείμενα τα οποία αναζητούνταν.
Ο Εφεσείων αντιδρώντας στην πιο πάνω εξέλιξη, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία (εφεξής το «πρωτόδικο Δικαστήριο») προς εξασφάλιση άδειας για καταχώριση Αίτησης με κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, προς ακύρωση του ως άνω Εντάλματος Έρευνας.
Αδελφός Δικαστής ο οποίος επελήφθη της μονομερούς αίτησης για παροχή άδειας την ενέκρινε με την Απόφαση του, ημερ. 7/7/2025, στη βάση του ότι υπήρχε συζητήσιμο ζήτημα κατά πόσο είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μαρτυρία που να δημιουργεί «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι στην κατοικία ή στο αυτοκίνητο του Αιτητή βρίσκονταν τα αντικείμενα τα οποία αναζητούνταν. Ο αδελφός Δικαστής, αφού άκουσε τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, απέρριψε, τελικώς, την αίτηση με την Απόφαση του ημερ. 9/10/2025, καταλήγοντας ότι, «Στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογείτο το κατώτερο Δικαστήριο να πιστεύει ευλόγως ότι στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιεί ή και στην κατοικία του, φυλάττονταν ναρκωτικές ουσίες, όπως αυτές που φέρεται να χορήγησε στην παραπονούμενη, που μπορεί να ήταν και υπολείμματα αυτών που φέρεται να της χορήγησε».
Είναι την ορθότητα αυτής της Απόφασης που ο Εφεσείων προσβάλλει με την παρούσα Έφεση στη βάση δύο Λόγων Έφεσης.
Με τον 1ο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η απόρριψη της Αίτησης για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος για ακύρωση του Εντάλματος Έρευνας, ημερ. 2/6/2025, που εκδόθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο καθότι, όπως, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην αιτιολογία του εν λόγω Λόγου, οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου περί ύπαρξης εύλογων υποψιών ότι στην κατοικία και στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντα φυλάσσονταν τα υπό αναζήτηση αντικείμενα και, κυρίως, το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α. Μέσω του 2ου Λόγου Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η μη εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο του λόγου ακύρωσης, συμφώνως του οποίου είχε προβληθεί πως το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας είχε στηριχθεί σε βάση άλλη από εκείνη που το Άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 προβλέπει.
Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, παραθέτουμε, αδρομερώς, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως αυτά αναδύονται από τον Όρκο που συνόδευε το αίτημα της Αστυνομίας ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του σχετικού Εντάλματος Έρευνας.
Το βράδυ της 30/5/2025, στις τουαλέτες συγκεκριμένου νυκτερινού κέντρου, ο Εφεσείων χορήγησε σε γυναίκα (την παραπονούμενη) ουσία από τη μύτη. Η γυναίκα κατέστη ημιαναίσθητη και ο Εφεσείων φέρεται να της έπιασε το στήθος. Στη συνέχεια μετέβησαν σε ξενοδοχείο και μετά σε άλλο νυκτερινό κέντρο. Από το νυκτερινό κέντρο η γυναίκα μετέβηκε στην κατοικία της πεζή. Συνήλθε το απόγευμα της 31/5/2025 και την 1/6/2025 η ώρα 00:15 μετέβη στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού όπου κατάγγειλε την υπόθεση. Εξέταση των ούρων της κατέδειξε ότι ήταν θετική σε κοκαΐνη, ενώ η παραπονούμενη διατείνεται ότι δεν υπήρξε ποτέ χρήστης. Η γνωριμία της παραπονούμενης με τον Εφεσείοντα ήταν πρόσκαιρη. Είχαν γνωριστεί νωρίτερα την 30/5/2025 και είχαν ανταλλάξει αριθμούς τηλεφώνων.
Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Εφεσείοντα ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε, χωρίς υπόβαθρο μαρτυρίας και σε πλήρη αντίθεση με τη νομολογία που προβλέπει ότι η ισχυριζόμενη εμπλοκή προσώπου σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών δεν δικαιολογεί, από μόνη της, εύλογη υποψία να πιστεύεται ότι στην οικία του ή σε άλλους χώρους που ελέγχει υπάρχουν ναρκωτικές ουσίες (εκτός εάν η κατοικία συνδέεται με κάποιο τρόπο με τη διακίνηση) και ότι, σε περίπτωση που η μαρτυρία αφορά σε χρήση ναρκωτικών ουσιών, όπως εν προκειμένω, μπορεί να τεκμηριωθεί εύλογη υπόνοια ότι σε χώρους που κατέχονται ή ελέγχονται από το εν λόγω πρόσωπο φυλάσσονται ναρκωτικές ουσίες ή υπολείμματα αυτών. Όπως, συναφώς, τονίσθηκε, η πιο πάνω κρίση αντίκειται στην αρχή της νομολογίας ότι βασικό κριτήριο για την έκδοση ενός εντάλματος έρευνας είναι η διασύνδεση των υπό αναζήτηση αντικειμένων μέσω μαρτυρίας με τον τόπο που ζητείται να ερευνηθεί και όχι με το πρόσωπο του υπόπτου γενικά. Όσο δε αφορά την ενδυμασία που φέρεται να είχε ο Εφεσείων κατά το δεδομένο χρόνο, υποστηρίχθηκε πως ουδεμία περιγραφή υπήρχε στον Όρκο, ούτε και σύνδεση με το υπό διερεύνηση αδίκημα. Επιπλέον υποστηρίχθηκε ότι, ενώ η αναφορά του κατώτερου Δικαστηρίου σε εύλογες υποψίες σύνδεσης των τόπων που ζητείτο να ερευνηθούν με τα υπό διερεύνηση αδικήματα αποτέλεσε συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης του προσβαλλόμενου Εντάλματος Έρευνας, στη βάση του ότι η εν λόγω αναφορά ήταν εντελώς εκτός του πεδίου της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τον εν λόγω λόγο.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξαν ότι, τα γεγονότα όπως είχαν εκτεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σφαιρικά ιδωμένα, δημιουργούσαν την εύλογη υποψία, όπως τη δημιούργησαν στο κατώτερο Δικαστήριο, ότι στην οικία και αυτοκίνητο του Εφεσείοντα εύλογα αναμένετο να εντοπιστούν τα αναζητούμενα τεκμήρια, ήτοι, η κινητή συσκευή του Εφεσείοντα, τα ενδύματα που αυτός φορούσε το συγκεκριμένο βράδυ αλλά και το ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Α. Ήταν η θέση τους ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι μαρτυρία για συγκεκριμένη χρήση ναρκωτικών ουσιών μπορούσε να τεκμηριώσει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε χώρους που κατέχονται ή ελέγχονται από το πρόσωπο που τις χρησιμοποίησε κατά το συγκεκριμένο τρόπο, μπορεί να φυλάττονται ναρκωτικές ουσίες ή υπολείμματα αυτών. Όπως συναφώς υποστηρίχθηκε, η μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν ήταν για πρόσωπο που εμπορεύεται συστηματικά ναρκωτικές ουσίες, αλλά για προμήθεια στην παραπονούμενη ναρκωτικής ουσίας η οποία επιβεβαιώθηκε μέσω αναλύσεων ούρων που έγινε στην παραπονούμενη. Ως εκ τούτου, σημείωσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για το Γενικό Εισαγγελέα, ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου υπήρξε συγκεκριμένη μαρτυρία περί προμήθειας από τον Εφεσείοντα προς την παραπονούμενη ναρκωτικής ουσίας. Συνεπώς, η συγκεκριμένη χορήγηση ναρκωτικής ουσίας από τον Εφεσείοντα προς την παραπονούμενη, εύλογα δημιουργούσε στο μυαλό του κατώτερου Δικαστηρίου ότι στην οικία και όχημα του Εφεσείοντος, θα μπορούσαν να εντοπιστούν ναρκωτικές ουσίες.
Η εξουσία προς έκδοση εντάλματος έρευνας παρέχεται από το Άρθρο 27 του Κεφ. 155, νοουμένου ότι πληρούνται οι καθοριζόμενες σε αυτό προϋποθέσεις. Ο πυρήνας του Άρθρου 27 του Κεφ. 155 είναι η δεόντως εξουσιοδοτημένη αναζήτηση πράγματος ή πραγμάτων που παρέχουν μαρτυρία ή απόδειξη για αξιόποινες πράξεις. Τα δε βασικά σημεία αναφοράς της εν λόγω πρόνοιας είναι, αφενός τα υπό αναζήτηση αντικείμενα, και αφετέρου ο τόπος ή ο χώρος στον οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ή αιτία να πιστεύεται ότι βρίσκονται τα εν λόγω αντικείμενα ή πράγματα. Αποτελεί, δε, προϋπόθεση δικαιοδοτικής φύσεως η ύπαρξη εύλογης αιτίας συναρτώμενης προς πράγματα, στην ανεύρεση και παραλαβή των οποίων στοχεύει το ένταλμα έρευνας (βλ. «Σύνδεσμος για Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα» (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014).
Με βάση τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 27 η δικαιοδοσία για έκδοση εντάλματος έρευνας για ανεύρεση και κατάσχεση «τέτοιων πραγμάτων», ενεργοποιείται όταν υπάρχει εύλογη αιτία πως σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει:
· «οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχθηκε ή
· οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή
· οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία είναι αναγκαία η σύνδεση του αντικειμένου με οικία ή άλλο τόπο για να δικαιολογείται δεόντως η έκδοση του εντάλματος έρευνας. Έγινε προς τούτο αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Σ.Σ., Αρ. 30/2017, ημερ. 9/3/2017, η οποία παρέπεμψε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σιακαλλή (Αρ.1) (2001) 1 Α.Α.Δ. 282, όπου τονίστηκε ότι το Άρθρο 27 του Κεφ. 155 επιτακτικά συνδέει τα αντικείμενα τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι συνδέονται με ποινικό αδίκημα με τον τόπο για τον οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι γενικά με το πρόσωπο του υπόπτου. Γενική και αόριστη υπόθεση ότι το αναζητούμενο αντικείμενο βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο, δεν αποτελεί επαρκή σύνδεση κατά τρόπο που να δικαιολογεί την έκδοση σχετικού εντάλματος έρευνας (βλ. Αντρέου ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 103/2020, ημερ. 21/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A164). Ούτε, όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Μ., Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2024, ημερ. 13/3/2025, η ύπαρξη μαρτυρίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλέκεται στη διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος δικαιολογεί αφ’ εαυτής και χωρίς άλλο την έκδοση εντάλματος έρευνας χώρων που του ανήκουν, κατέχει ή ελέγχει για την ανεύρεση τεκμηρίων που αναζητούνται.
Το ζητούμενο, όμως, σε κάθε περίπτωση, αφορά στη μαρτυρία που απαιτείται να υπάρχει ώστε να θεμελιώνεται η αναγκαία διασύνδεση με τη συγκεκριμένη οικία για την οποία ζητείται το ένταλμα έρευνας. Κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Αντωνίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 656 και Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Π., Πολιτική Έφεση Αρ. 4/2024, ημερ. 18/10/2024).
Επομένως, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του J. D. M., Πολιτική Έφεση Αρ. 10/2025, ημερ. 31/7/2025, το Δικαστήριο εκδίδοντας ένταλμα έρευνας θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει λογική αιτία για την είσοδο και έρευνα συγκεκριμένου υποστατικού με σκοπό την αναζήτηση αντικειμένων ή πραγμάτων που συνδέονται ή που παρέχουν μαρτυρία για αξιόποινες πράξεις. Η ικανοποίηση του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη εύλογης υποψίας είναι με την έννοια ότι η υποψία πρέπει να είναι εύλογη υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και όχι για την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση, στη βάση της μαρτυρίας αυτής, κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος (βλ. CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1 Α.Α.Δ. 652). Ο όρος «υποψία», δεν παραπέμπει σε μαρτυρία ικανή προς απόδειξη του αδικήματος· πόρρω απέχει από αυτή (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Δρ. Η.Π., Πολιτική Έφεση Αρ. 256/2021, ημερ. 28/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A69)[1]. Βέβαια, η διαθέσιμη μαρτυρία πρέπει να είναι, ευλόγως, ικανή για τον πιο πάνω σκοπό. Το ζητούμενο, εν προκειμένω, ήταν κατά πόσο αποκαλύπτετο μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, σε αυτό το στάδιο, εύλογη πιθανότητα σε σχέση με το αναφερόμενο υποστατικό και όχημα. Όπως καταγράφεται στο Σύγγραμμα του Γεώργιου Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, σελ. 69, με αναφορά στις πρόνοιες του Άρθρου 27 του Κεφ. 155, «η πιθανότητα ύπαρξης οποιουδήποτε τεκμηρίου στα υποστατικά, συνδεόμενου με τη διάπραξη του αδικήματος, αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση εντάλματος». Περί πιθανότητας, λοιπόν, ο λόγος, η οποία, ασφαλώς, πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το επίπεδο που χρειάζεται, επομένως, να ικανοποιηθεί είναι το ελάχιστο από απόψεως μαρτυρίας (βλ. CPS Freight Services Ltd (ανωτέρω))[2]. Όπως, δε τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Α.Γ., Πολιτική Έφεση Αρ. 15/2024, ημερ. 17/10/2024, «χαμηλό είναι το ύψος του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για τη δημιουργία σχετικής και εύλογης υπόνοιας και υποψίας προς τούτο, ως κατ’ επανάληψη έχουν ερμηνευτεί οι πρόνοιες του Άρθρου 27 του Κεφ. 155».
Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 133/2018, ημερ. 17/12/2018, το κριτήριο που απασχολεί κατά το αναθεωρητικό στάδιο περιορίζεται στο ερώτημα κατά πόσο ο εκδώσας το ένταλμα Δικαστής θα μπορούσε να ικανοποιηθεί στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του για την ύπαρξη εύλογων λόγων να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα θα εντοπίζονταν στα υποστατικά των οποίων επιδιωκόταν η έρευνα και θα παρείχαν βοήθεια στη στοιχειοθέτηση αδικήματος. Ο ρόλος του Δικαστή που καλείται να αναθεωρήσει το ένταλμα δεν είναι να υποκαταστήσει υποκειμενικά το Δικαστή που το εξέδωσε, αλλά να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε, εν πάση περιπτώσει, επαρκής μαρτυρία ώστε εύλογα να εκδόθηκε το ένταλμα (Garofoli v. Q. [1990] 2 S.C.R. 1421, R. ν. Araujo, 2000 SCC 65, R. v. Morelli [2010] 1 S.C.R. 253)[3].
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επεσήμανε ότι σε ένα γενικό επίπεδο δεν θεωρείται εύλογο να πιστεύεται ότι επειδή ένα άτομο συνδέεται με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην κατοικία του φυλάττονται ναρκωτικές ουσίες, τόνισε ότι διάφορη μπορεί να είναι η περίπτωση που αφορά μαρτυρία για χρήση ναρκωτικών ουσιών η οποία μπορεί, ως σημείωσε, να τεκμηριώνει «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι σε χώρους που κατέχονται ή ελέγχονται από το πρόσωπο που τις χρησιμοποίησε κατά συγκεκριμένο τρόπο, φυλάττονται ναρκωτικές ουσίες ή υπολείμματά τους.
Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν επαρκής και μπορούσε να δημιουργήσει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιεί ο Εφεσείων ή και στην κατοικία του φυλάττονταν ναρκωτικές ουσίες, όπως αυτές που φέρεται να χορήγησε στην παραπονούμενη, βασίστηκε στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης όπου ο Εφεσείων φέρετο να χρησιμοποίησε ναρκωτικές ουσίες που μετέφερε και κατείχε κατά τη νυκτερινή του έξοδο με την παραπονούμενη.
Στην προκείμενη περίπτωση το σύνολο όλων όσων είχαν τεθεί υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστύλωνε το αίτημα για την έκδοση του σχετικού Εντάλματος Έρευνας και ειδικότερα η μαρτυρία περί χορηγήσεως στην παραπονούμενη ναρκωτικής ουσίας που ο Εφεσείων κατείχε, αποτελούσε υπόβαθρο γεγονότων που θα μπορούσε να δικαιολογήσει στο μυαλό του κατώτερου Δικαστηρίου εύλογη υπόνοια και υποψία ότι στην οικία ή στο όχημα του Εφεσείοντα θα μπορούσαν να εντοπιστούν ναρκωτικές ουσίες ή υπολείμματα αυτών που φέρετο να της είχε χορηγήσει.
Σε ό,τι αφορά τα ενδύματα, δεν συμφωνούμε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Εφεσείοντα ότι ουδεμία περιγραφή υπήρχε στον Όρκο. Αντιθέτως, με δεδομένο ότι στον Όρκο συγκεκριμενοποιούνταν ως τα ενδύματα που ο Εφεσείων «φορούσε κατά τον επίμαχο χρόνο», υπήρχε σαφής προσδιορισμός.
Ως εκ τούτου ο 1ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.
Στρεφόμενοι στο 2ο Λόγο Έφεσης δεν θεωρούμε ότι η αναφορά του κατώτερου Δικαστηρίου περί σύνδεσης της οικίας και οχήματος του Εφεσείοντα με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, ήταν εκτός του πεδίου του Άρθρου 27 του Κεφ. 155 εφόσον, ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, πυρήνας του εν λόγω Άρθρου είναι η ύπαρξη σε κάποιο τόπο πράγματος ή αντικειμένου το οποίο παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος. Εξάλλου, σκοπός ενός εντάλματος έρευνας είναι η αναζήτηση συγκεκριμένων πραγμάτων συνδεόμενων με το υπό διερεύνηση ποινικό αδίκημα. Εν ολίγοις, ο Δικαστής εκδίδοντας ένταλμα έρευνας θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια ή υποψία να πιστεύεται ότι υπάρχουν συγκεκριμένα αντικείμενα ή πράγματα σε κάποιο τόπο ή χώρο με τα οποία υπάρχει η αναγκαία σύνδεση με το υπό διερεύνηση αδίκημα ή παρέχουν μαρτυρία για αξιόποινες πράξεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως έχει ήδη σημειωθεί, τα ειδικότερα περιστατικά που την περιβάλλουν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια τέτοια υποψία.
Ως εκ των ανωτέρω και ο 2ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.
Στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος για παρέμβαση μας προς ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης.
Ως εκ τούτου, η Έφεση απορρίπτεται.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
[1] Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Chong Fook Kam [1970] Α.C. 942 (P.C.), στη σελίδα 948, «Suspicion in its ordinary meaning is a state of conjecture or surmise where proof is lacking: 'I suspect but I cannot prove.'. Suspicion arises at or near the starting point of an investigation of which the obtaining of prima facie proof is the end.".
[2] Όπως αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Commissioner of Police for the Metropolis v. Raissi [2008] EWCA Civ 1237: «The threshold for the existence of reasonable grounds fοr suspicion is low: see e.g. Dumbell v. Roberts [1944] 1 All ER 326 per Scott LJ where he said at page 329 A-B "the requirement is very limited".»
[3] Δέστε την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του ΧΧΧ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 13/2021, ημερ. 5/2/2021.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο