ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2017, 26/3/2026
print
Τίτλος:
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2017, 26/3/2026
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2017, 26/3/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2017)

  

26 Μαρτίου, 2026

                                                     

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ,

 

Εφεσείουσα/Καθ΄ης η Αίτηση,

 

ΚΑΙ

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ,

 

Εφεσίβλητη/Αιτήτρια.

____________________

 

Σ. Ζαννούπας, για την Εφεσείουσα.

Α. Νεοφύτου (κα) για A. Neophytou & Co LLC, για την Εφεσίβλητη.

____________________

 

Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

 θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.

­­­____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποία αποφάσισε, μετά την απόσυρση αίτησης έρευνας εναντίον της Εφεσείουσας, όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα.

 

Ειδικότερα, η Εφεσίβλητη στις 14.12.2016 ζήτησε άδεια από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου να αποσύρει, άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας, την αίτηση έρευνας που καταχωρήθηκε, μεταξύ άλλων, εναντίον της Εφεσείουσας και περαιτέρω, όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Όλα τα μέρη συμφώνησαν, εκτός από την Εφεσείουσα, η οποία μέσω του συνηγόρου της, συμφωνούσε μεν στην απόσυρση της εν λόγω αίτησης, πλην όμως, ζητούσε όπως επιδικαστούν προς όφελός της τα έξοδα.

 

Ενόψει της εν λόγω διαφωνίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού άκουσε τις θέσεις των διαδίκων και υπό το φως της σχετικής νομολογίας που αναγνωρίζει ότι η επιδίκαση εξόδων είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως το αποτέλεσμα, κατέληξε ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμισθεί και επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού παρατήρησε ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν σε θέση να προβεί σε διαπίστωση γεγονότων που ορίζουν το αποτέλεσμα της επίδικης αίτησης και ούτε υπήρχε επιτυχών διάδικος, υπό την έννοια που αποδίδεται στην σχετική νομολογία, έκρινε ότι θα πρέπει να αναζητήσει στοιχεία και γεγονότα από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της διαφοράς και τη φύση της διαδικασίας, ώστε να μπορέσει να καταλήξει επί του ζητήματος των εξόδων.

 

Επί τούτου, το Δικαστήριο, στη βάση νομολογίας που παρέθεσε, έκρινε, με δεδομένο ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε εξοφληθεί, ότι δεν υπήρχε επιτυχών διάδικος και αποφάσισε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί και επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα.

 

Η Εφεσείουσα με πέντε λόγους έφεσης προσβάλλει την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι η Εφεσείουσα δεν ήταν επιτυχών διάδικος (πρώτος λόγος έφεσης), ότι λανθασμένα αποφάσισε ότι υπήρχε εξ αποφάσεως χρέος εναντίον της Εφεσείουσας (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια με το να μην επιδικάσει έξοδα προς όφελος της Εφεσείουσας, κατά παράβαση της Δ.59 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας (τρίτος λόγος έφεσης), ότι λανθασμένα εξέλαβε ότι η Εφεσίβλητη προωθούσε μόνο το αιτητικό Α της αίτησης ενώ αξίωνε εννέα διαφορετικά διατάγματα εναντίον της Εφεσείουσας (τέταρτος λόγος) και ότι το Δικαστήριο είχε προαποφασίσει να μην επιδικάσει έξοδα προς όφελος της Εφεσείουσας, σε περίπτωση που τα αιτήματα της Εφεσίβλητης δεν γίνονταν αποδεκτά (πέμπτος λόγος).

 

Εξετάσαμε τους λόγους έφεσης και τα περιγράμματα αγόρευσης των δύο πλευρών, καθώς και τις εισηγήσεις τους κατά το στάδιο της ακρόασης της έφεσης.

 

Με βάση το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου και της Δ.59 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έξοδα αστικής διαδικασίας, τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία, κατά πάγια νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Ο γενικός κανόνας όπως καθιερώνεται και από τη σχετική νομολογία είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. (Κυπριακή Δημοκρατία μέσω, 1. Υπουργείου Οικονομικών, 2. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων v. Milouca Motor Trading Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 630, Spinneys Cyprus Ltd v. Χριστάκη Χρίστου κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833, Νίτσα Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12 και Μάριος Δημητράκη Χρυσοστόμου ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 2221 κ.ά.)

 

Στην υπόθεση Μαυρονικόλα Μαρία v. Άντη Ξάνθου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1366 το Δικαστήριο ανέφερε ότι:

 

«Το θέμα των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. [...] Απόκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι, οι οποίοι ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που διάδικος συνέβαλε αδικαιολόγητα στη διόγκωση των εξόδων της δίκης για λόγους που δεν σχετίζονταν με το αποτέλεσμα.».

 

Σε ό,τι αφορά τη φύση της υπό συζήτηση διαδικασίας, μία αίτηση για έρευνα της οικονομικής κατάστασης ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη έχει ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο, μετά τη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα μέσα του χρεώστη, να αποφασίσει κατά πόσο είναι σε θέση να αποπληρώνει με δόσεις το χρέος του, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ (1989) 1 Α.Α.Δ. 689. Αυτό προκύπτει και από το λεκτικό του άρθρου 82 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σχετικό, επίσης, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Βασιλειάδης ν. Τσουρή (2007) 1 Α.Α.Δ. 43, στο οποίο παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

«Ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Έτσι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, μετατοπίζεται στους ώμους του. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του ή α καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί επίσης να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη. Στις αστικές υποθέσεις η περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη βαρύνεται με το ποσό που οφείλεται δυνάμει της δικαστικής απόφασης προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Θεωρείται δηλαδή στην πράξη πως μέρος της περιουσίας και των εισοδημάτων του εξ αποφάσεως χρεώστη ανήκον στον εξ αποφάσεως πιστωτή, μέχρι την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους.»

 

Σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο χρεώστης καλείται να δώσει λεπτομέρειες των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του προσκομίζοντας αποδεικτικά στοιχεία (National Bank of Greece v. Trihinas (1976) 2 J.S.C. 411). Σημειώνεται ότι η επίδικη αίτηση περιελάμβανε και άλλες θεραπείες, όλες όμως συναρτώντο με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.

 

Η Εφεσείουσα στην ένσταση της, στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης έρευνας, αναφέρθηκε σε οικονομική αδυναμία κατά το χρόνο εκείνο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Αυτό οδήγησε στην απόσυρση της αίτησης χωρίς να διεξαχθεί ακρόαση. Τούτο προφανώς, σε συνδυασμό θεωρούμενο με τη φύση της διαδικασίας, έχει τη δική του σημασία επί του συζητούμενου ζητήματος των εξόδων.

 

Η ύπαρξη εξ αποφάσεως χρέους δεν αμφισβητήθηκε με την ένσταση της Εφεσείουσας. Αντίθετα, στην ένσταση της αναγνώρισε την ύπαρξη χρέους και ανέφερε στην παράγραφο 9: «… δεν έχω τη δυνατότητα να πληρώνω κανένα ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους μου» και στην παράγραφο 10: «…. οποιοδήποτε διάταγμα εκδοθεί εναντίον μου για πληρωμή του εξ΄αποφάσεως χρέος μου με μηνιαίες δόσεις δεν θα είμαι σε θέση να το ικανοποιήσω…».

 

Η Εφεσείουσα, λαμβάνοντας προφανώς υπόψη τις θέσεις και τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της μέσω της ένστασης, προχώρησε στην απόσυρση της αίτησης, χωρίς να την προωθήσει σε ακρόαση. Τα στοιχεία δε που τέθηκαν υπόψη της, μέσω της ένστασης, δεν είχε τη δυνατότητα να τα γνωρίζει από προηγουμένως.

 

Πέραν από τον γενικό κανόνα όσον αφορά τα έξοδα, ως έχει καθιερωθεί από την νομολογία, το Δικαστήριο, έχοντας την διακριτική ευχέρεια, μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, εάν οι περιστάσεις το δικαιολογούν (Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389), όπως έγινε στην επίδικη περίπτωση, όπου η απόσυρση της επίδικης αίτησης οφείλετο σε οικονομική αδυναμία της Εφεσείουσας να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος της.

 

Στην υπόθεση Παύλος Πάμπουρας ν. Αριστόδημος Χριστούδη κ.ά. Πολ. Έφεση Αρ. Ε317/2016, ημερ. 15.9.2023, το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας το διάταγμα καταβολής μηνιαίου ποσού €100 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του εφεσείοντα, δεν επιδίκασε οποιαδήποτε έξοδα «δεδομένης της φύσης της διαδικασίας και της κατάληξης...».

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια ως προς το θέμα των εξόδων εντός των ορθών παραμέτρων και, ως εκ τούτου, δεν παρέχεται πεδίο παρέμβασης μας.

 

Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της Εφεσείουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

 

 

/ΧΤΘ

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο