ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ. 250/2025
08 Απριλίου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ TOY 2018, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ (1) PIOTR MATEUSZ ZAK ΕΚ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ, ΠΟΛΩΝΙΑ, (2) ALEKSANDRA JADWIGA ZAK ΕΚ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ, Η.Π.Α., (3) TOBIAS MARKUS SOLORZ ΕΚ ΝΤΟΥΠΑΙ, ΗΝΩΜΕΝΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΕΜΙΡΑΤΑ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ PROHIBITION
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ ΕΚΔΟΘΕΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 10.09.2025 ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΡ. 252/2025 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ I-JUSTICE
……………………………………………..
Αίτηση ημερ. 10.02.2026 για καταχώριση
Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης
Σ. Πίττας, για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Αιτητές.
Σ. Παύλου με Χρ. Νικολάου και Α. Αντωνίου (κα), για Patrikios Pavlou & Associates LLC, για τους Καθ’ ων η αίτηση.
…………………………
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Κατόπιν εξασφάλισης σχετικής άδειας, καταχωρίστηκε από τους οι Αιτητές η υπό των ως άνω αριθμό, δια κλήσεως αίτηση, για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari, στοχεύοντας στην ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 10.09.2025, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ.252/2025, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
Μετά την καταχώρηση σχετικής ένστασης από τον καθ’ ου η αίτηση και τον προγραμματισμό της ως άνω δια κλήσεως αίτησης για ακρόαση, με τις δύο πλευρές, ως οι οδηγίες του δικαστηρίου να καταχωρούν επίσης τις γραπτές τους αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, η πλευρά των αιτητών επανήλθε, καταχωρώντας την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας επιζητούν την άδεια του δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (προσχέδιο της οποίας παρουσιάζουν), προς υποστύλωση της ως άνω δια κλήσεως αίτησης τους.
Παρεμβάλλεται ότι το εκκαλούμενο διάταγμα, ημερομηνίας 10.09.2025, εντάσσεται στη δικαστική διαμάχη που βρίσκεται από μακρού χρόνου σε εξέλιξη, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό για τον έλεγχο δύο ιδρυμάτων, του TIVI και του SOLKOMTEL τα οποία έχουν εγγραφεί σύμφωνα με τους νόμους του πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, και βεβαίως, πληθώρας θυγατρικών ή άλλως πως συνδεδεμένων με αυτά εταιρειών, εγγεγραμμένων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Διαμάχης που εξελίσσεται μεταξύ του φερόμενου ως ιδρυτή των ως άνω ιδρυμάτων Zygmunt Jozef Solorz Πρωτεύοντος Δικαιούχου (Primary Beneficiary) και των παιδιών του, Δευτερευόντων Δικαιούχων (Secondary Beneficiaries) των ως άνω ιδρυμάτων.
Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, προκρίνεται η αναγκαιότητα για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Αιτητών, προκειμένου να παρουσιαστούν νέα, ουσιώδη ως ισχυρίζονται γεγονότα, που έλαβαν χώρα στο Λιχτενστάιν κατά τις αρχές Δεκεμβρίου του 2025 μέχρι και τα μέσα Ιανουαρίου του 2026, μεταγενέστερα των καταχωρήσεων των γραπτών αγορεύσεων των μερών. Στόχος της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υποστηρίζουν, είναι η παρουσίαση νέας μαρτυρίας που περιήλθε πρόσφατα στην κατοχή τους, καθ’ όλα χρήσιμης και αναγκαίας για να συνδράμει το έργο του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της δια κλήσεως αίτησης. Η προτεινόμενη μαρτυρία, προστίθεται, θα αποκαλύψει πλήρως τα κίνητρα, σκοπούς και λόγους που ο καθ’ ου η αίτηση αιτήθηκε και έλαβε μονομερώς τέσσερα ενδιάμεσα διατάγματα, μεταξύ των οποίων και το εκκαλούμενο, και γιατί συνεχίζει να προβάλλει αναληθείς ισχυρισμούς μέσω της ένστασης του, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πετύχει, με οποιοδήποτε τρόπο, να θέσει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία των δύο ιδρυμάτων. Γεγονότα, προσθέτουν, που καταδεικνύουν ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα εξασφαλίστηκε προς απόκτηση και/η διατήρηση αθέμιτου πλεονεκτήματος από τον καθ’ ου η αίτηση σε βάρος των ιδρυμάτων TIVI και SOLKOMTEL αλλά και των αιτητών, προς υλοποίηση των δόλιων σχεδιασμών να αποξενωθούν αυτά από όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, θέτοντας τα μακράν της πρόσβασης των αιτητών και των ιδρυμάτων. Μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προβάλλεται, θα καταγραφούν μεταγενέστερες εξελίξεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των διαδικασιών που ο καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε στο Λιχτενστάιν, όπως η απόσυρση, στις 02.12.2025, διαφόρων διαδικασιών σε βάρος των ιδρυμάτων, αλλά και εναντίον του διαχειριστή τους (Curator). Ειδικότερα, θα τεθεί υλικό μέσω του οποίου προκύπτει ότι από τον Μάιο του 2025 μέχρι τον Ιούλιο του 2025, ο καθ’ ου σχεδίαζε και υλοποιούσε μεθοδικά τα διάφορα δόλια και παράνομα σχέδια αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυμάτων και των θυγατρικών τους εταιρειών καθώς και η οργανωμένη και συστηματική εκστρατεία προσωπικής επίθεσης κατά του διαχειριστή (curator) των ιδρυμάτων. Παράλληλα, θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου πρόσφατη απόφαση του Εφετείου του Λιχτενστάιν, ημερομηνίας 23.12.2025, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του καθ’ ου η αίτηση, επικυρώνοντας τελεσίδικα και δεσμευτικά ότι η τροποποίηση του καταστατικού του ιδρύματος TIVI, ημερομηνίας 02.08.2024 ήταν έγκυρη. Ομοίως θα τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου απόφαση δικαστηρίου του Λιχτενστάιν, ημερομηνίας 13.01.2026, με την οποία απέρριψε νέα αγωγή του καθ’ ου η αίτηση για το ίδρυμα TIVI, μέσω της οποίας επιδίωκε να ακυρώσει αγωγή των αιτητών ως δευτερεύοντες δικαιούχοι (secondary beneficiaries) του ιδρύματος. Στη βάση δε της μαρτυρίας που περιέχεται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, υποστηρίζουν, θα καταδειχθεί πως αν δεν αναστέλλονταν από το Ανώτατο Δικαστήριο η ισχύς των ανωτέρω διαταγμάτων, τα περιουσιακά στοιχεία των ιδρυμάτων θα ευρίσκοντο υπό τον έλεγχο του καθ’ ου η αίτηση και των συνεργατών του, ενώ ο διαχειριστής (curator) και τα ιδρύματα TIVI και SOLKOMTEL δεν θα μπορούσαν να παύσουν άμεσα τον τελευταίο και τους συνεργάτες του από τα συμβούλια διαφόρων εταιρειών προς το σκοπό προστασίας των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυμάτων. Η πιο πάνω μαρτυρία, προβάλλεται, περιήλθε στην κατοχή των Αιτητών με την επίδοση στο γραφείο των δικηγόρων τους δύο αιτήσεων εκ μέρους των ιδρυμάτων TIVI και SOLKOMTEL για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη τεσσάρων αιτήσεων Certiorari που είχαν καταχωρήσει προς ακύρωση σχετικών διαταγμάτων. Όλες οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας, υποστηρίζουν καταληκτικά, πληρούνται, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι με την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας θα εξυπηρετηθεί ο σκοπός της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Το αίτημα συνάντησε την αντίδραση του καθ’ ου η αίτηση ο οποίος καταχώρησε σχετική ένσταση. Αποτελεί θέση του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, προτάσσεται, δεν περιέχει ισχυρισμούς και γεγονότα δυνάμενα να στοιχειοθετήσουν την έγκριση αιτήματος του είδους. Μέσω της, επιδιώκεται να προσαχθεί μαρτυρία υπό μορφή απάντησης, η οποία, πέραν από αμφισβητούμενη, εξασφαλίστηκε με τρόπο παράνομο και αντινομικό, κατά τρόπο που να είναι μη αποδεκτή με βάση το δίκαιο της απόδειξης. Μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, προστίθεται, επιδιώκεται η προσκόμιση όγκου μαρτυρίας που είναι άσχετη και/ή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την διαμόρφωση κρίσης σε σχέση με τις ενώπιον του, σχετικές αιτήσεις για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, σημειώνοντας πως ό,τι επιχειρείται, είναι να εισαχθεί μαρτυρία για να πείσουν οι αιτητές για την αλήθεια ούτως ή άλλως αμφισβητούμενων ισχυρισμών τους, καλώντας ουσιαστικά το δικαστήριο να αποφανθεί επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς, χωρίς το τελευταίο να έχει, δικαιοδοτικά, στο πλαίσιο διαδικασίας ως η υπό συζήτηση, την δυνατότητα προς τούτο. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί θέση του ότι η αίτηση προωθείται καταχρηστικά και με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παραπέμποντας προς τούτο στο γεγονός ότι είχε ήδη προγραμματιστεί η ακρόαση της κυρίως αίτησης με τις πλευρές να καταχωρούν τις γραπτές τους αγορεύσεις ως οι οδηγίες του δικαστηρίου. Ό,τι επιχειρήθηκε και επιτεύχθηκε από πλευράς αιτητών, σημειώνεται, είναι η ανατροπή του προγραμματισμού του δικαστηρίου και ο περαιτέρω εκτροχιασμός της διαδικασίας με την προσκόμιση μεγάλου όγκου μαρτυρίας, θέσεων και απόψεων που δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, προσβάλλοντας ταυτόχρονα το κατοχυρωμένο δικαίωμα του καθ’ ου η αίτηση να ακουστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τις αγορεύσεις τους τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου προώθησαν τις θέσεις τους. Το ίδιο έπραξαν και δια ζώσης, κατά την ακρόαση της αίτησης.
Το δικαστήριο με προσοχή έχει διεξέλθει τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση με τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, σε συνδυασμό θεωρούμενες με την δια κλήσεως αίτηση και την ένσταση που έχει ήδη καταχωρηθεί σε σχέση με αυτή. Έχει, επίσης, μελετήσει και σταθμίσει με προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των πλευρών.
Δεδομένη είναι η δυνατότητα του δικαστηρίου, σε διαδικασίες του είδους, να δίδει οποιεσδήποτε οδηγίες απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (Κανονισμός 14 του περί Ανώτατου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018, ως έχει τροποποιηθεί).
Το ζήτημα της καταχώρισης ή μη συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία η παραχώρηση ή μη τέτοιας άδειας θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με την φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη φύση της διαδικασίας και των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να αφορά γεγονότα και στοιχεία που ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, πραγματικά και ουσιαστικά να απασχολούν και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να τεθούν υπόψιν του Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση εξάλλου στη διεκδίκηση θεραπείας ως η υπό συζήτηση, μπορεί να αποτελέσει μεταβλητή που λαμβάνεται υπόψιν - εντασσόμενη πάντα στο σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση - κατά πόσο αυτή θα εγκριθεί ή όχι. Τέτοια καθυστέρηση, όπως κατ' επανάληψη έχει κριθεί, μπορεί να αποτελέσει έκφανση και μορφή της κατάχρησης των διαδικασιών.
Ζήτημα που κατά προτεραιότητα απασχολεί, αποτελεί ο χρόνος προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης. Κατά πόσο δηλαδή προωθείται αδικαιολόγητα καθυστερημένα και καταχρηστικά, κατά τρόπο που θα μπορούσε, άνευ άλλου τινός, να οδηγήσει στην απόρριψη της. Είναι γεγονός ότι πριν την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, είχε καταχωρηθεί η ένσταση στην δια κλήσεως αίτηση, ενώ παράλληλα δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων των πλευρών, πράγμα το οποίο και έγινε. Η καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης ακολούθησε, αφού εξασφαλίστηκε αναβολή της προγραμματισθείσας ακρόασης, με τους αιτητές στην παρούσα να προβάλλουν ότι συγκεκριμένα γεγονότα και σχετικά στοιχεία, τα οποία επιζητούν συμπληρωματικά να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, περιήλθαν στην αντίληψη τους μέσω της καταχώρησης παρόμοιας αίτησης εκ μέρους άλλων ενδιαφερομένων προσώπων.
Μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, γίνεται μεταξύ άλλων αναφορά σε ζητήματα που έλαβαν χώρα στις 02.12.2025 και 05.12.2025, όταν ο καθ’ ου η αίτηση παρουσιάζεται να απέσυρε αντίστοιχες διαδικασίες με τις οποίες αμφισβητούσε τα ψηφίσματα που λήφθηκαν από τα συμβούλια των δύο ιδρυμάτων στη βάση των οποίων παύθηκε από τη θέση που κατείχε ως πρόεδρος Εποπτικών Συμβουλίων, διαφόρων θυγατρικών εταιρειών των ιδρυμάτων, ως επίσης, διαδικασίες που είχε προωθήσει εναντίον του διορισμού του διαχειριστή των δύο ιδρυμάτων. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι δικαστήριο του Λιχτενστάιν, μόλις στις 23.12.2025, απέρριψε έφεση του καθ’ ου η αίτηση, επικυρώνοντας τελεσίδικα τις δηλώσεις για τροποποίηση του καταστατικού του ιδρύματος TIVI και ότι στις 13.01.2026, δικαστήριο στο Λιχτενστάιν απέρριψε αγωγή του καθ’ ου η αίτηση με την οποία επιδίωκε να ακυρώσει την εισαγωγή των αιτητών ως δευτερευόντων δικαιούχων (secondary beneficiaries) στο ίδρυμα TIVI.
Με δεδομένο ότι ο τρίτος, ανεξάρτητος παρατηρητής, δεν μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αιτητές στην παρούσα, είχαν πράγματι υπόψη τους, σε προγενέστερο στάδιο, τα συγκεκριμένα γεγονότα και σχετικά στοιχεία, απόρροια των διαφόρων διαδικασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη, πολλές φορές μεταξύ διαφορετικών διαδίκων, ενώπιον διαφόρων δικαστηρίων, σε διάφορες δικαιοδοσίες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα ζητήματα που προβάλλονται μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφορούν γεγονότα που φαίνεται να έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο από την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης, κρίνεται ότι, υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, το γεγονός ότι η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης έγινε σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί από μόνο του, να επιδράσει καταλυτικά, σφραγίζοντας την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. Ούτε εντοπίζονται οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των Αιτητών σε σχέση με την καταχώρηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, κατά τρόπο που να επιτρέπουν την υπαγωγή του εγχειρήματος στα όρια της κατάχρησης, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία, επιβάλλοντας τη δραστική παρέμβαση του δικαστηρίου να ανακόψει εξ αρχής την πορεία της αίτησης.
Στρέφοντας την προσοχή στα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την δια κλήσεως αίτηση, προωθούνται ζητήματα για τα οποία εξασφαλίστηκε σχετική άδεια. Προφανώς, η βάση των γεγονότων ή των ζητημάτων που θα απασχολήσουν στη δια κλήσεως αίτηση, δεν μπορεί να επεκταθεί (Ευθυμίου (1990) 1 Α.Α.Δ. 1).
Η υπό εξέταση αίτηση, σε συνδυασμό θεωρούμενη και σε συνάρτηση πάντα με το αντικείμενο της δια κλήσεως αίτησης και την καταχωρηθείσα ένσταση σε αυτή, χωρίς επ’ ουδενί να παραβλέπω την ειδικότερη φύση, το χαρακτήρα και το εύρος που δύνανται να λάβουν διαδικασίες έκδοσης ενταλμάτων προνομιακής φύσης, διαπιστώνεται ότι μέσω της, δεν επιδιώκεται η διαφοροποίηση της βάσης επί της οποίας παραχωρήθηκε η άδεια και, στη συνέχεια, καταχωρήθηκε η δια κλήσεως αίτηση για έκδοση του προνομιακού εντάλματος.
Των ως άνω λεχθέντων, γεγονός παραμένει ότι τα ζητήματα τα οποία επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αναφέρονται σε γεγονότα που επενέβησαν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της έκδοσης του εκκαλούμενου προσωρινού διατάγματος και της παραχωρηθείσας άδειας για την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης. Αποτελούν δε το έναυσμα για πλείστες όσες συμπερασματικές απολήξεις εκ μέρους των αιτητών, οι οποίες επίσης περιλαμβάνονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική δήλωση.
Η παρουσίαση γεγονότων που συνέβησαν σε χρόνο μεταγενέστερο, χωρίς να αποτελούν μέρος του πρακτικού-απόφασης του πρωτόδικου του Δικαστηρίου που ελέγχεται, ως επιχειρείται τούτο, κρίνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Ούτε, βεβαίως, η ταυτόχρονα με την παρουσίαση τους, επιχειρούμενη επεξήγηση, ερμηνεία και προσέγγιση τους, κατά τρόπο που να εξυπηρετεί την υπόθεση των Αιτητών επί της ουσίας. Τα πιο πάνω, πέραν και ανεξάρτητα από τα ζητήματα αποδεκτότητας μέρους της προτεινόμενης μαρτυρίας, που η πλευρά του καθ’ ου η αίτηση προβάλλει κατ’ επίκληση του προνομίου και του απορρήτου της εμπιστευτικότητας.
Περαιτέρω, κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί η αυστηρά οριοθετημένη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στο πλαίσιο της εξέτασης αιτήσεων του είδους. Το δικαστήριο, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, η οποία αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και δικαστικής κρίσης ενώπιον του αρμόδιου προς τούτο δικαστηρίου. Στην έκταση που μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου ζητήματα που αφορούν την ουσία των πραγμάτων, η ενσωμάτωση τους στο υπόβαθρο των γεγονότων δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε ουσιαστικό για την περίπτωση σκοπό και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται.
Ομοίως, στην έκταση που μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δηλώσεως ουσιαστικά επαναλαμβάνονται θέσεις, επιχειρηματολογία και σχολιασμός τεκμηρίων που έχουν ήδη τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, η έγκριση του αιτήματος δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.
Συνακόλουθα, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και την ειδικότερη φύση της διαδικασίας που αυτή αφορά, δεν φαίνεται εκ των πραγμάτων να εξυπηρετεί τον στόχο και τον σκοπό που μπορεί να επιτελέσει σε διαδικασίες του είδους και ως εκ τούτου να δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας.
Η υπό εξέταση αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, απορρίπτεται.
Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα είναι στην πορεία της δια κλήσεως αίτησης, σε καμία όμως περίπτωση σε βάρος του καθ’ ου η αίτηση.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο