ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.87/2017
27 Μαρτίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
1. EIΡΗΝΗΣ Π. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ
2. ΒΑΣΙΛΗ ΧΑΤΖΗΦΙΛΙΠΠΟΥ
Εφεσείοντες
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ
Εφεσίβλητη
………………………………………………..
Χρ. Θ. Θεοδούλου, για τους εφεσείοντες.
Μ. Γ. Φλωρίδης για Μιχαήλ Γ. Φλωρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσίβλητη.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το
Δικαστή Δαυίδ.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με απόφαση του, ημερομηνίας 26.01.2017, παραχώρησε άδεια για καταχώρηση και εγγραφή προς εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 06.12.2012, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων, το ποσό των €217.674,92, πλέον τόκους και έξοδα.
Η ως άνω απόφαση, ήταν το αποτέλεσμα σχετικής αίτησης εκ μέρους της εφεσίβλητης (ως στην εξέλιξη του χρόνου έχει διαφοροποιηθεί η ονομασία και η υπόστασή της, μέσω μετονομασιών και συγχωνεύσεων), έχοντας προηγηθεί, στις 06.12.2012, η έκδοση διαιτητικής απόφασης προς όφελός της και εναντίον της εφεσείουσας 1, ως πρωτοφειλέτιδας, του εφεσείοντα 2 ως εγγυητή αλλά και τρίτου προσώπου, για το πιο πάνω ποσό. Οι ως άνω εφεσείοντες, παρά το γεγονός ότι κλήθηκαν στην εν λόγω διαιτητική διαδικασία, δεν παρουσιάστηκαν κατά την ακρόαση της. Στη συνέχεια, η εκδοθείσα σε βάρος τους διαιτητική απόφαση τους γνωστοποιήθηκε δεόντως, έναντι της υπογραφής τους. Ειδικότερα, στην 1η εφεσείουσα την 22.01.2016 και στον 2ο εφεσείοντα την 05.02.2016. Παρεμβάλλεται ότι, η διαιτητική απόφαση σε σχέση με το τρίτο πρόσωπο, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, έχει επίσης εγγραφεί προς εκτέλεση, μέσω άλλης αίτησης.
Η παραχώρηση της ως άνω άδειας για την καταχώρηση και εγγραφή της ως άνω διαιτητικής απόφασης στο πρωτοκολλητείο του οικείου δικαστηρίου προς εκτέλεση, δεν άφησε ευχαριστημένους τους εφεσείοντες. Προς τούτο καταχώρησαν την υπό συζήτηση Έφεση, μέσω της οποίας προβάλλουν επτά λόγους έφεσης. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και κατά παράβαση της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το ζήτημα της ειδοποίησης τους για την διαιτησία, προβάλλουν, αποτελούσε ουσιώδη προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, την οποία το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει. Υποστηρίζουν επίσης ότι το Δικαστήριο, χωρίς να εφαρμόσει ορθά τις αρχές που αφορούν το βάρος απόδειξης, κατά παράβαση της τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας αλλά και χωρίς επαρκή προς τούτο μαρτυρία, κατέληξε ότι οι εφεσείοντες είχαν ειδοποιηθεί για τη διαιτητική διαδικασία (1ος, 2ος, 6ος και 7ος λόγοι Έφεσης). Περαιτέρω, μέσω του 3ου και 4ου λόγων Έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά τις αρχές που αφορούν το βάρος που έφεραν οι εφεσίβλητοι να αποδείξουν ότι η ένορκη δήλωση στην αίτηση τους ήταν σύμφωνη με τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ εφάρμοσε λανθασμένα την νομολογία και τις αρχές που αφορούν στην Δ.39 Θ.6, όπως και τη διακριτική του ευχέρεια, ενεργώντας κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Τέλος, υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την εκκαλούμενη απόφαση του (5ος λόγος Έφεσης), παραπέμποντας στη μη αναφορά του στο «μείζον θέμα» κατά πόσο δόθηκε ειδοποίηση στα επηρεαζόμενα μέρη να προσέλθουν στη διαιτησία, στη μη καταγραφή στην διαιτητική απόφαση του δικαιώματος άσκησης έφεσης εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της επίδοσης της, και στο γεγονός ότι άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν κλήθηκαν στη διαδικασία της αίτησης για εγγραφή προς εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και δια ζώσης κατά την παρουσίαση της υπόθεσης. Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας.
Με δεδομένο ότι ο 1ος, 2ος, 6ος και 7ος λόγοι Έφεσης, παρουσιάζονται συναφείς μεταξύ τους, αλληλεπικαλυπτόμενοι και λειτουργώντας συμπληρωματικά, προβάλλοντας ζητήματα εγκυρότητας της διαδικασίας διαιτησίας και κατ’ επέκταση της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης, συναρτώμενα με την ειδοποίηση των εφεσειόντων να παραστούν στην διεξαχθείσα διαιτησία που τους αφορούσε, κρίνεται χρήσιμη η συνολική και από κοινού θεώρησή τους.
Από μακρού χρόνου έχουν αποσαφηνιστεί τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, καθ’ ον χρόνο επιλαμβάνεται αιτήσεων για εγγραφή διαιτητικής απόφασης στο μητρώο του Πρωτοκολλητείου Επαρχιακού Δικαστηρίου προς εκτέλεση της. Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α. 2008 1(A) Α.Α.Δ. 716, τονίστηκε ότι σε διαδικασία του είδους, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στο περιεχόμενο της απόφασης, ούτε εξετάζει τη διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της. Ομοίως, δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, αφού η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης του Δικαστηρίου, μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας για την υποβολή έφεσης, απολήγει ζήτημα τύπου. (βλ. Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς 2012 1(Α) Α.Α.Δ. 707, Ζαμπά κ.α. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ.169/12, ημερ. 6/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A273 και Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παναγιώτη Χριστοδούλου Αχιλλέως κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.114/2016, ημερ. 16/12/2024).
Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/1985, ως ίσχυε τροποποιούμενο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ειδικότερα τα εδάφια (4) και (5), προβλέπουν ότι:
«(4) Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικηµένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο ∆ικαστήριο εντός είκοσι και µιας ημερών (21) από της ηµεροµηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5) Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο (2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο (4), ή αν η έφεση κατ’ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου»
Όπως υπογραμμίστηκε στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου v. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ), Πολιτική Έφεση Αρ.333/2015, ημερ. 4/6/2024, από τη στιγμή που η διαιτητική απόφαση δεν έχει προσβληθεί εμπροθέσμως ή η τυχόν ασκηθείσα έφεση έχει αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση καθίσταται τελική και εκτελεστή, με το μόνο που υπολείπεται να είναι η εγγραφή της στα μητρώα του αρμόδιου Πρωτοκολλητείου, ως αναγκαίο διαδικαστικό βήμα για την εκτέλεση της. Ως σημειώθηκε στην Κυριάκου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.), Πολ. Έφ.129/2014, ημερ. 21/05/2021:
«Η διαδικασία της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης η οποία έχει γίνει τελεσίδικη δεν υποκαθιστά την Έφεση. Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο αφού ακριβώς στην περίοδο των 21 ημερών δίδεται η δυνατότητα ένδικου μέσου κατά της διαιτητικής απόφασης.»
Σε αιτήσεις του είδους, το Δικαστήριο οφείλει μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα (Χριστοφή v. Σ.Π.Ε. Λατσιών (2014) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1183). Ως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην Κυριακίδη (ανωτέρω), η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής απόφασης, είναι θέμα τύπου, αφού θα πρέπει με κάποιο τρόπο να καταχωρηθεί και να εγγραφεί στα βιβλία ως απόφαση Δικαστηρίου, ώστε να προχωρήσει η εκτέλεση της. Είναι γι’ αυτό το λόγο που κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο αυτή στρέφεται, ώστε αυτό να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση, αποκλειστικά και μόνο, με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.
Προφανώς, η παράλειψη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης, συνιστά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, αφού αποστερεί από το πρόσωπο εναντίον του οποίου αυτή εκδόθηκε, να λάβει τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της εγκυρότητας ή της νομιμότητας της διαιτητικής απόφασης (Χριστόφορου κ.α. (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. και Πέτρος Ανδρέου v. Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Πολ. Έφ. Αρ.53/15, ημερ. 17/10/2023). Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως τέθηκε υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αδιαμφισβήτητο παρέμεινε, η επίδικη διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στους εφεσείοντες. Στην μεν 1η εφεσείουσα, την 22.01.2016 στο δε 2ο εφεσείοντα 2, την 05.02.2016, χωρίς οποιοσδήποτε από τους δύο, να δρομολογήσει την εκ του νόμου προβλεπόμενη διαδικασία προς αμφισβήτηση της. Ενόψει τούτου, παρελθούσης της προβλεπόμενης προθεσμίας των 21 ημερών, η διαιτητική απόφαση κατέστη τελεσίδικη, επιτρέποντας στην συνέχεια την προώθηση της αίτησης προς εγγραφή της, για σκοπούς εκτέλεσης. Η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης, ως τεκμαίρεται νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 52 (5) του νόμου, δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος, δυνάμει της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Παπαγεωργίου v Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκνοτριμιθιάς, Πολ. Έφ. Αρ.192/2013, ημερ. 19/07/2019), ECLI:CY:AD:2019:A327.
Η προβαλλόμενη εκ μέρους των εφεσειόντων θέση περί μη ειδοποίησης τους για τη διεξαγωγή της διαιτησίας, στο βαθμό που ανάγεται σε πλημμέλεια της διαιτητικής διαδικασίας και σε λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, αποτελεί ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να απασχολήσει στο πλαίσιο της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Ως έχει ήδη σημειωθεί, αποτελεί ζήτημα που μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου, ως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 52 (4) του σχετικού νόμου.
Των ως άνω λεχθέντων, καταλυτικών για το ζήτημα που εδώ απασχολεί, δεν λανθάνει της προσοχής η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με παραπομπή στα ενώπιον του στοιχεία (Πρακτικό/ Απόφαση ημερ. 26/01/2017), ότι οι εφεσείοντες, όπως και άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα, είχαν κληθεί να παραστούν στη σχετική διαιτησία που τους αφορούσε, πλην όμως, ουδείς εξ’ αυτών εμφανίστηκε στη διαδικασία της διαιτησίας, η οποία και διεξήχθη στην απουσία τους.
Υπό το φως των πιο πάνω ο 1ος, 2ος, 6ος και 7ος λόγοι Έφεσης απορρίπτονται.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, προβάλλουν οι εφεσείοντες, (3ος και 4ος λόγοι Έφεσης), λανθασμένα εφάρμοσε την νομολογία και/ή τις αρχές που αφορούν στην Δ.39 Θ.6, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι δεν εφάρμοσε ορθά τις αρχές που αφορούν το βάρος απόδειξης που έφεραν οι εφεσίβλητοι να αποδείξουν ότι η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, ήταν σύμφωνη με τη Δ.39. Επί τούτου, σημειώνουν ότι η ένορκη δήλωση δεν συνοδευόταν με την προνοούμενη γραπτή σημείωση, δεν αναγραφόταν στο τέλος το όνομα της ομνύουσας, ενώ η τελευταία δεν επεσύναψε την εξουσιοδότηση της από τους αιτητές.
Δεν συγκλίνουμε με την ως άνω θέση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα στην ορθή του διάσταση, αποστασιοποιούμενο από τυπολατρικές αντιλήψεις. Καθ’ όλα ορθά, θεώρησε επαρκή την αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την σχετική αίτηση ότι η ομνύουσα ήταν εξουσιοδοτημένη να προβεί στην σχετική ένορκη δήλωση. Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην Σύγγελου v. Λοΐζου κ.ά., (2017) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 3478, η δήλωση ενόρκως δηλούντος ότι ήταν «δεόντως εξουσιοδοτημένος», είναι αρκετή να θεμελιώσει την εξουσιοδότηση του να προβεί στην ένορκη δήλωση, θεωρώντας ότι η λέξη «δεόντως», υποδηλώνει την τήρηση των αναγκαίων ως προς την κατοχή εξουσιοδότησης του από τον αιτητή. Η ενόρκως δηλούσα, ως επεσήμανε άλλωστε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν ανέφερε ότι έχει γραπτή εξουσιοδότηση, ενώ δεν παρέλειψε, να επισημάνει παράλληλα την δυνατότητα των εφεσειόντων, αν πραγματικά αμφισβητούσαν την σχετική αναφορά της ομνύουσας, να την αντεξετάσουν.
Πέραν όμως και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμποντας στις πρόνοιες της Δ.35 Θ.15 και της Δ.64, και στη δυνατότητα θεραπείας των όποιων παρατυπιών προβάλλονταν από την πλευρά των εφεσειόντων στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποδεικνύοντας ότι αυτές δεν επηρέαζαν την πλευρά των τελευταίων, προχώρησε στην άρση τους.
Υπό το φως των πιο πάνω, ούτε ο 3ος και 4ος λόγοι Έφεσης μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη και απορρίπτονται.
Στρέφοντας την προσοχή στον 5ο λόγο Έφεσης, μέσω του οποίου προβάλλονται ζητήματα αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστώνεται ότι οι εφεσείοντες, μεταξύ άλλων, παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε καθόλου το «μείζον θέμα», κατά πόσο δόθηκε ειδοποίηση στα επηρεαζόμενα μέρη για να προσέλθουν στη διαδικασία της διαιτησίας. Ως έχει ήδη σημειωθεί στο πλαίσιο της συζήτησης του 1ου, 2ου, 6ου και 7ου λόγων Έφεσης, με δεδομένο ότι η διαιτητική απόφαση έχει «τελεσιδικήσει», χωρίς να προσβληθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52(4) του Ν.22/1985, το ζήτημα δεν θα μπορούσε να απασχολήσει σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι στο πλαίσιο της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης που ακολούθησε, το αντικείμενο της οποίας είναι συγκεκριμένο. Παρεμβάλλεται, εκ του περισσού, η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση οι εφεσείοντες, όπως και άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα, είχαν κληθεί να παραστούν στη σχετική διαιτησία που τους αφορούσε, πλην όμως ουδείς εμφανίστηκε, με αποτέλεσμα αυτή να διεξαχθεί στην απουσία τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, προβάλλουν επίσης οι εφεσείοντες, δεν απασχόλησε επαρκώς και/ή καθόλου, το κατά πόσο ο διαιτητής όφειλε να καταγράψει στην απόφαση του, «ως ζήτημα διατακτικού και/ή αιτιολογίας και/ή άλλου χαρακτηριστικού», το δικαίωμα που παρέχει ο νόμος για άσκηση έφεσης εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της επίδοσης της διαιτητικής απόφασης. Το παράπονο τους δεν δικαιολογείται. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα (σελ. 13 και 14 της πρωτόδικης απόφασης), όπου, πέραν της επανάληψης της θέσης ότι το ζήτημα θα μπορούσε να εγερθεί στο πλαίσιο έφεσης δυνάμει του άρθρου 52(4) του Ν.22/1985, υπέδειξε ότι:
«Συναφώς προς τούτο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επίσης η εισήγηση ότι ο διαιτητής όφειλε να καταγράψει στην απόφαση του ότι οι καθ’ ων η αίτηση έχουν δικαίωμα έφεσης, δυνάμει του πιο πάνω Αρ.52. Πουθενά ο Νόμος δεν επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στον διαιτητή, όπως και σε καμιά δικαστική απόφαση δεν επιβάλλεται τέτοια υποχρέωση, πρόκειται συναφώς για δικαίωμα που παρέχει ο Νόμος σε οποιονδήποτε διάδικο και ο διαιτητής δεν είναι διάδικος στην διαδικασία.»
Η ως άνω προσέγγιση είναι καθ’ όλα ορθή. Ο νόμος, δεν θέτει ως όρο εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης, την αναγραφή στο σώμα της του δικαιώματος έφεσης. Η κρίσιμη προϋπόθεση είναι η γνωστοποίηση της απόφασης στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται, ώστε να αρχίσει να τρέχει η προβλεπόμενη προθεσμία άσκησης έφεσης. Ως η πάγια νομολογία, άγνοια του Νόμου δεν αποτελεί υπεράσπιση (Παρασκευά ν. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποιν. Έφ. Αρ.29/2018, ημερ. 18/9/2019 και Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (2017) 3 (B) Α.A.Δ. 797).
Ούτε η εισήγηση πως λανθασμένα δεν έκρινε αναγκαία την παρουσία στη πρωτόδικη διαδικασία προσώπων που κλήθηκαν στη διαδικασία της διαιτησίας, μπορεί να υιοθετηθεί. Αναγκαίος διάδικος στην αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης προς εκτέλεση, είναι μόνο το πρόσωπο κατά του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της απόφασης. Η μη συμπερίληψη άλλου προσώπου που υπήρξε διάδικος στη διαιτητική διαδικασία, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της αίτησης, εφόσον δεν μεταβάλλεται το περιεχόμενο της τελεσίδικης πλέον διαιτητικής απόφασης, ούτε θίγονται τα δικαιώματά του. Περί εκτελέσεως πλέον ο λόγος.
Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης ως η υπό συζήτηση, αποτελεί η διαπίστωση ότι αυτή φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στους εφεσείοντες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υποδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένος τύπος με τον οποίο θα πρέπει να καταγράφεται η απόφαση του διαιτητή, μετά από αξιολόγηση όλων των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του, κατέληξε ότι τα πιο πάνω πληρούνται. Με δεδομένο ότι σε αυτήν καταγραφόταν με σαφήνεια το ζήτημα το οποίο αφορά, καθορίζονται οι διάδικοι, ποιος εξ αυτών ευθύνεται έναντι του άλλου, το ποσό για το οποίο ευθύνεται και τι ακριβώς διατάσσεται να πράξει, σε συνδυασμό με την αδιαμφισβήτητη γνωστοποίηση της στα πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφεται το αίτημα για εγγραφή της, η ως άνω κατάληξη κρίνεται καθ’ όλα ορθή και δικαιολογημένη.
Συνακόλουθα, ο 5ος λόγος Έφεσης απορρίπτεται.
Αναπόδραστη κατάληξη όλων των πιο πάνω, είναι ότι η υπό συζήτηση έφεση, στο σύνολό της, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων έξοδα, ύψους €3.700 πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο