ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 377/2016)
30 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΛΑΜΠΡΟΣ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ,
Εφεσείων/Ενάγων,
ΚΑΙ
ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΥΠΠΗΣ,
Εφεσίβλητος/Εναγόμενος.
____________________
Ο Εφεσείων Λ. Ιωαννίδης, παρών.
Μ. Χατζηδάκης με Κλ. Κχατάπ (κα) για Μανούσος Χατζηδάκης &
Σία ΔΕΠΕ, για τον Εφεσίβλητο.
____________________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Ο Εφεσείων είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος και ασκεί το επάγγελμα από το 1991. Την 19.11.2014 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο Εφεσίβλητος και του ανέθεσε την εκπροσώπηση του ιδίου και της συζύγου του στην εκκρεμούσα αγωγή αρ. 4348/2008 (στο εξής «η προηγηθείσα αγωγή»).
Η προηγηθείσα αγωγή, η οποία ηγέρθηκε στην κλίμακα €100.000 - €500.000, αφορούσε την παράδοση ελεύθερης κατοχής της οικίας που διαμένουν ο Εφεσίβλητος και η σύζυγος του, πλέον ενδιάμεσα οφέλη. Από την άλλη, ο Εφεσίβλητος και η σύζυγος του είχαν ανταπαίτηση, με την οποία αξίωναν αποζημίωση για κακοτεχνίες, πλέον ποσό που κατέβαλαν, χωρίς χαριστική πρόθεση. Η εν λόγω αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση την 27.11.2014.
Ο Εφεσίβλητος και η σύζυγος του έδωσαν στον Εφεσείοντα διοριστήριο δικηγόρου (retainer), στο οποίο αναφερόταν ότι η αμοιβή του θα ήταν σύμφωνα με τις κλίμακες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
Ο Εφεσείων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 27.11.2014 και, αφού αποσύρθηκε ο προηγούμενος δικηγόρος, εκπροσώπησε τον Εφεσίβλητο και τη σύζυγό του. Την ίδια ημέρα επιτεύχθηκε διευθέτηση της αγωγής και οι διάδικοι δήλωσαν ότι η κάθε πλευρά θα επωμισθεί τα έξοδα του δικηγόρου της, προέβησαν σε δηλώσεις αναφορικά με τη μεταβίβαση της οικίας, οι οποίες κατέστησαν κανόνας Δικαστηρίου και αποσύρθηκε τόσο η Απαίτηση, όσο και η Ανταπαίτηση.
Την ίδια ημέρα, πριν την απόσυρση της προηγηθείσας αγωγής, αλλά αφότου οι διάδικοι συμφώνησαν την απόσυρση αμφοτέρων των αξιώσεων, ο Εφεσίβλητος υπέγραψε χειρόγραφο έγγραφο ως ακολούθως:
«Συμφωνούμε ότι η αμοιβή του δικηγόρου μας Λάμπρου Ιωαννίδη για την εκπροσώπηση μας στην αγ. 4348/08 είναι €2850 πλέον ΦΠΑ το οποίο θα καταβάλουμε μέχρι τις 10/1/15.
Παύλος Κούππης Υπ. (υπογράφηκε)
Βάλερι Κούππη Υπ. (παρέμεινε κενό)»
Μετά την αποπεράτωση της προηγηθείσας αγωγής, ο Εφεσείων προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Εφεσίβλητο χωρίς επιτυχία. Όταν τούτο έγινε κατορθωτό, ο Εφεσίβλητος, του ανέφερε ότι η αμοιβή που ζητούσε ήταν υπερβολική, ενώ, στη συνέχεια, του απέστειλε συστημένο φάκελο που περιείχε δύο επιταγές για το ποσό των €230 έκαστη. Ο Εφεσείων πληροφόρησε τον Εφεσίβλητο ότι θα εξαργύρωνε τις επιταγές και θα αξίωνε το υπόλοιπο.
Ως εκ τούτου και λόγω του ότι αρχικά ο Εφεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των €110 έναντι πραγματικών εξόδων, ο Εφεσείων αφαίρεσε το ποσό αυτό και το ποσό των δύο επιταγών και αξίωσε με την υπό κρίση αγωγή το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος ποσού, πλέον ΦΠΑ επί ολόκληρου του συμφωνηθέντος ποσού και πραγματικά έξοδα για την ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και την έκδοση του διατάγματος, ήτοι το συνολικό ποσό των €2.844,50.
Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, με το Έγγραφο Διορισμού Δικηγόρου (retainer), ο Εφεσίβλητος και η σύζυγος του αναγνώρισαν ότι θα πλήρωναν τον δικηγόρο, σύμφωνα με τις κλίμακες των Δικαστικών Θεσμών, ενώ, σε σχέση με την εξωδικαστηριακή αμοιβή του δικηγόρου για το χρόνο που ανάλωνε, ίσχυαν οι πρόνοιες των Κανονισμών περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία. Ισχυρίστηκε δε ότι λόγω των στενών περιθωρίων που είχε, λόγω του ότι η ακρόαση ήταν ορισμένη σύντομα, έδωσε προτεραιότητα στην προετοιμασία της υπόθεσης και αφιέρωσε πέραν των 10 ωρών για μελέτη και είχε συναντήσεις, μεταξύ άλλων, την 19.11.2014 και σε μία ακόμα ημερομηνία. Προέβαλε, επίσης, ότι, παρόλο που η συμφωνία υπεγράφη μόνο από τον Εφεσίβλητο, κατέστησε σαφές ότι δεν αποδεσμεύει τη σύζυγο του και τους θεωρεί και τους δύο υπεύθυνους για την καταβολή της αμοιβής του.
Ο Εφεσίβλητος στην υπεράσπιση του αρνήθηκε την αξίωση και προέβαλε ότι η υπογραφή του εγγράφου αναγνώρισης χρέους κατά την ημέρα ακρόασης της προηγούμενης αγωγής ήταν αποτέλεσμα ψυχολογικής πίεσης. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι αρμόδιο όργανο για την εξωδικαστηριακή εργασία είναι η αρμόδια επιτροπή του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και δεν υπήρξε τέτοια εξωδικαστηριακή εργασία.
Η πρωτόδικη διαδικασία διεξήχθη στη βάση της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, και, λόγω του ότι το αξιούμενο ποσό ήταν κάτω των €3.000, η ακρόαση διεξήχθη στη βάση ενόρκων δηλώσεων και καμία πλευρά δε ζήτησε αντεξέταση.
Η πλευρά του Εφεσείοντα προσκόμισε ένορκη δήλωση της Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου επισυνάπτοντο πιστά αντίγραφα της προηγηθείσας αγωγής και ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα, ενώ για την πλευρά του Εφεσίβλητου καταχωρίστηκε μόνο ένορκη δήλωση του ιδίου.
Ο Εφεσείων προσκόμισε αριθμό εγγράφων της προηγηθείσας αγωγής, με στόχο να δικαιολογήσει το χρόνο που διατείνετο ότι ανάλωσε για τη μελέτη της υπόθεσης.
Από την άλλη, ο Εφεσίβλητος υποστήριξε ότι ουδέποτε συμφώνησαν οποιαδήποτε περαιτέρω αμοιβή άλλη από το retainer. Αναφορικά με το έγγραφο αναγνώρισης χρέους που υπέγραψε, ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης. Ο Εφεσείων του ανέφερε ότι, αν δεν αποδεχόταν το εν λόγω έγγραφο, θα τον εγκατέλειπε και γι’ αυτό του ζήτησε να το υπογράψει. Ο Εφεσίβλητος επεσύναψε, επίσης, στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμ. Β, τη συμφωνία που του απέστειλε ο Εφεσείων μετά την υπογραφή του retainer, όπου αναφέρει διάφορες χρεώσεις για μελέτη της προηγούμενης αγωγής, καθώς και για κάθε εμφάνιση στο Δικαστήριο, την οποία όμως ουδέποτε υπέγραψε ο ίδιος ή η σύζυγός του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η προφορική συμφωνία των διαδίκων, που πλαισιώθηκε και από έντυπο αναγνώρισης χρέους, είναι προϊόν ψυχικής πίεσης και αντίκειτο στο άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ως εκ τούτου, θεώρησε τη «συμφωνία άκυρη και ανίκανη να προάγει νόμιμα αποτελέσματα», λόγω ψυχικής πίεσης.
Εξέτασε, στη συνέχεια, τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα ότι η αμοιβή που αξίωνε ήταν εύλογη κατ΄ εφαρμογή της αρχής «quantum meruit», τον οποίον επίσης δεν αποδέχθηκε, απορρίπτοντας τελικά την αγωγή, με έξοδα εναντίον του Εφεσείοντα.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται με οκτώ (8) λόγους έφεσης.
1ος λόγος έφεσης
Ο Εφεσείων προβάλλει ότι λανθασμένα και κατά παράβαση των της Δ.28 θ.3, Δ.39 και Δ.30 θ.7(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση εκ μέρους του Εφεσιβλήτου του Τεκμ. Β και λανθασμένα βασίστηκε στο περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, ενώ δεν δόθηκε η ευκαιρία στον Εφεσείοντα να σχολιάσει το περιεχόμενο του.
Σύμφωνα με τη θέση του Εφεσείοντα, ο Εφεσίβλητος, κατά το στάδιο της αποκάλυψης, απεκάλυψε μόνο την επιστολή ημερ. 8.1.2015 που απέστειλε προς τον Εφεσείοντα σχετικά με τα έξοδα της προηγηθείσας αγωγής και ανέφερε ότι δεν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε άλλο έγγραφο σε σχέση με τα επίδικα θέματα, ενώ επιφυλάχθηκε να αποκαλύψει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο περιέλθει στην κατοχή του.
Το παράπονο του Εφεσείοντα εστιάζεται στο ότι το Δικαστήριο δεν έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η περαιτέρω εξέταση και αντεξέταση του Εφεσείοντα, στη βάση του κριτηρίου της Δ.30(7)(α)[1] και Δ.30(9)(β)[2].
Το Τεκμ. Β, επί του οποίου επικεντρώνεται ο Εφεσείων, είναι μία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία ουδέποτε υπεγράφη και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής. Επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση του Εφεσίβλητου ως μαρτυρία για το ότι πριν την υπογραφή του εγγράφου αναγνώρισης χρέους, ο Εφεσείων του απέστειλε συμφωνία πληρωμής δικηγόρου και του ζήτησε να την υπογράψει.
Σε περίπτωση που ο Εφεσείων επιθυμούσε να αμφισβητήσει αυτή τη μαρτυρία ή να την αντικρούσει, θα μπορούσε να το πράξει κάνοντας χρήση του Καν. 30(7)(β), ο οποίος προνοεί τα εξής:
«7. Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ' εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) ….
(β) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του.»
Ο Εφεσείων, εφόσον δεν προέβη σε οποιοδήποτε αίτημα δυνάμει του ανωτέρω Κανονισμού, δεν μπορεί να παραπονείται ότι το Δικαστήριο δεν προέβη το ίδιο σε μία τέτοια διαδικασία. Επίσης, πρόκειται για έγγραφο που ο ίδιος ο Εφεσείων απέστειλε στον Εφεσίβλητο. Πέραν τούτου, το θέμα αυτό δεν εγέρθηκε από τον Εφεσείοντα κατά την πρωτόδικη διαδικασία ούτε στην γραπτή του αγόρευση.
Ο 1ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
4ος λόγος έφεσης
Ο Εφεσείων προσβάλλει την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το έγγραφο αναγνώρισης χρέους που υπέγραψε ο Εφεσίβλητος ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης, ως λανθασμένη, αυθαίρετη και αποτέλεσμα λανθασμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας και λανθασμένης προσέγγισης, ερμηνείας και εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας και των αρχών της νομολογίας.
Στην ένορκη του δήλωση ο Εφεσίβλητος, σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε το έγγραφο αναγνώρισης χρέους, ανέφερε ότι:
«Απλούστατα ο κ. Λ. Ιωαννίδης το πρωί της 27.11.2014 με ανάγκασε να του υπογράψω το χαρτί για €2.850 πλέον ΦΠΑ, διαφορετικά, όπως μου έλεγεν, θα με εγκατέλειπεν.»
Το Δικαστήριο, αξιολογώντας την πιο πάνω αναφορά του Εφεσίβλητου, ανέφερε ότι:
«Αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του εναγομένου δεν αμφισβητήθηκε από τον ενάγοντα.
Περιπλέον, σε σχέση με αυτή τη πτυχή της υπόθεσης ο ενάγων απλώς ανέφερε ότι ο εναγόμενος υπέγραψε με ελεύθερη συναίνεση και χωρίς να του ασκήσει οποιαδήποτε πίεση (βλ. 13η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως). Τούτος όμως ο ισχυρισμός του ενάγοντα δεν αποκαλύπτει γεγονότα, παρά μόνο συνιστά επιχείρημα το οποίο μάλιστα δεν εδράζεται σε αξιόπιστη μαρτυρία. Εν ολίγοις, είπε ή όχι στον εναγόμενο ότι θα τον εγκατέλειπε αν δεν αποδεχόταν το έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Αυτό ουδόλως το αγγίζει η μαρτυρία του ενάγοντα.
Από την άλλη, η θέση του ενάγοντα ότι επαναθεώρησε την αμοιβή του (βλ. 10η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως), υποστηρίζει, εμμέσως, συμπέρασμα ότι ο ίδιος είναι που απεφάσισε τούτο για δικούς του λόγους και με δικά του κριτήρια. Διαφορετικά γιατί να επαναθεωρήσει την αμοιβή που είχε συμφωνηθεί με το retainer; Περαιτέρω, ποια ήταν η θέση του εναγόμενου σε αυτή την επαναθεώρηση; Παρεμβάλλω εδώ ότι ανυπόστατος και εξωπραγματικός κρίνεται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η αμοιβή του συμφωνήθηκε με γνώμονα ότι θα γινόταν δίκη (βλ. 10η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως ενάγοντα). Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι τα μέρη συμφωνούν πως ο εναγόμενος χορήγησε τον ενάγοντα με γενικό διοριστήριο δικηγόρου (general retainer). Με αυτό ως δεδομένο δεν κατανοώ πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι τούτο έγινε με γνώμονα ότι θα διεξαγόταν δίκη. Αν επιθυμία του ενάγοντα ήταν να αναλάβει την υπόθεση μόνο αν διεξαγόταν δίκη, ώστε να αυξηθεί η αμοιβή, όφειλε να θέσει τούτο ρητά στο retainer και σίγουρα όχι να διαφοροποιηθεί και να επαναθεωρήσει την αμοιβή του ευρισκόμενος στο δικαστήριο έξωθεν της πόρτας του δικαστή. Συνεπώς, τα πιο πάνω γεγονότα υποστηρίζουν, έστω εμμέσως, τη θέση του εναγομένου ότι ο ενάγων του ζήτησε να υπογράψει το έγγραφο αναγνώρισης χρέους, διαφορετικά, όπως του ανέφερε, θα τον εγκατέλειπε.
Δέχομαι λοιπόν ως γεγονός ότι την 27.11.2014, προτού αποσυρθεί η αγωγή αλλά αφότου οι συνήγοροι είχαν συμφωνήσει τη διευθέτηση τούτης, ο ενάγων ανέφερε στον εναγόμενο ότι αν δεν αποδεχόταν το έγγραφο αναγνώρισης χρέους θα τον εγκατέλειπε και γι' αυτό του ζήτησε να υπογράψει το σχετικό έντυπο (τεκμήριο 5 στη δήλωση του ενάγοντα).»
(ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Δεν διακρίνουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου εξέτασε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης για ψυχική πίεση.
Το άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί τα ακόλουθα:
«(1) Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2) Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο-
(α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου~ ή
(β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3) Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.»
Στην υπόθεση Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα (2000) 1Β Α.Α.Δ. 1226, 1238, στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημάνθηκε ότι:
«Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει.
Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R. 390.
Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση.
Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.»
Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.α. (2004) 1 Α.Α.Δ. 961 υπογραμμίστηκε ότι η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς.
Είναι σαφές από τη νομολογία ότι, σε περιπτώσεις όπου υφίσταται ειδική σχέση εμπιστοσύνης, όπως εν προκειμένω, η ύπαρξη ψυχικής πίεσης τεκμαίρεται και το βάρος απόδειξης ότι η συναλλαγή ήταν νόμιμη βαραίνει το πρόσωπο που αποκόμισε το όφελος και όχι εκείνον που εγείρει ζήτημα ψυχικής πίεσης.
Ως εκ των ανωτέρω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, στην παρούσα περίπτωση, το αποδεικτικό βάρος ότι η προφορική συμφωνία και η υπογραφή του εγγράφου αναγνώρισης χρέους δεν ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης, βάραινε τον Εφεσείοντα. Επί τούτου, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η αναφορά του Εφεσείοντα ότι το έγγραφο υπεγράφη με την ελεύθερη συναίνεση του Εφεσίβλητου ήταν συμπέρασμα που δεν έβρισκε έρεισμα σε αξιόπιστη μαρτυρία.
Ο Εφεσείων παραθέτει το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του ότι αυτή η θεώρηση του Δικαστηρίου παραγνωρίζει τα συνταγματικά δικαιώματα του Εφεσίβλητου να τύχει δίκαιης δίκης και να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής του, καθώς επίσης και ότι συνιστά μομφή κατά των φορέων της δικαιοσύνης. Ο Εφεσίβλητος, κατά την εισήγηση, θα μπορούσε να ζητήσει αναβολή της υπόθεσης, ώστε να εκπροσωπηθεί από νέο δικηγόρο της επιλογής του, χωρίς να πληγούν τα δικαιώματα του.
Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
«Οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου θέλουν τον ενάγοντα να απειλεί τον εναγόμενο ότι αν δεν υπογράψει το τεκμήριο 5, δηλαδή το έντυπο αναγνώρισης χρέους, θα τον εγκαταλείψει. Παρεμβάλλω εδώ ότι μπορεί κανείς να φανταστεί την αγωνία και ενδεχομένως το φόβο του λαϊκού (layman), σύμφωνα με τη νομολογία, διαδίκου, μπροστά στο άγνωστο της επικείμενης διαδικασίας, αλλά και της φυσιολογικής ταραχής που προκαλεί το άκουσμα της δίκης, όταν ο δικηγόρος του τον απειλεί ότι θα τον εγκαταλείψει. Μου φαίνεται ορθό ότι στη σκέψη του πολίτη φυσιολογικό είναι να θεωρήσει πως σε τέτοια περίπτωση θα καταστεί έρμαιο της διαδικασίας και των ορέξεων του αντιδίκου, που με τη βοήθεια συνηγόρου καραδοκεί να εκμεταλλευτεί την όποια αδυναμία. Είμαι της γνώμης πως η όλη κατάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι ο ενάγων απείλησε τον εναγόμενο ότι θα τον εγκατέλειπε αν δεν υπόγραφε το έντυπο αναγνώρισης χρέους (τεκμήριο 5 στη δήλωση του ενάγοντα), δεν συνιστούσε ουσιαστικό δίλημμα για τον εναγόμενο. Για να διαφυλάξει τα συμφέροντά του στη δίκη ήταν υποχρεωμένος να υποκύψει στις παράλογες απαιτήσεις του δικηγόρου του, απλώς και μόνο για να μην τον εγκαταλείψει. Αυτό σαφώς και συνιστά ψυχική πίεση η οποία μόλυνε τη συμφωνία των μερών.»
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο πρόσθεσε πως η διαπιστωθείσα απειλή εγκατάλειψης, η οποία φανερώνει ψυχική πίεση, προκύπτει και από την παραδοχή του Εφεσείοντα ότι επαναθεώρησε την αμοιβή του, ενώ υφίστατο μεταξύ των διαδίκων νόμιμη σύμβαση με την υπογραφή του γενικού διοριστηρίου του δικηγόρου. Προς τούτο, το Δικαστήριο παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's, Laws of England, 3η έκδοση, παράγραφος 84:
«Meaning of retainer. The act of authorising or employing a solicitor to act on behalf of a client constitutes the solicitor's retainer by that client; consequently the giving of a retainer is equivalent to the making of a contract for the solicitor's employment, and the rights and liabilities of the parties under that contract will depend partly on any terms which they have expressly agreed, partly on the terms which the law will infer or imply in the particular circumstances with regard to matters on which nothing has been expressly agreed, and partly on such statutory provisions as are applicable to the particular contract. By the giving and acceptance of the retainer the solicitor acquires his authority to act for and bind the client, and the client becomes bound both personally as between himself and his solicitor (a) and as between himself and third parties with whom the solicitor deals within the limits of his authority on behalf of his client (b).»
Με δεδομένο ότι υφίστατο σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, το Δικαστήριο ορθά εξέφρασε έκπληξη για το γεγονός ότι ο Εφεσείων αποφάσισε να επαναθεωρήσει την αμοιβή του, αφήνοντας να νοηθεί ότι επρόκειτο για μονομερή απόφαση, σε συνδυασμό με την απειλή προς τον Εφεσίβλητο ότι θα τον εγκατέλειπε. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη θέση που εξέφρασε ο Εφεσείων σχετικά με τα έξοδα που προκλήθηκαν προτού αναλάβει την εκπροσώπηση του Εφεσίβλητου, θέση που κρίθηκε αντινομική και παραπλανητική.
Τονίστηκε, περαιτέρω, ορθά κατά την κρίση μας, ότι η ικανοποίηση της αμοιβής του δικηγόρου δεν εξαρτάται από το κατά πόσο θα κερδίσει την υπόθεση, αλλά από τα συμφωνηθέντα, βάσει των υπηρεσιών που πρόσφερε. Συνεπώς, ο Εφεσείων λανθασμένα πληροφόρησε τον Εφεσίβλητο ότι δικαιούτο να ζητήσει τα έξοδα της αγωγής. Ούτως ή άλλως, αυτός δικαιούτο τα συγκεκριμένα έξοδα.
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της ψυχικής πίεσης εντός των ορθών παραμέτρων και, στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης, κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε παρέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Τα όσα επικαλείται ο Εφεσείων ουδόλως μπορούν να ανατρέψουν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ο 4ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
5ος λόγος έφεσης
Ο Εφεσείων προσβάλλει ως λανθασμένη και αυθαίρετη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επαναθεώρηση της αμοιβής του ήταν παράλογη και αντινομική, εφόσον είχε συνομολογηθεί νόμιμη σύμβαση με γενικό διοριστήριο δικηγόρου, καθώς επίσης και πως λανθασμένα εφάρμοσε τις αρχές της νομολογίας και της νομοθεσίας στα γεγονότα της υπόθεσης.
Αποτελεί θέση του Εφεσείοντα ότι, μετά την αρχική συμφωνία, έγινε νέα συμφωνία (novation), με την οποία επαναθεωρήθηκε και καθορίστηκε η εύλογη αμοιβή του, με βάση το χρόνο που είχε αναλώσει μέχρι τότε για την εξωδικαστηριακή εργασία και με δεδομένη την δικαστηριακή εργασία που είχε κάνει. Η εν λόγω αναθεώρηση της αμοιβής, κατά τον Εφεσείοντα, ήταν θεμιτή, νόμιμη και επιτρεπτή, με βάση το άρθρο 62 του Κεφ. 149.
Από την άλλη, ο Εφεσίβλητος υποστήριξε ότι η σύνταξη και υπογραφή του retainer ήταν δεσμευτική και ο ισχυρισμός περί νέας συμφωνίας (novation) συνιστούσε νέο ισχυρισμό που επικαλέστηκε ο Εφεσείων για πρώτη φορά στην έφεση. Πέραν τούτου, τέτοια νέα συμφωνία απαιτεί την ελεύθερη συναίνεση και των δύο μερών, κάτι που δεν υπήρχε στην παρούσα περίπτωση. Διερωτήθηκε, περαιτέρω, γιατί δεν προέβηκε στην κατάρτιση νέου διοριστηρίου και με ποιο δικαίωμα ενήργησε εκ μέρους του Εφεσίβλητου.
Το ζήτημα της νέας συμφωνίας (novation) δεν εγέρθηκε ούτε στο δικόγραφο του Εφεσείοντα, ούτε σε οποιοδήποτε στάδιο της πρωτόδικης διαδικασίας και δεν εξετάστηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο έφεσης. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον το Δικαστήριο κατέληξε ότι η συμφωνία και το έγγραφο αναγνώρισης χρέους ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης, το άρθρο 62 του Κεφ. 149 δεν θα μπορούσε να έχει εφαρμογή.
Ο 5ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
2ος 3ος 6ος 7ος και 8ος λόγοι έφεσης
Οι πιο πάνω λόγοι έφεσης άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας.
Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παρέμβασης του Εφετείου στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων παραμένουν αναλλοίωτες. Κατά κανόνα το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο να αποφασίσει περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(A) A.A.Δ. 300). Το εφετείο έχει την ευχέρεια να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα εκεί όπου διαπιστώνεται ότι η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, είτε δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη μαρτυρία και τα γεγονότα, είτε η κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων παρουσιάζεται προβληματική ενόψει λογικής ανακολουθίας ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη (Baloise Insur. Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275, 1290-1).
Εξετάσαμε όλες τις αιτιάσεις του Εφεσείοντα που αναπτύσσονται με τους πιο πάνω λόγους έφεσης. Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση εκδικάστηκε στη βάση της Δ.30 ως ταχείας εκδίκασης. Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στην καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και στην συνέχεια προέβησαν σε γραπτές αγορεύσεις χωρίς να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες.
Το Δικαστήριο εξέτασε με περισσή λεπτομέρεια την προσαχθείσα μαρτυρία, αντιπαραβάλλοντας την με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις των μερών. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμελής αξιολόγηση των δεδομένων που παρουσιάστηκαν, ούτε κρίνουμε ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε ευρήματα τα οποία είναι ανυπόστατα ή παράλογα ή αυθαίρετα, έτσι ώστε να απαιτείται η παρέμβαση μας.
Από τα ως άνω προκύπτει ότι η έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη.
Αναφορικά με τα έξοδα και λαμβάνοντας υπόψη ότι απόκλιση από τον γενικό κανόνα, δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι, οι οποίοι ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης, δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι, στην υπό συζήτηση περίπτωση, ο Εφεσίβλητος παρέλειψε από την πλευρά του να προβεί σε ψήφιση των εξόδων, ως προσφέρει προς τούτο τη δυνατότητα η Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπό το φως αυτών των δεδομένων θεωρούμε ότι η δικαιότερη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ του Εφεσίβλητου μειωμένα, ωστόσο, κατά το ήμισυ.
Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται με €600 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον του Εφεσείοντος.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
ΔΑΥΙΔ, Δ.
/ΧΤΘ
[1] 7. Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ΄ εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Όπου το Δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η εξέταση ή αντεξέταση του διαδίκου ή του μάρτυρα.
[2] 9. Το Δικαστήριο δύναται σε κάθε περίπτωση να εκδώσει οποιεσδήποτε πρόσθετες των ανωτέρω οδηγίες, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις με γνώμονα τα ακόλουθα κριτήρια:
(α) ………………
(β) τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο