ΠΑΠΑΛΛΑΣ & ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΛΤΔ κ.α. v. ANGELOS NICOLAIDES HOLDINGS LTD, Αρ. Αίτησης 48/2025, 23/3/2026
print
Τίτλος:
ΠΑΠΑΛΛΑΣ & ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΛΤΔ κ.α. v. ANGELOS NICOLAIDES HOLDINGS LTD, Αρ. Αίτησης 48/2025, 23/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

 

Δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν.33/1964

 

 

ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ  

 

(Αρ. Αίτησης 48/2025)

 

 23 Μαρτίου 2026

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ (1) ΠΑΠΑΛΛΑΣ & ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΛΤΔ ΚΑΙ (2) ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΛΛΑ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 329/2019, 331/2019, 333/2019 ΚΑΙ 335/2019, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/11/2025

 

ΜΕΤΑΞΥ:

 

1. ΠΑΠΑΛΛΑΣ & ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΛΤΔ

2. ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΛΛΑΣ

3. ΣΤΕΛΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΠΑΠΑΛΛΑ                                                                                                                                 Εφεσειόντων, 

ν.

 

ANGELOS NICOLAIDES HOLDINGS LTD

                                                                                                                                                                                                                           Εφεσίβλητων.

........................

 

Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Αιτητές.

Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για τους Καθ’ ων η Αίτηση.

 

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.

 

 

 Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Δυνάμει προφορικής συμφωνίας το 2003, οι Εφεσείοντες 2 και 3, αρχιτέκτονες και σύζυγοι, συμφώνησαν να προσφέρουν αρχιτεκτονικές υπηρεσίες στους Εφεσίβλητους αναφορικά με την ανέγερση οικοδομής με 58 διαμερίσματα. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 29.4.2004, η αμοιβή των Εφεσειόντων 2 και 3 για τις εν λόγω υπηρεσίες τους καθορίστηκε στο ποσό των ΛΚ190.000 πλέον ΦΠΑ. Την ίδια ημερομηνία, η Εφεσείουσα 1, εταιρεία συμφερόντων των Εφεσειόντων 2 και 3, συνήψε δύο ξεχωριστές γραπτές συμφωνίες με τους Εφεσίβλητους για την αγορά δύο διαμερισμάτων στην εν λόγω οικοδομή, το πρώτο για το ποσό των €119.602 (ΛΚ70.000) και το δεύτερο για το ποσό των €324.634,27 (Λ.Κ.190.000) πλέον ΦΠΑ. Στις 18.4.2005, με δύο ξεχωριστές συμφωνίες εκχώρησης, τα δύο αγοραπωλητήρια εκχωρήθηκαν έκαστο στους Εφεσείοντες 2 και 3 αντίστοιχα. Στις 8.2.2008 οι Εφεσίβλητοι τερμάτισαν τη συμφωνία ανάθεσης των εργασιών. Έτσι, οι Εφεσείοντες καταχώρισαν τρεις αγωγές με τις οποίες ζητούσαν την ειδική εκτέλεση των πωλητηρίων εγγράφων και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Οι Εφεσίβλητοι, με τη σειρά τους, καταχώρισαν αγωγή με την οποία ζητούσαν αναγνωριστική απόφαση ότι οι συμφωνίες είναι άκυρες, καθώς επίσης και αποζημιώσεις.

Κατόπιν συνεκδίκασης των εν λόγω αγωγών, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η μόνη νομικά ισχυρή και έγκυρη συμφωνία ήταν η προφορική συμφωνία του 2003 για τις αρχιτεκτονικές υπηρεσίες και εξέδωσε απόφαση υπέρ των Εφεσειόντων 2 και 3 και εναντίον των Εφεσίβλητων για το ποσό των €221.263,62 ως το υπόλοιπο της εκεί καθορισθείσας αμοιβής τους. Έκρινε ότι οι υπόλοιπες συμφωνίες ήταν παράνομες και διέταξε την απόσυρση των πωλητηρίων και εκχωρήσεων από το Κτηματολόγιο και εξέδωσε αναγνωριστικές αποφάσεις ότι οι εν λόγω γραπτές συμφωνίες ήταν άκυρες.

Τόσο οι Εφεσείοντες όσο και οι Εφεσίβλητοι καταχώρισαν εφέσεις εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Το Εφετείο κατέληξε πως και η γραπτή συμφωνία ημερ. 29.4.2004 ανάθεσης των αρχιτεκτονικών εργασιών μεταξύ των Εφεσειόντων 2 και 3, από τη μια και των Εφεσίβλητων, από την άλλη ήταν έγκυρη και δεσμευτική. Το Εφετείο έκρινε πως στην εν λόγω συμφωνία το ένα μέρος αναγραφόταν ως «Παπαλλάς & Ιωαννίδου Αρχιτέκτονες», οι οποίοι ήταν μεν κατά τον ουσιώδη χρόνο μη εγγεγραμμένος, αλλά όχι και ανύπαρκτος, συνεταιρισμός. Το Εφετείο κατέληξε ότι επρόκειτο για ένα «άτυπο συνεταιρισμό» ως ένωση προσώπων,  ο οποίος μάλιστα από το 2000 είχε εγγραφεί στο μητρώο ΦΠΑ. Το Εφετείο κατέληξε επίσης ότι όλο το ιστορικό και τα σχετικά έγγραφα αναδείκνυαν πως εξαρχής η ανάθεση αρχιτεκτονικών υπηρεσιών έγινε προς τα δύο φυσικά πρόσωπα, ήτοι τους δύο αρχιτέκτονες, οι οποίοι ήταν οι μόνοι αδειούχοι και δραστηριοποιούντο προσωπικά υπό τη μορφή άτυπου συνεταιρισμού μεταξύ τους. Έτσι θεώρησε ότι τόσο η προφορική συμφωνία όσο και η γραπτή συμφωνία είχαν συναφθεί με τους αδειούχους αρχιτέκτονες, ήτοι τον ίδιο άτυπο συνεταιρισμό, και επομένως και οι δύο ήταν έγκυρες. Ως αποτέλεσμα, το υπόλοιπο της αρχιτεκτονικής αμοιβής περιορίστηκε σε €221.263,61.

Το Εφετείο προχώρησε να εξετάσει την εγκυρότητα της γραπτής συμφωνίας αγοραπωλησίας των διαμερισμάτων, στις οποίες συμβαλλόμενοι δεν ήταν οι δύο αρχιτέκτονες, αλλά η εταιρεία συμφερόντων τους. Το Εφετείο, κατέληξε πως, με βάση το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, τα δύο αυτά συμβόλαια ήταν εικονικά και πως η συνομολόγηση τους εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς, ήτοι την καταδολίευση του δημοσίου καθότι η εταιρεία θα φορολογείτο με χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή και μέσω αυτής της μεθόδου θα προέκυπτε φορολογικό όφελος για τα φυσικά πρόσωπα, τους δύο αρχιτέκτονες. Έκρινε ότι, με βάση το άρθρο 10 του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου του 1962, Ν.41/1962, το οποίο απαγορεύει την είσπραξη οποιασδήποτε αμοιβής εν σχέσει με αρχιτεκτονικές υπηρεσίες από πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος αρχιτέκτονας και το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, η συνομολόγηση των εν λόγω συμβολαίων με αγοράστρια τη μη αδειούχο εταιρεία μολύνει αυτά με παρανομία. Όπως ανέφερε το Εφετείο, παρά το ότι κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι ότι και η γραπτή συμφωνία ημερ. 29.4.2004 ήταν έγκυρη, εντούτοις τελικώς οι εφέσεις απερρίφθησαν.

Οι Εφεσείοντες 1 και 2 καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούν άδεια για την εκδίκαση δύο νομικών θεμάτων δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024. Παραθέτουμε αυτούσια τα νομικά θέματα:

«Το 1ο νομικό θέμα που προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου είναι κατά πόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1)(γ) και (2) του άρθρου 10 του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμων του 1962 μέχρι 1992, απαγορεύεται γενικά η είσπραξη αμοιβής ή ποσού ισάξιου της αμοιβής ενός αδειούχου αρχιτέκτονα από τρίτο πρόσωπο που δεν είναι αδειούχος αρχιτέκτονας.

Το 2ο νομικό θέμα που προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου είναι τι είναι ‘ο σκοπός της συμφωνίας’, σύμφωνα με το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149; Είναι ο σκοπός της ίδιας της συμφωνίας, αυτός δηλαδή που φαίνεται σε αυτήν; Ή περιλαμβάνει και τα κίνητρα ή τις προθέσεις των συμβαλλομένων και θα πρέπει αυτά να εξετάζονται ή είναι αυτά σχετικά; Υπό ποιες προϋποθέσεις ο σκοπός μιας συμφωνίας συνιστά απάτη σύμφωνα με το άρθρο 23(γ) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149; Θα πρέπει κάποια απάτη να συντελείται με την συμφωνία και κατά την σύναψη της ή μπορεί να είναι ένα μελλοντικό ενδεχόμενο;»

Σύμφωνα με τους Αιτητές, τα δύο αυτά νομικά θέματα συναρτώνται «με την ανάγκη ορθής ερμηνείας των εν λόγω νομοθετικών διατάξεων ώστε να εξυπηρετηθεί η συνοχή και εξέλιξη της νομολογίας και συνακόλουθα να περιφρουρηθεί η ασφάλεια του δικαίου».

Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι ουσιαστικά ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης και ότι η Αίτηση αποσκοπεί στην εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης.  

         Το άρθρο 9(3)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024 (οι Νόμοι) προνοεί ότι άδεια δίδεται νοουμένου ότι η αίτηση αφορά σε νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου «τα οποία συναρτώνται µε τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή µε την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή µε μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας». Χρήσιμη καθοδήγηση επί της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου προσφέρει η απόφαση στην υπόθεση Artio Designs Ltd v. Stephen Van Zupthen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30.1.2024.

Η πρώτη επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν.     

          Τόσο στην προαναφερόμενη απόφαση όσο και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Νίκου Εγγλέζου κ.ά, Αρ. Αίτησης 12/2024, ημερ. 9.7.2024, επισημαίνεται ότι σε τέτοιας φύσης αιτήσεις θα πρέπει να διατυπώνεται με κάθε σαφήνεια αμιγώς νομικό θέμα, ούτως ώστε η απάντηση του να αφορά όχι μόνο στην υπό κρίση υπόθεση αλλά και να αποτελεί γενικότερη καθοδήγηση επί του θέματος.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην άσκηση αυτής της δικαιοδοσίας του, δεν εκδικάζει εκ νέου τους λόγους έφεσης λόγω της διαφωνίας του αιτητή με την απόφαση του Εφετείου. Σχετικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3.6.2024, στην οποία λέχθηκε πως «η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσω μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης».

         Το πρώτο νομικό θέμα αφορά στην ερμηνεία του άρθρου10 του Ν.41/1962, και ειδικότερα κατά πόσο αυτό καλύπτει την περίπτωση που ένας αρχιτέκτονας συμφωνεί ότι η αμοιβή του θα δίδεται όχι στον ίδιο αλλά σε άλλο πρόσωπο, μη αρχιτέκτονα, ούτως ώστε η αμοιβή του να λογίζεται ως πληρωμή ενός άλλου προσώπου. Αυτό το υπόβαθρο γεγονότων δεν προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου. Το Εφετείο κατέληξε ότι οι συμφωνίες για την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών είχαν συναφθεί με τους Εφεσείοντες 2 και 3, ενώ οι συμφωνίες αγοραπωλησίας των διαμερισμάτων με την Εφεσείουσα εταιρεία, με σκοπό την καταδολίευση του δημοσίου και εξέτασε την εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων αγοραπωλησίας των διαμερισμάτων υπό το φως του άρθρου 10 του Ν.41/1962 σε αυτή τη βάση. H προτεινόμενη από τους Αιτητές θέση, ήτοι πως η αρχιτεκτονική αμοιβή των Εφεσειόντων θα διδόταν σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι στην Εφεσείουσα εταιρεία, ως μέρος αντιπαροχής για την αγορά των δύο διαμερισμάτων από την τελευταία, δεν αποτέλεσε εύρημα του Εφετείου. Επομένως η ερμηνεία του άρθρου 10 του Ν.41/1962 που δόθηκε από το Εφετείο δεν αφορούσε σε αυτό το δεδομένο και η όποια απάντηση στο νομικό θέμα θα παρέμενε εντελώς θεωρητική.

         Όπως ανέφερε το Εφετείο στην απόφαση του, το συμβόλαιο ημερ. 29.4.2004 προνοούσε επτά στάδια πληρωμής, με αντιπαροχή και σε μετρητά και συνέχισε ως εξής:

«Η ουσία λοιπόν είναι ότι κάθε στάδιο πληρωμής αντιστοιχούσε σε κάποιο στάδιο των αρχιτεκτονικών εργασιών, καθώς και ότι σε κάθε στάδιο ένα ποσό θα λογίζετο για την αντιπαροχή και ένα άλλο θα καταβάλλετο σε μετρητά. Τα δύο διαμερίσματα και τα μετρητά θα ήταν όμως η αμοιβή των δύο αδειούχων αρχιτεκτόνων για τις υπηρεσίες τους ως αρχιτέκτονες.

………….…………………………………………………………………….

Αν τα πράγματα έμεναν μέχρι αυτό το σημείο δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί κάποια ζήτημα παρανομίας. Οι δύο αρχιτέκτονες (α) ήταν αδειούχοι, (β) είχαν συναλλαγεί ως ένωση προσώπων με τα ονόματα τους και (γ) δικαιούντο να εισπράξουν αμοιβή είτε σε χρήμα είτε σε είδος, εάν βέβαια αυτή ήταν η επιθυμία τους.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο σε σχέση με την εταιρεία τους και τα δύο πωλητήρια, τα οποία υπεγράφησαν ταυτόχρονα με τη σύμβαση ανάθεσης. Τα δύο πωλητήρια εμφανίζουν πλέον την εταιρεία των αρχιτεκτόνων ως αγοράστρια των δύο διαμερισμάτων, έναντι Λ.Κ.130.000 (συνολικά), ποσόν το οποίο η ίδια δήθεν θα «κατέβαλλε», με βάση τον Όρο 5 εκάστου πωλητηρίου, διά επτά δόσεων, …Μάλιστα, στη βάση του Όρου 4, εάν για οποιονδήποτε λόγο ο πωλητής ακύρωνε την εκτέλεση του έργου, τότε υποχρεούτο «όπως καταβάλει στον Αγοραστή το ποσό χρημάτων που αντιστοιχεί για την προσφερθείσα εργασία επί του τελικού κόστους κατασκευής».

Τίποτε όμως από τα πιο πάνω δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Η εταιρεία των αρχιτεκτόνων: (α) Δεν προσέφερε οποιαδήποτε αρχιτεκτονική εργασία, (β) Δεν αγόραζε οποιοδήποτε διαμέρισμα και (γ) Δεν θα κατέβαλλε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τα διαμερίσματα.»

         Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο δεν κατέληξε ότι η πληρωμή των αρχιτεκτόνων λογιζόταν ως πληρωμή προς τρίτο πρόσωπο, εκ μέρους και για λογαριασμό τους, αλλά πως η σύμβαση ήταν εικονική και η πληρωμή φερόταν να γίνεται σε ξεχωριστό πρόσωπο για αλλότριο και «παράνομο» σκοπό. Επομένως, με το προτεινόμενο νομικό θέμα, ζητείται βασικά η ερμηνεία του άρθρου 10, βασιζόμενη όμως όχι στα ευρήματα του Εφετείου ως προς τη φύση των συμβάσεων, αλλά σε εύρημα όπως υποστηρίχθηκε από τους Αιτητές και δεν υιοθετήθηκε από το Εφετείο.

         Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρούμε ότι το πρώτο νομικό θέμα δεν προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου και ως τέτοιο δεν χρήζει απάντησης.

         Το δεύτερο νομικό θέμα αφορά στην ερμηνεία του άρθρου 23 του Κεφ. 149, και συγκεκριμένα τι είναι ο σκοπός της συμφωνίας και τι λαμβάνεται υπόψη για να καθοριστεί ο εν λόγω σκοπός. Όπως διαπίστωσε και το Εφετείο, υπάρχει πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα ακυρότητας σύμβασης λόγω παρανομίας. Το Εφετείο αναφέρθηκε στις υποθέσεις Korkut v. Γεωργίου (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 905 και Αρκαδίου v. Porto Lara Estates Ltd (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2035. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έχουν καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία και δεν χρήζουν οποιασδήποτε διασαφήνισης. Η παραπομπή από το Εφετείο και στις υποθέσεις Ιωάννου κ.ά. v. Μουσκάλλη κ.ά. (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1595 και Ηλίας Λαζός Λτδ v. Νεοφύτου (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 169 ουδόλως καταδεικνύει οποιαδήποτε ασάφεια ή αντίφαση αναφορικά με τον τρόπο ερμηνείας του εν λόγω άρθρου, ως εισηγούνται οι Αιτητές. Το Εφετείο ήταν σαφές ότι υπήρχαν δύο σκέλη παρανομίας των εν λόγω συμβάσεων, αφενός το γεγονός ότι με τα δύο πωλητήρια η εταιρεία εισέπραττε αρχιτεκτονική αμοιβή χωρίς να ήταν εγγεγραμμένη αρχιτέκτονας, κάτι το οποίο απαγορεύεται από τον Νόμο (Ν.41/1962)  και αφετέρου το γεγονός ότι αυτά συνομολογήθηκαν με τη μη αδειούχο εταιρεία με σκοπό την καταδολίευση του Δημοσίου και το φορολογικό όφελος.

         Οι Αιτητές παρέπεμψαν στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Εγγλέζου κ.ά. v. Χάρης Καφαρίδης Εστέητ Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 295/2018, ημερ. 28.3.2024. Αυτή ουδόλως «φαίνεται να επεκτείνει την σημασία του ‘σκοπού της συμφωνίας’ ώστε να περιλαμβάνει και τα κίνητρα και τις προθέσεις των συμβαλλομένων», όπως θεωρούν οι Αιτητές. Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε παρανομία στην επίδικη σύμβαση ενοικίασης καθότι ο σκοπός της, ήτοι η ενοικίαση εστιατορίου, ήταν καθόλα νόμιμος, εξού και το Εφετείο υιοθέτησε την αναφορά στην υπόθεση Νικολάου v. Eka Rock Designs Ltd (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2943 πως «η παρανομία πρέπει να προκύπτει έκδηλα και να έχει στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνουν παρανομία εν τη γενέσει της σύμβασης ή τέτοια αναντίλεκτα δεδομένα».

         Ούτε και η υπόθεση Σολωμού v. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(A) A.A.Δ. 300, στην οποία και πάλι παρέπεμψαν οι Αιτητές, υποστηρίζει τη θέση τους. Αντιθέτως, συνοψίζει τις πιο πάνω νομικές αρχές στο ακόλουθο απόσπασμα:

«Το άρθρο 23 στοχεύει στο να αποτρέψει την τέλεση πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή την δημόσια πολιτική επειδή το συμφέρον του δημοσίου θα πληγεί σε περίπτωση που επιτραπεί σε μια σύμβαση που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική να ισχύσει. Η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρευσαν. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό την διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο (βλ. Pollock & Mulla, 10η έκδ. σελ. 227-228).»

 

         Το εν λόγω απόσπασμα επιβεβαιώνει ότι για σκοπούς του άρθρου 23 του Κεφ. 149, εκείνο που έχει σημασία είναι ο σκοπός και όχι τα κίνητρα, κάτι το οποίο βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με την υπόλοιπη νομολογία και το ίδιο το λεκτικό του συγκεκριμένου άρθρου.

         Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει πως η ερμηνεία του άρθρου χρήζει οποιασδήποτε διασαφήνισης. Επομένως, ούτε και το δεύτερο νομικό θέμα χρήζει οποιασδήποτε απάντησης.

         Η Αίτηση απορρίπτεται.

         €2.500 έξοδα Αίτησης, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ των Καθ’  ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών.

 

 

 

                                                          Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

 

                                                          Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

 

                                                          Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο