ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ. 242/2025
08 Απριλίου, 2026
[ΔΑΥΙΔ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ TOY 2018, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ SOLKOMTEL FOUNDATION, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ ΕΚΔΟΘΕΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13.08.2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
…………………..
Αίτηση ημερομηνίας 02/02/2026 για καταχώρηση
Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης
Γ. Ζ. Γεωργίου με Ρ. Λοϊζίδη και Αγ. Ζερβού (κα), για Γεώργιος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες, για τους Αιτητές
Στ. Παύλου μαζί με Χρ. Νικολάου και Α. Αντωνίου (κα), για Patrikios Pavlou & Associates LLC, για τον Καθ’ ου η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ: ΔΑΥΙΔ, Δ: Έχοντας εξασφαλίσει σχετική άδεια προς τούτο, οι Αιτητές καταχώρησαν την υπό των ως άνω αριθμό, δια κλήσεως αίτηση, για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari, στοχεύοντας στην ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 13.08.2025, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ.251/2025, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
Μετά την καταχώρηση σχετικής ένστασης από τον καθ’ ου η αίτηση στην ως άνω δια κλήσεως αίτηση και τον προγραμματισμό της τελευταίας για ακρόαση, με τις δύο πλευρές, ως οι οδηγίες του δικαστηρίου να καταχωρούν επίσης τις γραπτές τους αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, η πλευρά των αιτητών επανήλθε, καταχωρώντας την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας επιζητούν την άδεια του δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (προσχέδιο της οποίας παρουσιάζουν), προς υποστύλωση της δια κλήσεως αίτησης τους.
Παρεμβάλλεται ότι το εκκαλούμενο διάταγμα, ημερομηνίας 13.08.2025, εντάσσεται στη δικαστική διαμάχη που βρίσκεται από μακρού χρόνου σε εξέλιξη, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό για τον έλεγχο δύο ιδρυμάτων, του TIVI και του SOLKOMTEL τα οποία έχουν εγγραφεί σύμφωνα με τους νόμους του πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, και βεβαίως, πληθώρας θυγατρικών ή άλλως πως συνδεδεμένων με αυτά εταιρειών, εγγεγραμμένων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Διαμάχης που εξελίσσεται μεταξύ του φερόμενου ως ιδρυτή των ως άνω ιδρυμάτων, Zygmunt Jozef Solorz, Πρωτεύοντος Δικαιούχου (Primary Beneficiary), και των παιδιών του, Δευτερευόντων Δικαιούχων (Secondary Beneficiaries) των ως άνω ιδρυμάτων.
Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, προκρίνεται η αναγκαιότητα για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Αιτητών, προκειμένου να παρουσιαστούν νέα, ουσιώδη ως ισχυρίζονται γεγονότα, που έλαβαν χώρα στο Λιχτενστάιν κατά τις αρχές Δεκεμβρίου του 2025 μέχρι και τα μέσα Ιανουαρίου του 2026, μεταγενέστερα των καταχωρήσεων των γραπτών αγορεύσεων των μερών. Στόχος της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υποστηρίζουν, είναι να αποσαφηνιστούν ψευδείς, παραπλανητικές και αβάσιμες αναφορές, ισχυρισμοί και διαπιστώσεις του καθ’ ου η αίτηση, ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει ορθή και ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης. Η προτεινόμενη μαρτυρία, προστίθεται, θα αποκαλύψει πλήρως τα κίνητρα, σκοπούς και λόγους που ο καθ’ ου η αίτηση αιτήθηκε και έλαβε μονομερώς ενδιάμεσα διατάγματα, μεταξύ των οποίων και το εκκαλούμενο, κάνοντας παράλληλα αναφορά σε γεγονότα και διάφορα σχέδια που στόχο έχουν την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των ως άνω ιδρυμάτων, θέτοντας τα υπό τον έλεγχο του καθ’ ου η αίτηση, αλλά και αποκαλύπτοντας οργανωμένη και συστηματική εκστρατεία σε βάρος του διαχειριστή των ιδρυμάτων (curator), από τον καθ’ ου η αίτηση και τους συνεργάτες του. Μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, συνεχίζουν, θα καταγραφούν μεταγενέστερες εξελίξεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο διαδικασιών που ο καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε στο Λιχτενστάιν, όπως η απόσυρση διαφόρων διαδικασιών σε βάρος των ιδρυμάτων στις 02.12.2025, αλλά και εναντίον του διαχειριστή τους, στις 05.12.2025. Θα τεθεί υλικό, μέσω του οποίου προκύπτει πως από τον Μάιο του 2025 μέχρι τον Ιούλιο του 2025, ο καθ’ ου σχεδίαζε και υλοποιούσε μεθοδικά τα διάφορα δόλια και παράνομα σχέδια αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυμάτων και των θυγατρικών τους εταιρειών με σκοπό την μεταβίβαση του ελέγχου τους σε νέα δομή, την οποία συνέστησε κρυφά με την σύζυγο του και την οποία θα έλεγχε ο ίδιος. Επίσης, θα αποκαλυφθεί οργανωμένη και συστηματική εκστρατεία προσωπικής επίθεσης κατά του διαχειριστή των ως άνω ιδρυμάτων με σκοπό να τον εκφοβισμό και την παραίτησή του. Παράλληλα, θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου πρόσφατη απόφαση του Εφετείου του Λιχτενστάιν, ημερομηνίας 23.12.2025, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του καθ’ ου η αίτηση, επικυρώνοντας τελεσίδικα και δεσμευτικά, μεταξύ άλλων, ότι η τροποποίηση του καταστατικού του ιδρύματος TIVI, ημερομηνίας 02.08.2024 ήταν έγκυρη. Περαιτέρω, ως υποστηρίζουν, μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, διαψεύδονται ισχυρισμοί του καθ’ ου η αίτηση, ως προβάλλονται στην ένσταση του, περί παραπλανητικής και ψευδούς θέσης τους ως προς τις εξουσίες του διαχειριστή σε σχέση με την προστασία της περιουσίας των ιδρυμάτων. Καταληκτικά, υποδεικνύουν ότι η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας είναι αναγκαία και επιβεβλημένη, για να διασφαλιστεί η ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης και να αποτραπεί η περαιτέρω κατάχρηση της διαδικασίας.
Το αίτημα συνάντησε την αντίδραση του καθ’ ου η αίτηση ο οποίος καταχώρησε σχετική ένσταση. Θέση του τελευταίου είναι πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, προτάσσεται, δεν περιέχει ισχυρισμούς και γεγονότα δυνάμενα να στοιχειοθετήσουν την έγκριση αιτήματος του είδους. Μέσω της, επιδιώκεται να προσαχθεί μαρτυρία υπό μορφή απάντησης, η οποία, πέραν από αμφισβητούμενη, εξασφαλίστηκε με τρόπο παράνομο και αντινομικό, κατά τρόπο που με βάση το δίκαιο της απόδειξης να είναι μη αποδεκτή. Μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, προστίθεται, επιδιώκεται η προσκόμιση όγκου μαρτυρίας που είναι άσχετη και/ή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την διαμόρφωση κρίσης σε σχέση με αριθμό αιτήσεων για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, μεταξύ αυτών και της παρούσας. Ό,τι επιχειρείται, σημειώνεται, είναι να εισαχθεί μαρτυρία για να πείσουν οι αιτητές για την αλήθεια ούτως ή άλλως αμφισβητούμενων ισχυρισμών τους, καλώντας ουσιαστικά το δικαστήριο να αποφανθεί επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς, χωρίς το τελευταίο να έχει, δικαιοδοτικά, στο πλαίσιο διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, την δυνατότητα προς τούτο. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί θέση του ότι η αίτηση προωθείται καταχρηστικά και με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παραπέμποντας προς τούτο στο γεγονός ότι είχε ήδη προγραμματιστεί η ακρόαση της κυρίως αίτησης με τις πλευρές να καταχωρούν τις γραπτές τους αγορεύσεις ως η οδηγίες του δικαστηρίου. Ό,τι επιχειρήθηκε και επιτεύχθηκε από πλευράς αιτητών, σημειώνεται, είναι η ανατροπή του προγραμματισμού του δικαστηρίου και ο περαιτέρω εκτροχιασμός της διαδικασίας με την προσκόμιση μεγάλου όγκου μαρτυρίας, θέσεων και απόψεων που δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, προσβάλλοντας ταυτόχρονα το κατοχυρωμένο δικαίωμα του καθ’ ου η αίτηση να ακουστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τις αγορεύσεις τους τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου προώθησαν τις θέσεις τους. Το ίδιο έπραξαν και δια ζώσης, κατά την ακρόαση της αίτησης.
Το δικαστήριο με προσοχή έχει διεξέλθει τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση με τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, σε συνδυασμό θεωρούμενες με την δια κλήσεως αίτηση και την ένσταση που έχει ήδη καταχωρηθεί σε σχέση με αυτή. Έχει, επίσης, μελετήσει και σταθμίσει με προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των πλευρών.
Δεδομένη είναι η δυνατότητα του δικαστηρίου, σε διαδικασίες του είδους, να δίδει οποιεσδήποτε οδηγίες απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (Κανονισμός 14 του περί Ανώτατου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018, ως έχει τροποποιηθεί).
Το ζήτημα της καταχώρισης ή μη συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, η παραχώρηση ή μη τέτοιας άδειας θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με την φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη φύση της διαδικασίας και των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να αφορά γεγονότα και στοιχεία που ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, πραγματικά και ουσιαστικά να απασχολούν και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να τεθούν υπόψιν του Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση εξάλλου στη διεκδίκηση θεραπείας ως η υπό συζήτηση, μπορεί να αποτελέσει μεταβλητή που λαμβάνεται υπόψιν - εντασσόμενη πάντα στο σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση - κατά πόσο αυτή θα εγκριθεί ή όχι. Τέτοια καθυστέρηση, όπως κατ' επανάληψη έχει κριθεί, μπορεί να αποτελέσει έκφανση και μορφή της κατάχρησης των διαδικασιών.
Ζήτημα που κατά προτεραιότητα απασχολεί, αποτελεί ο χρόνος προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης. Κατά πόσο δηλαδή προωθείται αδικαιολόγητα καθυστερημένα και καταχρηστικά, κατά τρόπο που θα μπορούσε, άνευ άλλου τινός, να οδηγήσει στην απόρριψη της.
Είναι γεγονός ότι πριν την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, είχε καταχωρηθεί η ένσταση στην δια κλήσεως αίτηση, ενώ παράλληλα, ως οι σχετικές οδηγίες του δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν και γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των μερών. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ο χρόνος προώθησης αίτησης ως η υπό συζήτηση, έχει τη δική της σημασία. Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, ικανός αριθμός γεγονότων και στοιχείων που επιδιώκεται συμπληρωματικά να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, παρουσιάζονται είτε να μην ήταν στην κατοχή τους κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης είτε να επισυνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της. Ειδικότερα, μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, γίνεται μεταξύ άλλων αναφορά σε ζητήματα που έλαβαν χώρα στις 02.12.2025 και 05.12.2025, όταν ο καθ’ ου η αίτηση παρουσιάζεται να απέσυρε αντίστοιχες διαδικασίες με τις οποίες αμφισβητούσε τα ψηφίσματα που λήφθηκαν από τα συμβούλια των δύο ιδρυμάτων στη βάση των οποίων παύθηκε από τη θέση που κατείχε ως πρόεδρος Εποπτικών Συμβουλίων διαφόρων θυγατρικών εταιρειών των ιδρυμάτων, ως επίσης, διαδικασίες που είχε προωθήσει εναντίον του διορισμού του διαχειριστή των δύο ιδρυμάτων. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι δικαστήριο του Λιχτενστάιν, μόλις στις 23.12.2025, απέρριψε έφεση του καθ’ ου η αίτηση, επικυρώνοντας τελεσίδικα τις δηλώσεις για τροποποίηση του καταστατικού του ιδρύματος TIVI σύμφωνα με τις οποίες, ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, ο καθ’ ου η αίτηση παραχώρησε στα παιδιά του τον ενεργό έλεγχο της διαχείρισης του TIVI διατηρώντας ταυτόχρονα την δυνατότητα τελικού ελέγχου.
Με δεδομένο ότι ο τρίτος, ανεξάρτητος παρατηρητής, δεν μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αιτητές στην παρούσα, είχαν πράγματι υπόψη τους, σε προγενέστερο στάδιο, συγκεκριμένα γεγονότα και σχετικά στοιχεία, απόρροια των διαφόρων διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη, πολλές φορές μεταξύ διαφορετικών διαδίκων, ενώπιον διαφόρων δικαστηρίων, σε διάφορες δικαιοδοσίες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ζητήματα που προβάλλονται μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφορούν γεγονότα που φαίνεται να έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο από την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης, κρίνεται ότι, υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, το γεγονός ότι η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης έγινε σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί από μόνο του, να επιδράσει καταλυτικά, σφραγίζοντας την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. Ούτε εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των Αιτητών σε σχέση με την καταχώρηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, κατά τρόπο που να επιτρέπουν την υπαγωγή του εγχειρήματος στα όρια της κατάχρησης, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία, επιβάλλοντας τη δραστική παρέμβαση του δικαστηρίου να ανακόψει εξ αρχής την πορεία της αίτησης.
Στρέφοντας την προσοχή στα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, διαπιστώνεται πως με την υπό εξέταση αίτηση, σε συνδυασμό θεωρούμενη και σε συνάρτηση πάντα με το αντικείμενο της δια κλήσεως αίτησης και την καταχωρηθείσα ένσταση σε αυτή ─ χωρίς επ’ ουδενί να παραβλέπω την ειδικότερη φύση, το χαρακτήρα και το εύρος που δύνανται να λάβουν διαδικασίες έκδοσης ενταλμάτων προνομιακής φύσης ─ δεν επιδιώκεται η διαφοροποίηση της βάσης επί της οποίας παραχωρήθηκε η άδεια και, στη συνέχεια, καταχωρήθηκε η δια κλήσεως αίτηση για έκδοση του προνομιακού εντάλματος (Ευθυμίου (1990) 1 Α.Α.Δ. 1).
Των ως άνω λεχθέντων, γεγονός παραμένει ότι τα ζητήματα τα οποία επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του εκκαλούμενου προσωρινού διατάγματος και της παραχωρηθείσας άδειας για την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης. Ταυτόχρονα, φαίνεται να αποτελούν το έναυσμα για πλείστες όσες συμπερασματικές απολήξεις εκ μέρους των αιτητών, οι οποίες επίσης περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική δήλωση.
Η παρουσίαση γεγονότων που συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο, χωρίς να αποτελούν μέρος του πρακτικού-απόφασης του πρωτόδικου του Δικαστηρίου που ελέγχεται, ως επιχειρείται τούτο, κρίνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Ούτε, βεβαίως, η ταυτόχρονα με την παρουσίαση τους, επιχειρούμενη επεξήγηση, ερμηνεία και προσέγγιση τους, κατά τρόπο που να εξυπηρετεί την υπόθεση των Αιτητών επί της ουσίας. Τα πιο πάνω, πέραν και ανεξάρτητα από τα ζητήματα αποδεκτότητας μέρους της προτεινόμενης μαρτυρίας, που η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση προβάλλει κατ’ επίκληση του προνομίου και του απορρήτου της εμπιστευτικότητας.
Κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί η αυστηρά οριοθετημένη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στο πλαίσιο της εξέτασης αιτήσεων του είδους. Το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, η οποία αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και δικαστικής κρίσης ενώπιον του αρμόδιου προς τούτο δικαστηρίου. Στην έκταση που μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου ζητήματα που αφορούν την ουσία των πραγμάτων, η ενσωμάτωση τους στο υπόβαθρο των γεγονότων δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό για την περίπτωση σκοπό και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται.
Θα πρέπει παράλληλα να σημειωθεί και τούτο. Στην έκταση που μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δηλώσεως ουσιαστικά επαναλαμβάνονται θέσεις, επιχειρηματολογία και σχολιασμός τεκμηρίων που έχουν ήδη τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, η έγκριση του αιτήματος δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.
Συνακόλουθα, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και την ειδικότερη φύση της διαδικασίας που αυτή αφορά, δεν φαίνεται να εξυπηρετεί τον στόχο και τον σκοπό που μπορεί να επιτελέσει σε διαδικασίες του είδους και ως εκ τούτου να δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας.
Η υπό εξέταση αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, απορρίπτεται.
Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα είναι στην πορεία της δια κλήσεως αίτησης, σε καμία όμως περίπτωση σε βάρος του καθ’ ου η αίτηση.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο