ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 247/2025
3 Απριλίου, 2026
[Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ/ΣΤΗΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΉΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΌΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Χ.Τ., 2. Κ.Τ., ΚΑΙ 3. Χ.Τ. ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΆΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΛΗΨΗΣ ΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΓΕΝΕΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/07/25, ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 170/25
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 248/2025
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΉΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ) ΝΌΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Χ.Τ., 2. Κ.Τ., ΚΑΙ 3. Χ.Τ. ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΆΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/07/25, ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 171/25
............................
Αιτήσεις διά κλήσεως ημερ. 30.9.2025
Η. Στεφάνου με Γ. Νεάρχου και Ι. Πιριπίτση, για Αιτητές
Μπίσσας με Ε. Κωνσταντίνου (κα), δικηγόροι της Δημοκρατίας, για Καθ’ ου η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Οι υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Πολιτικές Αιτήσεις αφορούν αίτημα για έκδοση εντάλματος certiorari προς το σκοπό ακύρωσης δύο διαφορετικών διαταγμάτων, τα οποία είχαν εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Νόμος 73(Ι)/2004, όπως έχει τροποποιηθεί. Το διάταγμα στο οποίο αφορά η Πολιτική Αίτηση αρ. 247/2025 εκδόθηκε στις 10.7.2025 και διέτασσε τη λήψη από τους αιτητές παρειακού επιχρίσματος (σάλιου). Το διάταγμα στο οποίο αφορά η Πολιτική Αίτηση 248/2025 εκδόθηκε την επομένη ημέρα, 11.7.2025, και διέτασσε τη λήψη από τα ίδια πρόσωπα, δακτυλικών αποτυπωμάτων. Οι υπό εξέταση αιτήσεις, για το λόγο ότι αφορούσαν τους ίδιους αιτητές και για παρόμοιας φύσης θέματα, με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών συνεκδικάστηκαν, επομένως, θα εκδοθεί μία απόφαση.
Τα υπό εξέταση διατάγματα εκδόθηκαν το κάθε ένα και από διαφορετικό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η έκδοση τους σκοπούσε στο να συγκριθούν τα δείγματα σάλιου και δακτυλικών αποτυπωμάτων, με γενετικό υλικό και δακτυλικά αποτυπώματα που φέρεται να υπήρχαν σε αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή των αιτητών οι οποίοι, κατ΄ ισχυρισμό, ενεργούσαν ως ομάδα. Κατά τους ως άνω ουσιώδεις χρόνους, οι αιτητές φέρεται να τελούσαν υπό νόμιμη κράτηση, ως ύποπτοι για τη διάπραξη, συγκεκριμένων, υπό διερεύνηση σοβαρών αδικημάτων.
Το Δικαστήριο, αιτιολογώντας την απόφαση του στην κάθε περίπτωση, ανέφερε ότι ικανοποιήθηκε για την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος, καθώς και ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορούσε εύλογα να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα μέσα τα οποία θίγουν λιγότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των υπόπτων. Σημειώνεται, εξ αρχής, ότι η πιο πάνω αιτιολογία δεν απαιτείται από το άρθρο 25 του Νόμου 73(Ι)/2004.
Εκ μέρους των αιτητών, προβάλλονται διάφοροι λόγοι με τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση των υπό εξέταση διαταγμάτων. Ειδικά, εστιάζουν στο να καταδειχθεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 25 παραβιάζει διάφορες πρόνοιες της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, με ιδιαίτερη αναφορά στα άρθρα 8 και 10. Επίσης, γίνεται εισήγηση ότι παραβιάζει το άρθρο 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τούτου δεδομένου ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 1Α του Συντάγματος, η Οδηγία 2016/680 και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν υπέρτερη νομική ισχύ στη Δημοκρατία έναντι των κοινών Νόμων, ώστε το άρθρο 25 του Νόμου 73(Ι)/2004, να πρέπει να συνάδει με τις πρόνοιες τους, διαφορετικά θεωρείται ανίσχυρο.
Το άρθρο 25(1) και (3) του Ν.73(Ι)/2004, προβλέπει ότι:
«25.- (1) Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος:
(α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώματα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώμα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.
(β) με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγματα αίματος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.
(2) ………………………………………………………………………..
(3) Πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση και αρνείται ή παρεμποδίζει ή δεν επιτρέπει να ληφθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές.»
Αρχής γενόμενης από το Άρθρο 8[1] της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι στην ημεδαπή νομοθεσία, σε σχέση με αίτημα όπως το υπό αναφορά, πρέπει να καθορίζονται οι στόχοι και οι σκοποί της επεξεργασίας των δειγμάτων πραγματικής μαρτυρίας. Ακολούθως, στο άρθρο 10[2] προβλέπεται ότι η επεξεργασία γενετικών δεδομένων και βιομετρικών δεδομένων πρέπει να στοχεύουν στην αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου, εφόσον τούτο είναι απολύτως αναγκαίο.
Όσον αφορά το άρθρο 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισάγει την αρχή της αναλογικότητας στον περιορισμό της άσκησης δικαιωμάτων και ελευθεριών, ώστε η επέμβαση σε αυτά να επιτρέπεται μόνο, εφόσον είναι αναγκαίος προς ικανοποίηση στόχων που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου.
Το άρθρο 25 του Νόμου 73(Ι)/2004, από την ανάγνωση του, είναι προφανές ότι δεν θέτει οποιεσδήποτε προϋποθέσεις, για τις οποίες το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τίθεται ανάλογη αίτηση, πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, με αναφορά στην υποστηρικτική του σχετικού αιτήματος ένορκη δήλωση. Κατά την εξέταση του αιτήματος έκδοσης του, προβλέπεται μόνο ότι εφόσον αρμόδιο μέλος της Αστυνομίας θέσει ενώπιον του ανάλογο αίτημα, μπορεί να λάβει από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση την πραγματική μαρτυρία που προβλέπεται στις υποπαραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος. Δηλαδή, έστω και αν το πρόσωπο δεν τελεί υπό κράτηση σε σχέση με αυτό, ή ακόμα και αν δεν συγκατατίθεται ως προς τούτο. Σε τέτοια περίπτωση δε, σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 25, θεωρείται ότι είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο μέχρι έξι μηνών ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο ποινές μαζί.
Είναι στη βάση, ακριβώς, αυτών των άκαμπτων και ανεπαρκών κριτηρίων που προσβάλλεται, εν προκειμένω, η νομιμότητα του άρθρου 25, υπό το φως των προνοιών, ειδικά, των άρθρων 8 και 10 της Οδηγίας 2016/680. Υπάρχει παντελής απουσία αναφοράς σε αυτό, στην ανάγκη για διατύπωση στο σχετικό αίτημα των σκοπών για τους οποίους απαιτείται η επεξεργασία της εν λόγω πραγματικής μαρτυρίας καθώς, επίσης, ότι αυτή είναι απολύτως αναγκαία, όπως προνοείται στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2016/680.
Επίσης, το άρθρο 25 ως έχει, παραβιάζει το άρθρο 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού απουσιάζει από αυτό, αναφορά σε απαίτηση για εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας κατά την εξέταση σχετικής αίτησης. Σημειώνεται πως θα πρέπει να υπάρχουν ανάλογες πρόνοιες στο σώμα του εν άρθρου 25 προκειμένου να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της πιο πάνω Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας, κάτι που δεν συμβαίνει σε σχέση με αυτό, επί του οποίου έχουν εκδοθεί τα υπό αναφορά διατάγματα. Η αναφορά από το Δικαστήριο, τείνουσα να δώσει την εντύπωση ότι η έκδοση των διαταγμάτων βασιζόταν στις πιο πάνω αρχές της Οδηγίας 2016/680 και του Χάρτη, δεν διόρθωνε την πρόνοια του άρθρου 25, ως αυτή έχει.
Επομένως, για τους πιο πάνω λόγους οι υπό εξέταση δύο αιτήσεις επιτυγχάνουν. Εκδίδεται ένταλμα certiorari στην κάθε μια από αυτές με το οποίο ακυρώνονται τα διατάγματα με ημερομηνία 10.7.2025 και 11.7.2025, αντίστοιχα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον της Δημοκρατίας, τα οποία καθορίζονται και για τις δύο αιτήσεις στο ποσό των €3.500.- πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει.
Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.
/γκ
[1] «Άρθρο 8. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η επεξεργασία είναι σύννομη μόνον εάν και στον βαθμό που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση καθήκοντος που ασκείται από αρχή αρμόδια για τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και βασίζεται στο δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών.
2. Το δίκαιο κράτους μέλους που ρυθμίζει την επεξεργασία στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας καθορίζει τουλάχιστον τους στόχους της επεξεργασίας, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τους σκοπούς της επεξεργασίας.»
[2] «Άρθρο 10. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων για την αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή δεδομένων που αφορούν στην υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό επιτρέπονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίες, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και εφόσον:
α) επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών·
β) επιβάλλονται για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου· ή
γ) η επεξεργασία αυτή αφορά σε δεδομένα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο