ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΊΤΗΣΗ ΑΡ. 92/2025
(i-justice)
27 Μαρτίου, 2026
[Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ/ΣΤΗΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ
1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ AIΤΗΣΗ ΤΟΥ Σ. Κ. ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.03.2025 (ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 80/2025)
--------------------------
Αίτηση διά κλήσεως ημερ. 12.5.2025
Η. Στεφάνου με κ. Γ. Νεάρχου, για Αιτητή
Α. Αριστείδης με E. Παπαλοΐζου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα, για Καθ΄ου η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Με την παρούσα δια κλήσεως αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε κατόπιν αδείας, ζητείται η έκδοση εντάλματος certiorari, δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Σκοπός είναι η ακύρωση δικαστικού εντάλματος, με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε η πρόσβαση, η επιθεώρηση και η λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από κινητό τηλέφωνο το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του αιτητή. Το πιο πάνω δικαστικό ένταλμα εκδόθηκε από αρμόδια Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 19.3.2025, δυνάμει των άρθρων 21, 22 και 23 του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (N.92(Ι)/1996), όπως τροποποιήθηκε από τον ομώνυμο τροποποιητικό Νόμο 216(Ι)/2015, με την προσθήκη του Μέρους IVA.
Η έκδοση του εν λόγω δικαστικού εντάλματος είχε κριθεί αναγκαία, προς το σκοπό διερεύνησης, μεταξύ άλλων, αδικημάτων διαφθοράς τα οποία αναφέρονται στην υποπαράγραφο Β της παραγράφου 2 του Άρθρου 17 του Συντάγματος, όπου κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο επικοινωνίας, σε σχέση με το οποίο υπάρχει εύλογη υποψία ότι περιέχεται σε συγκεκριμένο τηλέφωνο, εν προκειμένω του αιτητή. Υπήρξε ένσταση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την ακύρωση του εν λόγω δικαστικού εντάλματος.
Κατά την ανάπτυξη των εκατέρωθεν θέσεων, δόθηκε σημασία σε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα από το πρακτικό, με το οποίο το Δικαστηρίου αιτιολόγησε την έκδοση του δικαστικού εντάλματος. Συγκεκριμένα, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη εύλογης υποψίας ότι, η συγκεκριμένη ιδιωτική επικοινωνία συνδεόταν με τα υπό διερεύνηση σοβαρά αδικήματα, παρατήρησε, συναφώς, ότι: «Η σύνδεση που γίνεται από την επικοινωνία με τα ύποπτα πρόσωπα και η συνοχή των γεγονότων όπως αυτά περιγράφονται στον όρκο και ιδιαίτερα στην παράγραφο 32 του όρκου, θεωρώ ότι πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις και ως εκ τούτου η αίτηση μπορεί να επιτύχει. Εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση ημερομηνίας 19/3/2025.».
Το πιο πάνω απόσπασμα αποτελεί μέρος της αιτιολόγησης του Δικαστηρίου, που το οδήγησε στην έκδοση του δικαστικού εντάλματος, του οποίου τώρα ζητείται η ακύρωση. Εκ μέρους του αιτητή, προβάλλονται διάφοροι λόγοι προς υποστήριξη της αίτησης του. Γίνεται εισήγηση ιδιαίτερα ότι, από το πιο πάνω απόσπασμα, στο πρακτικό του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η πληροφόρηση που είχε τεθεί από τους ανακριτές ενώπιον του, και αποτέλεσε μέρος της αιτιολόγησης της απόφασης για έκδοση του εν λόγω δικαστικού εντάλματος, ήταν προϊόν ιδιωτικής επικοινωνίας που είχε προηγουμένως περιέλθει στην κατοχή της Αστυνομίας. Δεν αναφέρεται, όμως, στην εν λόγω ένορκη δήλωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη επικοινωνία είχε ληφθεί, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, εκδοθέντος στην βάση του Νόμου 92(Ι)/1996. Είναι περαιτέρω η θέση εκ μέρος του αιτητή ότι, η πιο πάνω παράλειψη δημιουργεί ένα σοβαρό κενό στη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά πόσο είχε ληφθεί η έγκριση του αρμοδίου Δικαστηρίου στην περίπτωση εκείνη, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 21, 22 και 23 του Νόμου 92(Ι)/1996.
Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα προβάλλεται η θέση ότι, ο αιτητής στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται παράνομη πρόσβαση σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας τρίτου προσώπου. Άλλωστε, δεν υπάρχει πληροφόρηση υπό ποιες συνθήκες είχε γίνει πρόσβαση στην εν λόγω ιδιωτική επικοινωνία, οπότε δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι υπήρξε συμμόρφωση με το Νόμο.
Στην παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσης, στο περιεχόμενο της οποίας το Δικαστήριο βασίστηκε για την έκδοση του δικαστικού εντάλματος, γίνεται διάκριση μεταξύ ηλεκτρονικών τεκμηρίων, όπως τα κινητά τηλέφωνα που παραλήφθηκαν με σκοπό να εξεταστεί το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας που υπήρχε σε αυτά και άλλων φυσικών τεκμηρίων, υπό τη μορφή εγγράφων. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας υπό μορφή στιγμιότυπων οθόνης, screenshots, που υπήρχαν στην εφαρμογή WhatsApp του τηλεφώνου του εκ των υπόπτων Ανδρέα Αντωνίου. Είναι στο περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας αυτής που παραπέμπει ο συνήγορος του αιτητή, προκειμένου να υποστηρίξει ότι υπήρξε παραβίαση της ιδιωτικής επικοινωνίας του πελάτη του, με αναφορά το πιο πάνω απόσπασμα από το πρακτικό, με το οποίο η Δικαστής αιτιολόγησε την απόφαση της, για έκδοση του δικαστικού εντάλματος.
Εξετάζοντας, ειδικά, το πιο πάνω κείμενο είναι πασιφανές πως αυτό δεν αφορά σε ιδιωτική επικοινωνία του αιτητή. Αφορά ιδιωτική επικοινωνία τρίτου προσώπου χωρίς να είναι και γνωστές οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτή περιήλθε στην κατοχή των ανακριτών. Στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε το δικαστικό ένταλμα γίνεται αναφορά σε έρευνες που έγιναν κατόπιν γραπτών συγκαταθέσεων των ερευνηθέντων προσώπων. Χωρίς να υπάρχει μαρτυρία, ακόμα και στην περίπτωση του τρίτου προσώπου, δεν μπορεί και να υποτεθεί ότι υπήρξε παραβίαση της ιδιωτικής επικοινωνίας που υπήρχε στο τηλέφωνο του, το οποίο είχε παραληφθεί στο πλαίσιο των προαναφερθέντων αστυνομικών ερευνών. Επομένως, δεν διαπιστώνεται να υπήρξε παραβίαση του ανάλογου συνταγματικού δικαιώματος του αιτητή.
Ένας δεύτερος λόγος ακύρωσης που προβάλλεται με την αίτηση, αφορά στην ανώνυμη επιστολή που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ότι είχε ληφθεί από τον αστυνομικό διευθυντή του τμήματος καταπολέμησης εγκλημάτων, συγκεκριμένα στο δεύτερο μέρος της παραγράφου 32. Γίνεται αναφορά εκεί, υπό τη μορφή πληροφοριών, σε σχέση με φερόμενες ως παράνομες δραστηριότητες του αιτητή. Γίνεται, επίσης, αναφορά ότι η διερεύνηση τους δεν ικανοποιεί την βασική πρόνοια της εύλογης υποψίας, ή πιθανότητας διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται πως η εν λόγω ανώνυμη επιστολή αφορούσε μια πρόσθετη πηγή πληροφόρησης για τα ήδη διερευνόμενα από τους ανακριτές αδικήματα, σε σχέση και με τον αιτητή. Οι ανακριτές είχαν ήδη στην κατοχή τους τις πληροφορίες που περιέχονταν σ’ αυτή από τις δικές τους έρευνες, όπως εξηγείται προηγουμένως στην εν λόγω ένορκη δήλωση.
Η Δικαστής, άλλωστε, δεν φαίνεται να είχε βασιστεί στην πιο πάνω ανώνυμη επιστολή για την έκδοση του δικαστικού εντάλματος, αλλά σε ό,τι ήδη προηγείτο στην ένορκη δήλωση. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, γίνεται αναφορά και στην απόρριψη παρόμοιας αίτησης με την υπό εξέταση, λόγω ανεπάρκειας της μαρτυρίας Δεν διαπιστώνεται από τα προβληθέντα, συναφώς, εκ μέρους του αιτητή, οτιδήποτε το μεμπτό στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Δεν αναφέρεται εκ μέρους του αιτητή και ούτε διαπιστώνεται να υπήρξε παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων, από το γεγονός της καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης και της διακοπής, στο στάδιο εκείνο, της προηγηθείσας.
Τέλος, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της έκδοσης του υπό αναφορά δικαστικού εντάλματος εφάρμοσε τις πρόνοιες των άρθρων 21, 22 και 23 του Νόμου 92(Ι)/1996. Κατά την εφαρμογή τους, δεν διαπιστώνεται να υπήρξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ειδικά, σε σχέση με οποιοδήποτε από αυτά. Είναι εμφανές από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου λόγου ότι η εφαρμογή της πιο πάνω αρχής, βασικά, εξετάζεται από θεωρητικής άποψης. Η μόνη περίπτωση στο πλαίσιο αυτής, αφορά στην εισήγηση ότι δεν ορίστηκε χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε να γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες από τους ανακριτές για να αποκτηθεί πρόσβαση στο περιεχόμενο επικοινωνίας της συγκεκριμένης συσκευής. Βέβαια, το σημαντικό δεν είναι ό,τι θεώρησαν οι ανακριτές ότι αποτελούσε αναγκαίο χρόνο για προώθηση, ως ανωτέρω, των ερευνών τους, αλλά ως προς το τι θεώρησε το Δικαστήριο ως αναγκαίο, υποβοηθούμενο από τους ανακριτές όσον αφορά την έκταση των ανακρίσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διέταξε όπως η εκτέλεση του υπό αναφορά δικαστικού εντάλματος πραγματοποιείτο σε χρονικό διάστημα που ήταν απολύτως αναγκαίο και, εν πάση περιπτώσει, εντός 30 ημερών από την έκδοση του, δεδομένου ότι αυτό αφορούσε, συγχρόνως, τις περιπτώσεις και άλλων τριών υπόπτων προσώπων. Επομένως, το Δικαστήριο ασχολήθηκε συγκεκριμένα και με το θέμα αυτό.
Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον του αιτητή τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €3.000.- πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο