ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 368/2017)
23 Μαρτίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Εφεσείων
v.
1. MAΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
2. ΦΡΟΣΩΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Εφεσιβλήτων
-----
Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.
Α. Σάββα για Αντρέας Σάββα & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους.
-----
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, είχαν καταχωρίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, μέσω άλλων δικηγόρων, αγωγή εναντίον του εφεσείοντα, ο οποίος είναι αδελφός του εφεσίβλητου 1. Στην Έκθεση Απαίτησης γινόταν αναφορά πως ο εφεσείων εργαζόταν ως ιατρός στις ΗΠΑ και ότι αυτός εκπροσωπείτο στην Κύπρο από τον εφεσίβλητο 1, δυνάμει γενικού πληρεξουσίου ημερ. 2.5.2006, και ότι δυνάμει του εν λόγω πληρεξουσίου, οι εφεσίβλητοι είχαν προβεί στις ακόλουθες πράξεις για λογαριασμό του εφεσείοντα:
«(α) Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 18/5/2006 υποθήκευσε μια κατοικία του Εναγόμενου [στοιχεία της κατοικίας] στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ για Λ.Κ. 36.000.- και με αυτό εξόφλησε προηγούμενη υποθήκη εκ Λ.Κ.24.280.- και το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.11.720.- το χρησιμοποίησε για ανακαίνιση της πιο πάνω κατοικίας, από τώρα και πιο κάτω αναφερόμενης η «πρώτη κατοικία».
(β) Αγόρασε μια δεύτερη κατοικία στον Ποταμό Γερμασόγειας που ανεγέρθηκε σε μέρος (139/2397 μερίδια) του χωραφιού [στοιχεία του χωραφιού] αντί του ποσού των Λ.Κ.282.000.- ή το ισάξιο σε €481.825,60 σεντ συμπεριλαμβανομένων έξτρα Λ.Κ.62.000.- ή το ισάξιο σε €105.933,28 σεντ για πισίνα, δεντροφυτεύσεις, εξωραϊσμό και ντεκορέϊσιον της δεύτερης κατοικίας και για το σκοπό αυτό έκαμε δάνειο ύψους Λ.Κ.303.000.- το οποίο και εξασφάλισε με υποθήκη επί της πρώτης και δεύτερης κατοικίας. Από το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.303.000.- δανείστηκε ο ίδιος και η Εναγόμενη 2 ποσό Λ.Κ.50.000.- με το οποίο εξόφλησαν την υποθήκη τους Λ.Κ.43.999.- στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ και κάποιο άλλο χρέος τους Λ.Κ.6.000.-. Ταυτόχρονα με την πιο πάνω αγορά αντάλλαξαν και/ή πώλησαν στους πωλητές της κατοικίας το διαμέρισμα τους αντί του ποσού των Λ.Κ.112.000.- ή το ισάξιο σε €191.363,36 σεντ εκ των οποίων Λ.Κ.50.000.- ή το ισάξιο σε €85.430,07 σεντ το καταλόγισαν για την εξόφληση του χρέους τους προς τον Εναγόμενο ενώ Λ.Κ.62.000.- ή το ισάξιο σε €105.933,28 σεντ το χρησιμοποίησαν για εξόφληση του τιμήματος αγοράς της δεύτερης κατοικίας και των έξτρα.»
Με δεδομένη τη δικογραφημένη θέση των εφεσίβλητων ότι όλα τα πιο πάνω έγιναν με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα, αυτοί αξίωσαν το ποσό των £62.000 ή το ισάξιο σε ευρώ δηλαδή €105.933,28, ως «ποσό που διέθεσαν ως δάνειο προς τον Εναγόμενο και/ή το απαιτούν από τον Εναγόμενο ως χρήματα που τους ανήκουν και τα χρησιμοποίησαν προς όφελος του και/ή που του εδόθησαν αχρεωστήτως και/ή είναι ποσό το οποίο τον κατέστησε πλουσιότερο και βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού υποχρεούται να το επιστρέψει».
Ο εφεσείων με το δικόγραφο του αρνήθηκε όλες τις δικογραφημένες θέσεις των εφεσίβλητων, για να προσθέσει πως το κατ’ ισχυρισμόν γενικό πληρεξούσιο ουδέποτε υπεγράφη από αυτόν και τυχόν υπογραφή του επ’ αυτού είναι πλαστή. Κατ’ επέκταση είχε δικογραφήσει πως όλες οι δικαιοπραξίες και ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί οι εφεσίβλητοι δεν τον δεσμεύουν.
Στην «Απάντηση στην Υπεράσπιση», οι εφεσίβλητοι επέμεναν ότι το γενικό πληρεξούσιο ημερ. 2.5.2006 είχε υπογραφεί από τον εφεσείοντα και μάλιστα είχαν προβάλει τη θέση ότι αυτό παρεδόθη από τον τελευταίο στον εφεσίβλητο 1. Κατ’ επέκταση, επανέλαβαν πως «όλες οι ενέργειες και δικαιοπραξίες που ετέλεσαν είναι νόμιμες νομικά, έγκυρες και δεσμευτικές για τον εναγομένο.», δηλαδή τον εφεσείοντα.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, κατέθεσε ο εφεσίβλητος 1 και εκ μέρους του υπάλληλος του Τμήματος Μεταβιβάσεων και Υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η μαρτυρία της εν λόγω υπαλλήλου, αφορούσε στο γεγονός ότι ο εφεσείων στις 13.7.2006 παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και ζήτησε, με τυποποιημένο έντυπο, την ακύρωση όλων των πληρεξουσίων εγγράφων. Στις 14.7.2006 άλλη υπάλληλος του Κτηματολογίου ακύρωσε τόσο το επίδικο πληρεξούσιο, όσο και άλλα που τυχόν είχαν παραχωρηθεί πριν από τις 13.7.2006.
Εκ μέρους του εφεσείοντα κατέθεσε γραφολόγος ο οποίος υποστήριξε πως το επίδικο γενικό πληρεξούσιο ήταν πλαστό. Τέλος, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και παραδεκτά γεγονότα.
Επικεντρωνόμαστε στη μαρτυρία του εφεσίβλητου 1, ο οποίος καταθέτοντας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε πως το χρησιμοποιηθέν από τον ίδιο, γενικό πληρεξούσιο, υπεγράφη από τον εφεσείοντα στην παρουσία του. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «Εγώ και ο αδελφός μου, Κωνσταντίνος Χρυσοστόμου, στις 2.5.06 παρουσιαστήκαμε ενώπιον του κ. X.K., ο οποίος τυγχάνει να είναι γείτονας μας επί τριαντακονταετίας, πάνω από τριάντα χρόνια, το σπίτι του από το σπίτι της [ ] είναι στα 30 μέτρα και μου υπέγραψε το γενικό πληρεξούσιο να τον εκπροσωπώ για ότι ήθελε στην Κύπρο να πράξει οτιδήποτε, κατόπιν εντολής του.» Για να προσθέσει πως «Από εκεί και πέρα, εκ των υστέρων αν ισχυρίζεται ο Κωνσταντίνος Χρυσοστόμου ότι το πληρεξούσιο της 2.5.06 είναι πλαστό, τότε πάρα πολλά πράγματα θα είναι παράνομα και εξηγούμε γιατί …»
Ερωτηθείς, κατά την κυρίως εξέτασή του, για το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης που καταχωρίστηκε εναντίον του σε σχέση με πλαστογραφία του εν λόγω πληρεξουσίου και σε σχέση με άλλα συναφή εγκλήματα, απάντησε ως εξής: «Το αποτέλεσμα αυτής, πίστεψε ακριβώς δεν το θυμούμαι, αλλά το αποτέλεσμα αυτής ήταν να μου εκθέσουν κατηγορία. Διακίνηση, λέει, πλαστού εγγράφου, ενώ το γενικό πληρεξούσιο δεν ήταν πλαστό.» Ερωτηθείς από τον τότε συνήγορο του κατά πόσο καταδικάστηκε ή αθωώθηκε, απάντησε πως καταδικάστηκε. Αντεξεταζόμενος, επέμενε ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβη, αντικείμενο της αγωγής, έγιναν δυνάμει του έγκυρου γενικού πληρεξουσίου και κατόπιν εντολής του εφεσείοντα, ο οποίος, ως επανέλαβε, υπέγραψε το πληρεξούσιο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας την προσαχθείσα μαρτυρία, έκρινε πως η μαρτυρία του εφεσίβλητου 1 ότι το πληρεξούσιο έγγραφο υπεγράφη από τον εφεσείοντα «κάθε άλλο παρά ειλικρινής και αξιόπιστη θα μπορούσε να κριθεί». Στην απόφαση παρατίθενται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια οι λόγοι για την πιο πάνω κατάληξη του. Δεν χρειάζεται να τους παραθέσουμε αφού το εύρημα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με αντέφεση. Θα σημειώσουμε απλώς πως πολύ ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος 1 είχε κριθεί, κατόπιν ακροάσεως, ένοχος σε κατηγορίες που αφορούσαν σε πλαστογραφία, κυκλοφορία του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου και σε απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις δυνάμει αυτού, παρόλο που η εν λόγω καταδικαστική απόφαση είχε τεθεί εκ συμφώνου ενώπιον του και σημειώθηκε ως τεκμήριο. Ούτε βεβαίως είχε σημασία το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος 1 δεν εφεσίβαλε την εν λόγω καταδικαστική απόφαση, ως ο ίδιος παραδέχθηκε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδεχόμενο «χωρίς κανένα ενδοιασμό», ως κατέγραψε, τη μαρτυρία του γραφολόγου που ο εφεσείων κάλεσε, βρήκε ότι η υπογραφή επί του πληρεξουσίου εγγράφου δεν ήταν «η γνήσια υπογραφή του Εναγομένου». Ούτε αυτό το ουσιώδες εύρημα του προσβάλλεται από τους εφεσίβλητους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση του κάτω από τον τίτλο «Νομική Πτυχή», σημειώνει, και δικαιολογημένα, ότι ο εφεσείων στο δικόγραφο του ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο και ότι όλες οι ενέργειες που τελέστηκαν δυνάμει αυτού, «είναι νομικά άκυρες, παράνομες και δεν τον δεσμεύουν». Για να προσθέσει ότι «Από τη στιγμή δε που ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε το Τεκμήριο 3 καθίσταται φανερό ότι όλες οι ως άνω ενέργειες τελέστηκαν από τον Ενάγοντα 1 χωρίς να υπάρχει σε ισχύ έγκυρη πληρεξουσιότητα από τον Εναγόμενο προς αυτόν» (ο τονισμός γίνεται από το παρόν Δικαστήριο).
Ωστόσο, με παραπομπή στα άρθρα 156-158 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, εξέτασε κατά πόσο ο εφεσείων ενέκρινε τις ενέργειες του εφεσίβλητου 1 οι οποίες τελέστηκαν χωρίς να υπάρχει σε ισχύ έγκυρο πληρεξούσιο έγγραφο. Η κατάληξη του ήταν πως «η όλη συμπεριφορά του εναγομένου καταδεικνύει, χωρίς κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι εκ των υστέρων ενέκρινε σιωπηρά όλες τις ως άνω ενέργειες του ενάγοντα 1.» Κατ’ επέκταση, έκρινε ότι ο εφεσείων δεσμευόταν από αυτές, με αποτέλεσμα να εκδώσει προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον του εφεσείοντα απόφαση για το ποσό των €105.933,28, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα, απόφαση με την οποία ο εφεσείων διαφωνεί εξου και η καταχώριση έφεσης εκ μέρους του.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο εφεσείων αμφισβητεί την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι πράξεις που είχαν λάβει χώρα δυνάμει του πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου, έτυχαν σιωπηρής εγκρίσεως από τον ίδιο.
Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε σε σχέση με τον πιο πάνω λόγο έφεσης, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε θέμα που δεν ήταν δικογραφημένο. Άλλωστε, στην απόφασή του δεν καταγράφεται ότι τα δικόγραφα καλύπτουν «σιωπηρή έγκριση εκ των υστέρων». Μάλιστα, κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου 1 από τον δικηγόρο του εφεσείοντα, ο τότε δικηγόρος των εφεσίβλητων είχε ενστεί σε συγκεκριμένη ερώτηση λέγοντας τα ακόλουθα:
«Κύριε Πρόεδρε με την άδεια σας, δεν είναι δικογραφημένα αυτά τα πράγματα. Το μόνο δικογραφημένο είναι η πλαστογραφία εγγράφου, του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου και αν οι ενέργειες που τελέστηκαν, αν τελέστηκαν είναι παράνομες.»
(Ο τονισμός γίνεται από το παρόν Δικαστήριο).
Μετά την πιο πάνω υπόδειξη, η ερώτηση απεσύρθη. Πράγματι ο τότε δικηγόρος των εφεσίβλητων είχε δίκαιο, αφού στο δικόγραφο τους οι εφεσίβλητοι είχαν αξιώσει θεραπείες κατ’ επίκληση έγκυρου πληρεξουσίου εγγράφου. Αυτή η δικογραφημένη τους θέση όμως δεν απεδείχθη. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε χορηγήσει θεραπείες στη βάση γεγονότων που δεν είχαν δικογραφηθεί, ότι δηλαδή ο εφεσείων με την όλη συμπεριφορά του ενέκρινε σιωπηρά και εκ των υστέρων τα όσα είχαν διενεργηθεί δυνάμει του πλαστού πληρεξουσίου. Επαναλαμβάνουμε πως ακόμη και στην «Απάντηση στην Υπεράσπιση», οι εφεσίβλητοι επέμεναν πως ο εφεσείων υπέγραψε το γενικό πληρεξούσιο και ότι όλες οι ενέργειες που διενήργησαν δυνάμει αυτού, ήταν νόμιμες και δεσμευτικές για τον εφεσείοντα.
Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε για τη σημασία των δικογράφων. Θα αρκεστούμε να παραπέμψουμε στη Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836, Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 695, 699, Αγρότου κ.α. ν. Αγρότου (2016) 1(Β) Α.Α.Δ. 1325, 1353 και Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Έφ. 222/2015, ημερ. 22.11.2023.
Υπό το φως των πιο πάνω, με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από το περιεχόμενο των δικογράφων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά το πιο πάνω καταλυτικό εύρημα του, θα έπρεπε να είχε απορρίψει την αγωγή.
Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία, όταν η μαρτυρία του εφεσίβλητου 1 ενώπιον του, ήταν ότι όλα έγιναν νόμιμα δυνάμει υπογεγραμμένου από τον εφεσείοντα πληρεξουσίου, και μάλιστα κατόπιν συγκεκριμένων οδηγιών του, εκδοχή η οποία κατέρρευσε, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη συγκεκριμένη μαρτυρία, «κάθε άλλο παρά ειλικρινή και αξιόπιστη». Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη (2008) 1(Β) Α.Α.Δ.818, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επίσης ορθά παρατήρησε ότι, παρόλο που ένας ενάγοντας δικαιούται να επιλέξει, στο τέλος, τη διαζευκτική θεραπεία που ζητά στο δικόγραφο του, στην προκείμενη περίπτωση, οι εφεσείοντες επέλεξαν την εκδοχή της ενοικιαγοράς και η εκδοχή αυτή κατέρρευσε επί των γεγονότων. Επομένως (μετά την κατάρρευση της εκδοχής τους) δεν ήταν πλέον θεμιτό να επικαλούνται τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής που είχαν περιλάβει στην αγωγή τους (Δέστε την υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 2067).
[…..…]
Κατά την κρίση μας δεν είναι δυνατόν οι εφεσείοντες να προβάλλουν μια και μοναδική εκδοχή, αυτή της ενοικιαγοράς, και αφού αυτή καταρρεύσει, λόγω αναξιοπιστίας της εκδοχής, να ζητούν από το δικαστήριο άλλες διαζευκτικές θεραπείες τις οποίες, προβάλλουν μεν στο δικόγραφό τους, χωρίς όμως υπόβαθρο γεγονότων το οποίον και να τεκμηριώνεται με αξιόπιστη μαρτυρία.»
(Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο)
Η τότε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, δεν έμεινε ικανοποιημένη από την πιο πάνω νομική προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και έτσι με την πρώτη ευκαιρία ήγειρε εκ νέου το θέμα, στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, αυτή τη φορά ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου (Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Μιχαήλ (2012) 1(Α) Α.Α.Δ.41).
Ούτε και αυτή τη φορά οι θέσεις της έγιναν δεκτές. Η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου με απόφαση δέκα δικαστών ακολούθησε ουσιαστικά τα όσα είχαν τεθεί στην υπόθεση Χίνη (ανωτέρω) και σε άλλες αποφάσεις τις οποίες παραπέμπει. Όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στην απόφαση πλειοψηφίας (των δέκα δικαστών):
«… ένας διάδικος ο οποίος απευθύνεται στο δικαστήριο, προτείνοντας και προωθώντας μια πλαστή εκδοχή, σε περίπτωση απόρριψης της εκδοχής αυτής, δεν μπορεί να επιζητεί απονομή δικαιοσύνης, σε βάση άλλη από εκείνη που κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί (Δέστε: Κάστανος, ανωτέρω). Όπως τέθηκε το ζήτημα στη Χίνη (ανωτέρω) αν, μετά την κατάρρευση της μόνης προωθηθείσας αξίωσης τους, επιτρεπόταν στους εφεσείοντες να προβάλουν τις άλλες δικογραφηθείσες διαζευκτικές αξιώσεις τους, που δεν συναρτώνται προς δικό τους υπόβαθρο γεγονότων και οι οποίες δεν έχουν υποστηριχθεί από μαρτυρία, αυτό θα ήταν και αντινομικό αλλά και άδικο για τον εφεσίβλητο ο οποίος ουδέποτε είχε την ευκαιρία να αντικρούσει τις άλλες διαζευκτικές εκδοχές όπως π.χ. την παροχή δανείου, πιστωτικών διευκολύνσεων ή την ύπαρξη χρέους, εφόσον ουδέποτε προβλήθησαν με μαρτυρία, κατά τη δίκη. Στην παρούσα υπόθεση ο Μ.Ε. 2 έκαμε μεν αναφορά σε χρήματα που δόθηκαν από τους εφεσείοντες στον εφεσίβλητο, χωρίς χαριστική διάθεση, καθώς και σε πιστωτικές διευκολύνσεις, όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, με αυτή την, παρεμφερή και ατεκμηρίωτη, αναφορά προωθήθηκαν αυτές οι διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Συναφώς παρατηρούμε ότι δεν έγινε μνεία σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη σύμβαση δανείου ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε και έγινε μνεία για παροχή χρημάτων από τους εφεσείοντες στον εφεσίβλητο, κατά τρόπον ασύνδετο με τη σύμβαση ενοικιαγοράς και με ρητή ή εξυπακουόμενη πρόθεση των μερών, τα χρήματα να επιστραφούν. Αντίθετα, εκείνο στο οποίο επέμειναν οι εφεσείοντες, καθόλη την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, στην παρούσα διαδικασία, με τον λόγο έφεσης 4, είναι ότι τα χρήματα που έδωσαν στον εφεσίβλητο δόθηκαν λόγω της σύναψης έγκυρης και γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς, με υπάρχοντα αντικείμενα ενοικιαγοράς. Επομένως, κατά την κρίση μας, με την κατάρρευση αυτής της εκδοχής των εφεσειόντων, η αξίωση τους για επιστροφή χρημάτων, που δόθηκαν αχρεωστήτως ή υπό μορφή δανείου στον εφεσίβλητο, παραμένει μετέωρη, χωρίς πραγματικό και νομικό υπόβαθρο και είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.»
(Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο)
Ούτε, όμως, τα γεγονότα που το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, δικαιολογούσαν εύρημα έγκρισης των ενεργειών του εφεσίβλητου 1 με αποτέλεσμα αυτός να δεσμεύεται από αυτές. Το παραδεκτό γεγονός ότι «η αγορασθείσα κατοικία μεταβιβάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού από τον εναγόμενο για διευθέτηση του δανείου που έγινε για την αγορά της κατοικίας», απογυμνωμένο από οτιδήποτε άλλο, δεν συνηγορούσε υπέρ του ευρήματος έγκρισης εκ των υστέρων. Μάλιστα, να σημειώσουμε εδώ πως στο πρακτικό που τηρήθηκε στις 5.3.2009 στο πλαίσιο της αγωγής με αρ. 4340/2006, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που καταχωρίστηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, και το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ρητά καταγράφεται η θέση του εφεσείοντα, πως αυτός «ήταν αμέτοχος στο όλο πλαίσιο γεγονότων που περιγράφονται στην αγωγή και ότι τα δύο πληρεξούσια ημερ. 2.5.2006 και 2.9.2006 είναι πλαστά και ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε την ενοικίαση ή την παράδοση ελεύθερης κατοχής της οικίας που περιγράφεται στην παράγραφο 1 πιο πάνω (πρόκειται για το ακίνητο που αγοράστηκε με το πλαστό πληρεξούσιο) σε οποιονδήποτε τρίτο συμπεριλαμβανομένου του εναγόμενου 1 και θα βοηθήσει τους ενάγοντες, αν χρειαστεί, στην έξωση του οποιουδήποτε παρανόμως κατέχοντα την εν λόγω οικία και προς τούτο δε ο εναγόμενος 2 (δηλαδή ο εφεσείων) στα πλαίσια της ανακριτικής διαδικασίας πλαστογραφίας έδωσε κατάθεση στην Αμερική σε ανακριτές της υπόθεσης.»
Να διευκρινίσουμε ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, έγινε για σκοπούς διευθέτησης της αξίωσης που το τελευταίο είχε εγείρει τόσο εναντίον του εφεσείοντα όσο και εναντίον του εφεσίβλητου 1 και χωρίς παραδοχή αναγνώρισης των όσων παρανόμως διενεργήθηκαν από τον εφεσίβλητο 1, δυνάμει του πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου.
Εν κατακλείδι, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος. Δεν χρειάζεται να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος έφεσης.
Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στο σύνολο της. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσίβλητων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και εγκριθούν από το οικείο Δικαστήριο.
Επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσίβλητων €4.000 έξοδα έφεσης, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/φκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο