ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 231/2015)
27 Απριλίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΣΩΤΗΡΟΥΛΛΑ ΒΑΚΑΝΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ,
Εφεσείουσα/Ενάγουσα,
ΚΑΙ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΥΚΚΟΥ,
Εφεσίβλητη/Εναγόμενη.
____________________
Αρ. Γεωργίου με Γ. Ρούσου (κα) για Αριστοφάνη Α. Γεωργίου &
Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.
X. Βελάρης για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη.
____________________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Εφεσείουσα, με αγωγή της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μετά από τροποποίηση, αξίωσε δηλωτική απόφαση ότι η ακύρωση της συμφωνίας ημερ. 23.8.1972, που αφορούσε την αγοραπωλησία ενός οικοπέδου, ήταν παράνομη, καθώς και επιστροφή του καταβληθέντος, δυνάμει της συμφωνίας ποσού και το ποσό των €300.000, ως αποζημιώσεις, που αντιστοιχούν στην αξία του πωληθέντος οικοπέδου.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ουσιαστικά δεν τελούν υπό αμφισβήτηση και έχουν συνοπτικά ως ακολούθως:
Στις 23.8.1972 υπεγράφη γραπτή συμφωνία για την πώληση από τους Εφεσίβλητους στην Εφεσείουσα ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στον Άγιο Δομέτιο. Η συμφωνημένη τιμή πώλησης του εν λόγω οικοπέδου ήταν Λ.Κ.4.000 και έναντι του τιμήματος, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, η Εφεσείουσα κατέβαλε προς τους Εφεσίβλητους το ποσό των Λ.Κ.405. Η τελευταία πληρωμή έγινε τον Οκτώβριο του 1973. Ακολούθως, η Εφεσείουσα μετοίκησε στο εξωτερικό.
Της πώλησης του εν λόγω οικοπέδου προς την Εφεσείουσα, προηγήθηκε η πώληση του ιδίου οικοπέδου προς τρίτο πρόσωπο, με το οποίο οι Εφεσίβλητοι κατάρτισαν γραπτή συμφωνία, στις 29.7.1971. Οι Εφεσίβλητοι μεταβίβασαν και παρέδωσαν το επίδικο οικόπεδο στο τρίτο πρόσωπο κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 1980. Ταυτόχρονα, άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα της Εφεσείουσας, πιστώνοντας το με το ποσό που τους είχε καταβληθεί μέχρι τότε, πλέον τόκους. Η Εφεσείουσα επικοινώνησε για πρώτη φορά με τους Εφεσίβλητους το έτος 1992 και, μετά από ανταλλαγή επιστολών, καταχωρήθηκε η υπό έφεση αγωγή.
Η πλευρά της Εφεσείουσας, απέδιδε στην πλευρά των Εφεσιβλήτων παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ή/και παράνομο τερματισμό από μέρους των Εφεσιβλήτων, ώστε να δικαιούται σε αποζημιώσεις. Από την πλευρά τους, οι Εφεσίβλητοι επικαλούντο ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας στη βάση ανυπαρξίας του αντικειμένου της συμφωνίας και κοινής πλάνης. Επιπλέον, οι Εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι η Εφεσείουσα ουδέποτε κατέβαλε το σύνολο του τιμήματος πώλησης, ώστε να δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση, έχοντας τελέσει το δικό της μέρος της συμφωνίας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η προηγηθείσα πώληση του επιδίκου ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο καθιστούσε αδύνατη τη μεταγενέστερη πώληση του στην Εφεσείουσα και, επομένως, η επίδικη συμφωνία ήταν άκυρη. Διαπιστώνοντας ότι επρόκειτο για πώληση του ιδίου ακινήτου από τον ίδιο πωλητή, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι επρόκειτο για υπόσχεση η οποία θα έπρεπε να τηρηθεί και, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε να υλοποιηθεί με ευθύνη των Εφεσίβλητων, οι οποίοι, με εύλογη επιμέλεια, θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί σε άλλο πρόσωπο.
Υπό το φως των ανωτέρω, κατέληξε ότι το ποσό των Λ.Κ.405 που κατέβαλε η Εφεσείουσα στους Εφεσίβλητους, καθώς και ο τόκος (μέχρι την 31.2.2014) που προσπορίστηκαν οι τελευταίοι, καθ’ όσο χρόνο κρατούσαν εις πίστη της Εφεσείουσας το ποσό, αποτελούσε την αποδοτέα ζημιά και το όφελος που οι Εφεσίβλητοι προσπορίστηκαν από την εξ υπαρχής άκυρη συμφωνία και είχαν καθήκον να επιστρέψουν στην Εφεσείουσα. Απέρριψε τις υπόλοιπες αξιώσεις, καθώς δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης ζημιάς. Η αξία του επίδικου ακινήτου κατά τα έτη 2007 και 2014, ως τέθηκε στη μαρτυρία, δεν θα μπορούσε, όπως κατέληξε το Δικαστήριο, να αποτελέσει αποδεκτή και αποδοτέα ζημιά της επίδικης εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της Εφεσείουσας για το ποσό των €4.367,28, συμπεριλαμβανομένων τόκων μέχρι 31.12.2014, πλέον νόμιμο τόκο από 1.1.2015 μέχρι εξόφλησης. Αναφορικά με τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή είχε επιτυχή κατάληξη ως προς ένα μέρος της μόνο, ήτοι αναφορικά με το ποσό που η Εφεσείουσα είχε καταβάλει και το οποίο ήταν πάντοτε στη διάθεση της από τους Εφεσίβλητους, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ουδέποτε κατεβλήθη, ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή του στο Δικαστήριο (payment into Court), ως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, τηρουμένων των προηγούμενων διαταγών ως προς έξοδα, αποφάσισε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα.
Με πέντε λόγους έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι είναι εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη παραβίασης και/ή παράνομου τερματισμού της σύμβασης ημερ. 23.8.1972 (πρώτος λόγος), ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 56(3) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και ειδικότερα ότι είναι εσφαλμένο το εύρημα ως προς την ζημιά που υπέστη η Εφεσείουσα και τις αποζημιώσεις που έπρεπε να της επιδικαστούν (δεύτερος λόγος), ότι λανθασμένα δεν ασχολήθηκε με το σύνολο των απαιτήσεων της και δεν καθόρισε αποζημιώσεις που θα εδικαιούτο (τρίτος λόγος), ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η Εφεσείουσα δεν δικαιούται αποζημιώσεις, πέραν του ποσού που κατέβαλε, συγκρούονταν με τα παραδεκτά γεγονότα (τέταρτος λόγος) και ότι εσφαλμένα δεν επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας, εφόσον το αποδεκτό προς πληρωμή ποσό των €4.367,28 δεν κατετέθη στο Δικαστήριο (payment into Court) (πέμπτος λόγος).
Αποτελεί θέση της Εφεσείουσας, αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας κατέστη αδύνατη, λόγω παραβίασης της συμφωνίας από τους Εφεσίβλητους, οι οποίοι προέβησαν σε παράνομο τερματισμό της, υποστηρίζοντας συγχρόνως ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση που εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 56 του Κεφ. 149, ως η απόφαση του Δικαστηρίου.
Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«Ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ.149, προνοεί στο άρθρο 56(1) αυτού ότι συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ'εαυτής αδύνατης είναι άκυρη. Στο άρθρο 56(3) προνοείται, περαιτέρω, ότι αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Σχετικό είναι επίσης και το άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, το οποίο προνοεί ότι αν η συμφωνία αποδειχθεί εξ υπαρχής άκυρη ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.
Από τα ως άνω, αβίαστα προβάλλει το ότι η προηγηθείσα πώληση του επιδίκου ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο καθιστούσε αδύνατη τη μεταγενέστερη πώληση αφού οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να πράξουν κάτι τέτοιο. Αυτό, κατ'εφαρμογή του άρθρου 56(1), καθιστά την επίδικη συμφωνία άκυρη. Πρόκειται όμως για την περίπτωση ματαίωσης μιας συμφωνίας με επακόλουθο μόνο την αποκατάσταση των πλευρών στην αρχική τους θέση; Από τα γεγονότα της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι αναφερόμαστε στην πώληση του ιδίου ακινήτου από τον ίδιο πωλητή. Υπό τας περιστάσεις δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι με εύλογη επιμέλεια οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί σε άλλο πρόσωπο. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό το ότι ούτε η ενάγουσα αποδίδει γνώση ή απάτη στους εναγόμενους, ενώ οι εναγόμενοι επικαλούνται το ότι προχώρησαν στην πώληση εκ λάθους και αφού διέλαθε της προσοχής τους η προηγούμενη πώληση. Παράλληλα, δε, προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε ότι η υπόσχεση των εναγομένων ήταν αδύνατο να υλοποιηθεί. Προκύπτει, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 56(3) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για υπόσχεση η οποία θα έπρεπε να τηρηθεί και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να τηρηθεί, με την ευθύνη των εναγομένων ως αναλύεται ανωτέρω, πέραν του καθήκοντος να αποκαταστήσουν το όφελος που προσπορίστηκαν, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποζημιώσουν την ενάγουσα για κάθε ζημιά την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης.»
Το Άρθρο 56 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοεί:
«(1) Συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ’ εαυτής αδύνατης είναι άκυρη.
(2) Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.
(3) Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης.»
Όπως έχει ήδη επισημανθεί, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ήταν, στην ουσία, αναντίλεκτα. Από αυτά προκύπτει ότι η προηγηθείσα πώληση του επιδίκου ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο καθιστούσε, εκ των πραγμάτων, αδύνατη τη μεταγενέστερη πώληση στην Εφεσείουσα και, επομένως, η επίδικη συμφωνία ήταν άκυρη. Δεν πρόκειται για περίπτωση ματαίωσης της συμφωνίας (frustration).
Οι Εφεσίβλητοι ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι προχώρησαν στην πώληση εκ λάθους και αφού διέλαθε της προσοχής τους η προηγούμενη πώληση. Ως εκ τούτου, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι τελευταίοι, με εύλογη επιμέλεια, θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί σε άλλο πρόσωπο. Παράλληλα, σημειώνεται ότι η Εφεσείουσα δεν γνώριζε ότι η εν λόγω υπόσχεση ήταν αδύνατο να υλοποιηθεί, ενώ, από την άλλη, δεν αποδίδει στους Εφεσίβλητους γνώση ή απάτη. Συνακόλουθα, η επίδικη περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 56(3) του Κεφ.149 και οι Εφεσίβλητοι, οι οποίοι είχαν υποχρέωση να τηρήσουν την υπόσχεσή τους, όφειλαν να αποζημιώσουν την Εφεσείουσα για κάθε ζημιά την οποία είχε υποστεί, λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης.
Δεδομένων των πιο πάνω, ορθή ήταν η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως επρόκειτο για περίπτωση πράξης αδύνατης και, επομένως, εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας, αφού το αντικείμενο της πώλησης είχε ήδη πωληθεί σε προγενέστερο χρόνο, εξ υπαιτιότητας των Εφεσιβλήτων σε τρίτο πρόσωπο και όχι για παραβίαση σύμβασης εκ μέρους των Εφεσιβλήτων και/ή παράνομο τερματισμό, όπως προβάλλει η Εφεσείουσα. Όταν οι Εφεσίβλητοι αντελήφθησαν το λάθος, ενημέρωσαν την Εφεσείουσα περί τούτου και της προσέφεραν επιστροφή του χρηματικού ποσού που είχε ήδη καταβάλει μέχρι τότε και το οποίο αντιστοιχούσε σε μέρος του τιμήματος του οικοπέδου.
Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος έφεσης θα εξεταστούν σωρευτικά, λόγω της συνάφειας τους.
Αποτελεί θέση της Εφεσείουσας ότι θα έπρεπε να επιδικασθούν αποζημιώσεις προς όφελος της, στη βάση της γενικής αρχής που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων, ότι το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν, ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού, η Εφεσείουσα επικαλείται τις πρόνοιες των άρθρων 73-75 του Κεφ. 149 και τη σχετική νομολογία που πραγματεύεται τις θεραπείες που προκύπτουν σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, διαφωνώντας με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο εφάρμοσε τις πρόνοιες του άρθρου 65.
Το άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοεί:
«Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.»
Η πρόνοια του άρθρου 65 του Κεφ. 149, η αποκατάσταση, ως είναι ευρέως γνωστή, εφαρμόζεται όταν μια συμφωνία αποδειχθεί εξ υπαρχής άκυρη ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, δυνάμει των προνοιών του Κεφ. 149, οπότε το πρόσωπο που προσπορίστηκε όφελος, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης, υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε το όφελος (Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ (2012) 1 ΑΑΔ 41, Παναγιώτης Ιωάννου ν. Ανδρέας Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 507).
Στην υπόθεση Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν. 1) Μιχάλη Θεοδούλου Καλογήρου, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου κ.ά. (2015) 1 ΑΑΔ 1953 τονίσθηκε ότι:
«Υπό το πρίσμα αυτών των νομικών παραμέτρων το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε την εξουσία του προς απόδοση δικαιοσύνης, με δεδομένη την αποκόμιση οφέλους από συμβαλλόμενους δυνάμει άκυρης σύμβασης. Στο δικό μας νομικό σύστημα το ζήτημα διέπεται από το άρθρο 65 του Κεφαλαίου 149. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξισορροπήσει τα συμφέροντα των συμβαλλομένων στην περίπτωση όπου κάποια συμφωνία έχει καταστεί άκυρη και κάποιο μέρος αποκόμισε όφελος από το άλλο. Το πρόσωπο που προσπορίστηκε το όφελος υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό, επιστρέφοντας τα χρήματα που εν τω μεταξύ καταβλήθηκαν, με βάση την αρχή ότι δεν νοείται προσπορισμός οφέλους από άκυρη συμφωνία ή από συμφωνία που καθίσταται άκυρη. Είναι στη βάση αυτή που ορθά ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής εξέδωσε απόφαση για το ποσό €106.008,47 πλέον σχετικούς τόκους, χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν από τους Εφεσείοντες δυνάμει της επίδικης σύμβασης.»
Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η αποκατάσταση που προνοείται στο άρθρο 65 του Κεφ. 149 είναι διαφορετική από αυτή που προβλέπουν οι πρόνοιες των άρθρων 73-75 του Κεφ. 149, που επικαλείται η Εφεσείουσα και βασίζεται στις αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η βάση του άρθρου 65 δεν είναι η απόδοση συμβατικής θεραπείας, αλλά η αρχή της αποκατάστασης (restitution in integrum). Μία αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια, αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο οφειλέτης µε έξοδα του δανειστή (Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν. Δημητρίου Κακαβού (2015) 1 ΑΑΔ 2195, Benedetti v. Sawiris (2013) 3WLR 351, Μιχάλης Ζένιος Λτδ ν. Touch Properties & Investments Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 484/2012, ηµερ. 10.6.2019).
Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Εφεσείουσα κατέβαλε προς τους Εφεσίβλητους το ποσό των Λ.Κ.405 και η τελευταία πληρωμή έγινε τον Οκτώβριο του 1973. Επιπλέον, οι Εφεσίβλητοι προσπορίστηκαν και τόκο (μέχρι 31.12.2014) επί του εν λόγω ποσού, καθώς διατηρούσαν λογαριασμό εις πίστη της Εφεσίβλητης. Η απώλεια του εν λόγω ποσού, συνεπεία της ακυρότητας της συμφωνίας, καθώς και ο τόκος επί του εν λόγω ποσού αποτελεί την αποδοτέα ζημιά και συγχρόνως το όφελος που οι Εφεσίβλητοι προσπορίστηκαν. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Εφεσείουσας αναφορικά με την αξία του ακινήτου κατά τα έτη 2007 και 2014 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού δεν αποτελεί όφελος που αδικαιολόγητα αποκόμισαν οι Εφεσίβλητοι εις βάρος της Εφεσείουσας.
Για τους πιο πάνω λόγους, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αποδοτέα ζημία της Εφεσείουσας κρίνεται ορθή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά από τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα, εξέτασε όλες τις παραμέτρους και αιτιολόγησε δεόντως την απόφαση του. Ως εκ τούτου, ορθά κρίθηκε ότι το ποσό των €4.367,28, συμπεριλαμβανομένων τόκων μέχρι 31.12.2014, πλέον νόμιμο τόκο, αποτελεί την αποδοτέα ζημία της Εφεσείουσας, η οποία αποδείχτηκε και οφείλεται να καταβληθεί σ’ αυτή από τους Εφεσίβλητους.
Περαιτέρω, αποτελεί θέση της Εφεσείουσας ότι, αφ’ ης στιγμής το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μέρος της απαίτησής της, θα έπρεπε να επιδικάσει έξοδα υπέρ της.
Η επιδίκαση των εξόδων είναι ζήτημα το οποίο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και, κατά κανόνα, ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης.
Εν προκειμένω, τα έξοδα της αγωγής προκλήθηκαν υπαιτιότητι της Εφεσείουσας, καθώς το μέρος της αξίωσης που επιδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν πάντα στη διάθεση της τελευταίας, αφού οι Εφεσίβλητοι δήλωσαν πρόθυμοι να επιστρέψουν τα ποσά που καταβλήθηκαν από την Εφεσείουσα, δυνάμει της επίδικης άκυρης συμφωνίας και μάλιστα με τόκο, τα οποία βρίσκονταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό εις πίστη της τελευταίας. Η εν λόγω κατάθεση σε λογαριασμό εις πίστη της Εφεσείουσας προσομοιάζει, υπό τις περιστάσεις, με την Δ.22 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει την ευχέρεια για πληρωμή στο Δικαστήριο (payment into Court).
Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος φαίνεται να συνάδει με αυτή την αρχή και κρίνεται δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, καταλήγουμε ότι οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν και η έφεση απορρίπτεται με €2.500 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, εναντίον της Εφεσείουσας.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
ΔΑΥΙΔ, Δ.
/ΧΤΘ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο