ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 5/2026)
30 Μαρτίου, 2026
[ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ M. G., ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ], ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6/12/2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤ.2363 ΚΥΡΙΑΚΟΥ Χ’’ΤΖΩΡΤΖΗ, ΤΟΥ ΤΑΕ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8(1)(β), 8(2) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ 97/70.
Π. Λοΐζου, για Πάρις Λοΐζου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Σ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρος του Γενικού Εισαγγελέα, για την Καθ’ ης η Αίτηση.
.................
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται το προσωρινό ένταλμα σύλληψης ημερ. 6.12.2025 το οποίο εκδόθηκε από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του.
Η Αίτηση καταχωρίστηκε κατόπιν άδειας που χορηγήθηκε από το παρόν Δικαστήριο σε μονομερή αίτηση, στη βάση του ότι το προσβαλλόμενο ένταλμα είχε εκδοθεί με νομική πλάνη και καθ’ υπέρβαση εξουσίας καθότι δεν υπήρχαν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούσαν την έκδοση του (βλ. Mindia Gogochuri, Πολ. Αίτηση Αρ. 308/2025, ημερ. 15.1.2026).
Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η αίτηση έκδοσης του Αιτητή απερρίφθη από το εκδικάσαν την αίτηση Επαρχιακό Δικαστήριο και ακολούθως ο Αιτητής απελάθηκε στη Γεωργία, αφού είχε παραμείνει υπό κράτηση δυνάμει του προσβαλλόμενου εντάλματος σύλληψης για συνολικά 41 μέρες.
Στην ένσταση προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ως λόγος ότι η Αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθότι το προσωρινό ένταλμα σύλληψης δεν είναι πλέον σε ισχύ και επομένως δεν μπορεί να ακυρωθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας. Αντίθετη ήταν η θέση του Αιτητή, ήτοι πως από τη στιγμή που αυτός είχε συλληφθεί και κρατηθεί δυνάμει του εν λόγω εντάλματος, θα πρέπει να αποφασιστεί η νομιμότητα αυτού για σκοπούς διεκδίκησης τυχόν δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύλληψη και κράτηση του.
Είναι καλά γνωστή η νομική αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, ούτε και επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα που τίθενται ενώπιον τους – βλ. Αναφορικά με το Διάταγμα στην Αίτηση Αρ. 43/19 και 44/19, Πολ. Εφέσεις Αρ.16/2022 και 17/2022, ημερ. 5.4.2023.
Είναι επίσης νομικά καθιερωμένο ότι τα προνομιακά εντάλματα Certiorari παρέχουν τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου των κατώτερων Δικαστηρίων, δεν επιτρέπουν όμως αναθεώρηση της ορθότητας των αποφάσεων αυτών με σκοπό την επέμβαση (Αναφορικά με την Αίτηση του Πέτρου Ευδόκα (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1(A) A.A.Δ. 116, ο σκοπός των διαταγμάτων Certiorari είναι ο έλεγχος της νομιμότητας της απόφασης. Τα προνομιακά εντάλματα χορηγούνται κατ’ εξαίρεση προς ακύρωση της απόφασης όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, είτε πλάνη περί τον Νόμο, είτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
Το ζήτημα είχε απασχολήσει στην υπόθεση Κωνσταντίνου, Πολ. Αίτηση Αρ. 88/2000, ημερ. 5.10.2000, η οποία αφορούσε ένταλμα σύλληψης δυνάμει του οποίου ο Αιτητής είχε συλληφθεί και μεταφερθεί δεμένος με χειροπέδες σε αστυνομικό σταθμό όπου κρατήθηκε για μερικές ώρες. Δόθηκε άδεια για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης παρά την απελευθέρωση του κατά τον χρόνο υποβολής και εξέτασης της εν λόγω μονομερούς αίτησης. Στο πλαίσιο της δια κλήσεως αίτησης, το ένταλμα σύλληψης ακυρώθηκε στη βάση του ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για την έκδοση του δεν περιείχε γεγονότα τα οποία καταδείκνυαν τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος (Κωνσταντίνου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1749).
Ως εκ τούτου, η παρούσα Αίτηση δεν έχει απωλέσει το αντικείμενο της το οποίο αφορά τη νομιμότητα της έκδοσης του εν λόγω εντάλματος, καθότι αυτό το ζήτημα εξετάζεται στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας και η όποια απόφαση ενδεχομένως να αποτελέσει τη βάση για τυχόν άλλες διαδικασίες τις οποίες επιθυμεί να προωθήσει ο Αιτητής.
Το προσβαλλόμενο προσωρινό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δυνάμει του άρθρου 8(1)(β) και 8(2) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου, Ν.97/70. Με αυτό διατασσόταν η σύλληψη του Αιτητή «ο οποίος καταζητείται διεθνώς βάσει της Ερυθράς Αγγελίας υπ’ αριθμόν 2025/92560-1, η οποία εκδόθηκε εναντίον του την 21/11/2025 από τις Αρχές της Ρωσίας, για σκοπούς σύλληψης, σχετικά με δικαστικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε την 15/10/2025 από το Δικαστήριο του Κρασνοντάρ της Ρωσίας για τα αδικήματα: 1) Συνωμοσίας, 2) Απόπειρας φόνου, 3) Παράνομης κατοχής, μεταφοράς και χρήσης πυροβόλου όπλου και 4) Παράνομης κατοχής και χρήσης εκρηκτικών υλών, τα οποία φέρεται να διαπράχθηκαν στο Κρασνοντάρ της Ρωσίας την 23/04/2025».
Σε αυτό αναφέρεται ότι η Πρόεδρος ικανοποιήθηκε για την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού εντάλματος και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του προαναφερόμενου άρθρου για την έκδοση αυτού.
Στον όρκο που συνόδευε την αίτηση για την έκδοση του προσβαλλόμενου προσωρινού εντάλματος σύλληψης, ο Αστ. 2363 ανέφερε ότι εκκρεμούσε η Ερυθρά Αγγελία η οποία εκδόθηκε στις 21.11.2025 από τις Αρχές της Ρωσίας εναντίον του Αιτητή ο οποίος καταζητείται διεθνώς καθότι εκδόθηκε εναντίον του δικαστικό ένταλμα σύλληψης από το Δικαστήριο του Κρασνοντάρ στις 15.10.2025 για τα προαναφερόμενα αδικήματα. Σύμφωνα με τον όρκο, στις 6.12.2025 ο Αιτητής μετέβη από τις Κατεχόμενες περιοχές στις Ελεύθερες περιοχές μέσω του οδοφράγματος Λήδρας και διαπιστώθηκε από διαβατηριακό έλεγχο ότι εναντίον του εκκρεμούσε η Ερυθρά Αγγελία η οποία και επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Ως προς τα γεγονότα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 23.4.2025 στο Κρασνοντάρ της Ρωσίας, ο Αιτητής σε συνεννόηση με άλλο πρόσωπο μετέβησαν στην πολυκατοικία στην εκεί αναγραφόμενη οδό και έχοντας στην κατοχή τους πυροβόλα όπλα, πυροβόλησαν δύο φορές εναντίον του Omiadze M, χωρίς να καταφέρουν να επιφέρουν τον θάνατο του. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τα αδικήματα για τα οποία ο Αιτητής καταζητείται αντιστοιχούν με τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και της απόπειρας φόνου, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 214 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αντίστοιχα, της παράνομης κατοχής, μεταφοράς και χρήσης πυροβόλου όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4(1) του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113/2004 και της παράνομης κατοχής και χρήσης εκρηκτικών υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4 και 4(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, το αίτημα αποσκοπούσε στην έκδοση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης φυγόδικου προσώπου, με βάση το άρθρο 8(1)(β) και 8(2) του Ν.97/70, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως Παράρτημα Β.
Το άρθρο 8(1)(β) και 8(2) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου, Ν.97/70, στο οποίο στηρίζεται η αίτηση και το εκδοθέν ένταλμα προνοούν τα ακόλουθα:
«8.—(1) Δύναται να εκδοθή ένταλμα συλλήψεως προσώπου διωκομένου δι’ αδίκημα, δι’ ο δύναται να χωρήση έκδοσις, ή προσώπου καταζητουμένου προς έκτισιν ποινής επιβληθείσης αυτώ μετά καταδίκην αυτού διά τοιούτον αδίκημα—
……………………………………………………………………………….
(β) άνευ τοιαύτης εξουσιοδοτήσεως, υπό του Προέδρου τοιούτου Επαρχιακού Δικαστηρίου, άμα ως ήθελε ληφθή καταγγελία ότι το ως είρηται πρόσωπον ευρίσκεται εν τη ∆ημοκρατία ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται εν τη Δημοκρατία ή καθ’ οδόν προς την Δημοκρατίαν,
ένταλμα δε εκδοθέν δυνάμει της παραγράφου (β) ανωτέρω, εν τω παρόντι Νόμω αναφέρεται ως προσωρινόν ένταλμα.
(2) Δύναται να εκδοθή ένταλμα συλλήψεως δυνάμει του παρόντος άρθρου επί τη προσκομίσει τοιούτων αποδεικτικών στοιχείων, ως κατά την κρίσιν του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, θα εδικαιολόγουν την έκδοσιν εντάλματος συλλήψεως προσώπου διωκομένου διά την διάπραξιν αναλόγου αδικήματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, προσώπου καταζητουμένου δι’ έκτισιν ποινής, μετά καταδίκην αυτού δι’ αδίκημα τι, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»
Το άρθρο 8(2) απαιτεί την προσκόμιση τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία, κατά την κρίση του Προέδρου ενώπιον του οποίου τίθεται η αίτηση, θα δικαιολογούσαν την έκδοση εντάλματος σύλληψης προσώπου το οποίο αναζητείται για τη διάπραξη ανάλογων αδικημάτων εντός της δικαιοδοσίας του. Το ημεδαπό δίκαιο το οποίο παρέχει και ρυθμίζει την εξουσία έκδοσης εντάλματος σύλληψης είναι το άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κυριάκου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση Αρ. 355/2019, ημερ. 16.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257, για να εκδοθεί ένα ένταλμα σύλληψης, αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία πως το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το ένταλμα διέπραξε αδίκημα, θα πρέπει να θεωρήσει τη σύλληψη του υπόπτου εύλογα αναγκαία. Η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Παναγιώτου (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1094 επίσης προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση των πιο πάνω προϋποθέσεων.
Η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι εφαρμόζεται και ο περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικός) Νόμος του 1970, Ν.95/1970 και ειδικότερα το άρθρο 16(1)-(3), το οποίο διέπει την προσωρινή σύλληψη καταζητούμενου προσώπου, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ικανοποιηθεί πλήρως στην υπό εξέταση υπόθεση. Δεν αμφισβητείται ότι και οι δύο χώρες, ήτοι Ρωσική Ομοσπονδία και Κύπρος, είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση και δεσμεύονται από αυτή.
Το άρθρο 16(1)-(3) του Ν.95/1970 προβλέπει ως ακολούθως:
«1. Εν επειγούση περιπτώσει αι αρμόδιαι Αρχαί του αιτούντος Μέρους θα δύνανται να ζητήσωσι την πρόσκαιρον σύλληψιν του καταζητουμένου ατόμου. Αι αρμόδιαι Αρχαί του Μέρους, προς ο υπεβλήθη η αίτησις, θέλουσιν αποφανθή επί της αιτήσεως συμφώνως προς την Νομοθεσίαν του Μέρους τούτου.
2. Η αίτησις προσκαίρου συλλήψεως θα διαλαμβάνη την ύπαρξιν ενός των εν εδαφίω (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 12 προβλεπομένων δικαιολογητικών και θα ανακοινώση την πρόθεσιν διαβιβάσεως αιτήσεως εκδόσεως. Θα διαλαμβάνη την παράβασιν δι’ ην θα ζητηθή η έκδοσις, τον χρόνον και τόπον ένθα διεπράχθη αύτη, ως και κατά το εφικτόν, χαρακτηρισμόν του καταζητουμένου ατόμου.
3. Η αίτησις προσκαίρου συλλήψεως θέλει διαβιβασθή προς τας αρμοδίας Αρχάς του Μέρους προς ο υποβάλλεται η αίτησις, είτε διά της διπλωματικής οδού, είτε κατ’ ευθείαν ταχυδρομικώς ή τηλεγραφικώς, είτε διά της Διεθνούς Οργανώσεως Εγκληματολογικής Αστυνομίας, είτε διά παντός ετέρου μέσου, εγγράφου ή καθισταμένου αποδεκτού υπό του ετέρου Μέρους.»
Το άρθρο 12(2) διαλαμβάνει ως εξής:
«2. Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή:
(α) το πρωτόκολλον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδομένης κατά τας τύπους τους καθοριζομένους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους.
(β) έκθεσις των πράξεων δι’ ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόμον χαρακτηρισμός και αι παραπομπαί εις τας νομοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον.
(γ) αντίγραφον των κατ’ εφαρμογήν διατάξεων ή, εφ’ όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρμογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητουμένου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναμένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου.»
Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το άρθρο 16(1) του Ν.97/1970 ρυθμίζει το ζήτημα της εφαρμογής του εν λόγω Νόμου όπου υπάρχει και σχετική Σύμβαση και προνοεί τα εξής:
«16.—(1) Το παρόν άρθρον τυγχάνει εφαρμογής επί παντός προσώπου διωκομένου η καταδικασθέντος δι’ αδίκημα δυνάμει της κρατούσης εν τη Δημοκρατία νομοθεσίας, όπερ ήθελεν αποδοθή τη Δημοκρατία εκ τινος ξένου Κράτους συνάψαντος συνθήκην εκδόσεως μετά της Δημοκρατίας ή εκ τινος καθωρισμένης χώρας της Κοινοπολιτείας, δυνάμει των προνοιών οιουδήποτε νόμου του ως είρηται Κράτους ή χώρας, περιέχοντος προνοίας αναλόγως προς τω εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανοµένας τοιαύτας.»
Στην υπόθεση Mechanov (Αρ.1) (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 618, αναφέρθηκε ότι ο Ν.97/1970 θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τη λειτουργία και εφαρμογή της Σύμβασης, δηλαδή του Ν.95/1970. Επομένως, είναι προφανές ότι τυγχάνουν εφαρμογής και οι δύο αυτοί Νόμοι, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η Καθ’ ης, και οι πρόνοιες του Ν.97/1970 θα πρέπει επίσης να ικανοποιηθούν για την έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης. Η υπόθεση Liao v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση Αρ. 45/2019, ημερ. 21.2.2020, την οποία επικαλέστηκε η Καθ’ ης προς υποστήριξη της θέσης της, δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι εκεί το προσωρινό ένταλμα σύλληψης είχε εκδοθεί με βάση το άρθρο 16(2) του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μετά των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Ν.133(Ι)/2004.
Στην προκειμένη περίπτωση τόσο το αίτημα για την έκδοση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης όσο και το εκδοθέν ένταλμα στηρίχθηκαν αποκλειστικά στο άρθρο 8(1)(β) και (2) του Ν.97/1970, οι πρόνοιες του οποίου θα έπρεπε να ικανοποιούνταν για την έκδοση του εντάλματος.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η εισήγηση της Καθ’ ης πως το εκδοθέν ένταλμα συνάδει με τον Τύπο 3 που περιέχεται στους περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τύποι) Κανονισμούς του 1972, Κ.Δ.Π.49/1972, και πως δεν απαιτείται η βεβαίωση του Δικαστή ότι έχει ικανοποιηθεί λογικά για την ύπαρξη της ανάγκης έκδοσης του εντάλματος, δεν βρίσκει έρεισμα στα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεδομένα. Το εκδοθέν ένταλμα δεν συνάδει με τον Τύπο 3 και σε αυτό η Πρόεδρος που το εξέδωσε αναφέρει πως ικανοποιήθηκε για την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού εντάλματος και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του προαναφερόμενου άρθρου για την έκδοση αυτού.
Με βάση το περιεχόμενο του όρκου, η μοναδική μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον της Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αφορούσε τον Αιτητή, προερχόταν από τον όρκο και το συνημμένο σε αυτόν Παράρτημα Α. Αυτά περιορίζονταν στο ότι ο Αιτητής φέρεται να προέβη στη διάπραξη των εκεί αναφερόμενων αδικημάτων, χωρίς ίχνος μαρτυρίας ως προς το πώς συνδέθηκε με τη διάπραξη τους. Στο Παράρτημα Α το μόνο το οποίο προστίθεται είναι ότι ο Αιτητής, με πρόθεση και εκ των προτέρων συνεννόηση με το άλλο πρόσωπο, έφθασε στο διαμέρισμα και έριξε τουλάχιστον δύο πυροβολισμούς με όπλα και εκρηκτικές ύλες που είχε προηγουμένως αποκτήσει και ότι ο Αιτητής και ο συνεργός του δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν την εγκληματική τους πρόθεση λόγω της έγκαιρης παροχής ιατρικής φροντίδας στο θύμα, καθώς επίσης ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του Αιτητή από το «Sovetskiy District Court of the city of Krasnodar, Russia».
Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Α.D.S., Πολ. Έφεση Αρ. 340/2021, ημερ. 6.7.2023, λέχθηκαν τα εξής:
«Η ανάγκη παρουσίασης ενός είδους μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της εύλογης υπόνοιας, βεβαίως δεν σημαίνει καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο. (Βλ. C.P.S. Freight Services Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα Πολ. Εφ. 219/14, 29.2.2016). ΄Εστω και σε χαμηλό επίπεδο όμως, πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.»
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ ο όρκος αναφέρεται σε Ερυθρά Αγγελία, την οποία και επισυνάπτει, το Παράρτημα Α δεν φέρεται να αποτελεί τέτοια αλλά «Diffusion», κάτι το οποίο διακρίνεται από την Ερυθρά Αγγελία.
Για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, είναι προφανές ότι δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία η Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να μπορούσε να αξιολογήσει και καταλήξει στο δικό της συμπέρασμα περί εύλογης υποψίας ότι ο Αιτητής διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταζητείται. Η Πρόεδρος δεν είχε τέτοια μαρτυρία για να προβεί σε εκτίμηση αυτής, παρά μόνο την απλή περιγραφή των γεγονότων τα οποία εμπλέκουν τον Αιτητή, τα αδικήματα που αυτά τα γεγονότα αφορούν και το ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του από Ρωσικό Δικαστήριο. Αυτή η μαρτυρία δεν ήταν ικανή να καταδείξει στην Πρόεδρο το πώς ο Αιτητής συνδεόταν με τα αδικήματα. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Τζενάρο Περέλλα (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, στην οποία είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης δυνάμει του άρθρου 8(1)(α) του Ν.97/1970, για το οποίο εφαρμόζονται, όπως και στην περίπτωση προσωρινού εντάλματος σύλληψης, οι πρόνοιες του άρθρου 8(1)(β) και (2). Εκεί λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Κατά τη γνώμη μας προκύπτει από την προοιμιακή αναφορά που περιέχεται στο ένταλμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε υπόψη του ο Δικαστής ο οποίος το εξέδωσε, ήταν μόνο ό,τι μπορούσε να εξυπονοήσει η εξουσιοδότηση, η ύπαρξη της οποίας προϋποθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 7(2) του Νόμου, τη λήψη υπόψη, από τον αρμόδιο Υπουργό, των προβλεπόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Όμως τα ίδια τα στοιχεία, καθώς είναι πρόδηλο, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστή όπως απαιτεί το άρθρο 8(2) έτσι ώστε, αφού διαπίστωνε ο ίδιος την ύπαρξη τους και τα αξιολογούσε, να μπορούσε να ασκήσει δικαστική κρίση. Αυτή η αναγκαιότητα αναγνωρίστηκε στις υποθέσεις I.R.C. ν. Rossminister (ανωτέρω) και Queen v. Tillett and Others, Ex parte Newton and Others (ανωτέρω). Διαπιστώνεται συνεπώς η πλήρης έλλειψη ερείσματος, από άποψης μαρτυρίας, που να δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος. Από αυτή τη διαπίστωση προκύπτει ότι υπήρξε νομικό λάθος. Καθώς παρατήρησε ο Δικαστής Reid στην υπόθεση Armah v. Government of Ghana [1966] 3 All E.R. 177 (στη σελ. 187): "Whether or not there is evidence to support a particular decision is always a question of law ....".»
Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Προέδρου εκείνα τα στοιχεία που δικαιολογούσαν την έκδοση του προσβαλλόμενου προσωρινού εντάλματος σύλληψης στη βάση του άρθρου 8(1)(α) και (2) του Ν.97/1970 στο οποίο στηρίζονταν τόσο η αίτηση όσο και το εκδοθέν ένταλμα. Ως αποτέλεσμα το ένταλμα εκδόθηκε υπό νομική πλάνη και καθ’ υπέρβαση εξουσίας.
Εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώνεται το προσωρινό ένταλμα σύλληψης του Αιτητή ημερ. 6.12.2025.
Τα έξοδα της Αίτησης, όπως και τα έξοδα της αίτησης για άδεια, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο