ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 3/2026)
2 Απριλίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΟΥΡΡΗ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ: 302/2024
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ: 19/12/2025
Μεταξύ:
ΑΝΤΩΝΗ ΚΟΥΡΡΗ
Εφεσείοντα στο Εφετείο,
ΚΑΙ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητης στο Εφετείο.
Ε. Κ. Ευσταθίου για ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.
Α. Αντωνίου, Δημόσιος Κατήγορος, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Καθ’ης η Αίτηση.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής/Εφεσείων στην αναφερόμενη στον τίτλο Απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση αρ. 302/2024, που εκδόθηκε στις 19/12/2025, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο επιζητώντας άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ημερ. 6/12/2024, δια της οποίας κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επιβλήθηκαν στον Εφεσείοντα, όπως και σε άλλο πρόσωπο, ποινές φυλάκισης σε διάφορες κατηγορίες, στις οποίες είχαν βρεθεί ένοχοι, με μεγαλύτερη αυτή των επτά χρόνων.
Το Εφετείο με την Απόφαση του απέρριψε και τους έξι Λόγους Έφεσης που είχαν προβληθεί από τον Αιτητή εναντίον της απόφασης του Κακουργιοδικείου. Με τους Λόγους Έφεσης ο Αιτητής επεδίωξε την ανατροπή της απόφασης αναφορικά με την καταδίκη του, καθώς και των συντρεχουσών ποινών που του είχαν επιβληθεί στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στην κατηγορία της κλοπής από αντιπρόσωπο, ως υπέρμετρα αυστηρές.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από τον Αιτητή της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η Καθ’ης η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση στη βάση του ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου προς παροχή άδειας. Επιπλέον προβάλλεται ότι με την υπό κρίση Αίτηση φαίνεται να επιζητείται από τον Αιτητή η αναθεώρηση της ορθότητας της προσβαλλόμενης Απόφασης του Εφετείου, πράγμα το οποίο, ως αναφέρεται, εκφεύγει του πεδίου του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφονται δύο «Νομικά Θέματα», τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία. Κρίνεται σκόπιμη η μεταφορά των εν λόγω «Νομικών Θεμάτων» αυτούσια, χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει, την οποία βεβαίως έχουμε μελετήσει.
«1ο Νομικό Θέμα
Το Εφετείο με την απόφασή του προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου 39/62 κυρωτικός της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την Προάσπισιν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών μετά του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και ειδικότερον του άρθρου 6 αυτής και του άρθρου 12 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι προέβη σε λανθασμένη Ερμηνεία της Αρχής περί Δίκαιης Δίκης και ειδικότερον της υποχρέωσης και/ή του καθήκοντος που είχαν οι Ανακριτικές και/ή Αστυνομικές Αρχές για πλήρη έρευνα και/ή πλήρη διερεύνηση απάντων των ουσιωδών γεγονότων και στην προκείμενη περίπτωση έρευνας περί του ύψους της ύπαρξης των χρηματικών ποσών τα οποία κατ’ ισχυρισμό του είχε αποσπάσει και/ή εξασφάλισε παρανόμως ο εφεσείων.»
«2ο Νομικό Θέμα
Το Εφετείο προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία του Νόμου Κεφ. 154 και ειδικότερα των άρθρων 297, 298 και 371 του Ποινικού Κώδικα επί τη βάσει του κατηγορητηρίου ως προς την ψευδή παράσταση, τον χρόνο αυτής και τις συνέπειες αυτής ως προς την υποκίνηση (inducement) του παραπονουμένου, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει πλημμελώς τον Νόμο.»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο με προσοχή εξετάσει τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω των Γραπτών τους Αγορεύσεων.
Το πρώτο προαπαιτούμενο, ώστε να δοθεί η άδεια, είναι να διατυπώνεται νομικό θέμα (βλ. Κλεοβούλου και Χατζησωφρονίου, Αρ. Αίτησης 4/2023, ημερ. 25/4/2024). Εάν δεν διατυπώνεται νομικό θέμα η άδεια δεν μπορεί να δοθεί.
Εν πρώτοις και πριν εξεταστεί το περιεχόμενο τους, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα ως άνω «Νομικά Θέματα», όπως είναι διατυπωμένα, δεν συνιστούν Νομικά Θέματα. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, ως προς τον τρόπο διατύπωσης των υπό συζήτηση «Νομικών Θεμάτων», εξέταση του καθ' αυτού περιεχομένου τους αποκαλύπτει, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, πως μέσω τους εγείρονται ισχυρισμοί για σφάλματα της Απόφασης. Ειδικότερη εξέταση τόσο του «1ου Νομικού Θέματος», όσο και του «2ου Νομικού Θέματος» όπως αυτά έχουν διατυπωθεί στην Αίτηση, σε συνάρτηση και με την αιτιολογία που τα συνοδεύει σε κάθε περίπτωση, αναδεικνύει ότι μέσω αυτών εγείρονται ισχυρισμοί για σφάλματα της Απόφασης υπό μορφή λόγων έφεσης, κατά τρόπο που η υπό κρίση Αίτηση λαμβάνει τη μορφή μιας περαιτέρω έφεσης σε τρίτο βαθμό.
Είναι σαφές ότι μέσω των όσων πιο πάνω προβάλλονται, εκείνο που διατυπώνεται από μέρους του Αιτητή/Εφεσείοντα είναι η διαφωνία του με την Απόφαση του Εφετείου και το κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο της κρίσης του Εφετείου.
Στο πλαίσιο δε της αιτιολογίας των «Νομικών Θεμάτων» γίνεται εκτεταμένη αναφορά στα σφάλματα που, κατά τον Αιτητή, υπέπεσε το Εφετείο τόσο σε σχέση με τις νομικές αρχές που διέπουν τη δίκαιη δίκη και του καθήκοντος των Αστυνομικών Αρχών για πλήρη διερεύνηση των ουσιωδών γεγονότων, όσο και σε σχέση με την ορθή ερμηνεία των Άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως προς την ψευδή παράσταση, το χρόνο αυτής και τις συνέπειες ως προς την υποκίνηση του παραπονούμενου.
Ορθή είναι, επομένως, η επισήμανση από μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ό,τι ουσιαστικά επιζητείται είναι η αναθεώρηση της ορθότητας της Απόφασης του Εφετείου, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορά αποκλειστικά και μόνο νομικά σημεία όπως αυτά προκύπτουν ξεκάθαρα μέσα από την Απόφαση του Εφετείου και όχι κατ' ισχυρισμό λάθη του Εφετείου. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, «Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης». Ομοίως στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hassan Farhat, Αίτηση Αρ. 27/2024, ημερ. 19/11/2024, επαναλήφθηκε ότι: «Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν αποσκοπεί στο να διορθώνει λάθη του Εφετείου, αλλά να εξετάζει νομικά θέματα που προκύπτουν ξεκάθαρα από την απόφαση του Εφετείου, ως καθορίζεται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου». Και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Μ. Γαβριηλίδη κ.ά., Αίτηση Αρ. 2/2024, ημερ. 11/11/2024, εξηγήθηκε ότι η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου δεν αφορά στον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Εφετείου.
Δεδομένων των πιο πάνω, αυτό που εμφανέστατα αναδύεται είναι η επιδίωξη του Αιτητή για μία εκ νέου συζήτηση του νομικού πλαισίου και των ζητημάτων που απασχόλησαν τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο, ενόψει της διαφωνίας του Αιτητή με την απόφαση του Εφετείου, ζήτημα το οποίο σαφώς και δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του, όπως αυτή καθορίζεται από το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Είναι, παράλληλα, σημαντικό να σημειωθεί πως τα όσα εγείρει ο Αιτητής και οι λόγοι που προβάλλει για σκοπούς παραχώρησης της αιτούμενης άδειας, δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις αυστηρές προϋποθέσεις που το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου εξαντλητικά καταγράφει. Οι αναφορές που υπάρχουν αφορούν σε κατ' ισχυρισμό λάθη του Εφετείου σε συγκεκριμένα ζητήματα που καταγράφονται, με τη γενικότερη τοποθέτηση του Αιτητή να είναι πως «το Εφετείο στην απόφαση του παρερμήνευσε τον Νόμο, ήτοι την πρωτογενή και αυξημένης τυπικής ισχύος νομοθετική διάταξη Νόμος 39/62 και άρθρο 12 του Συντάγματος», καθώς και «την αρχή της Δίκαιης Δίκης». Κατ' ακρίβεια, οι αναφερόμενοι «Λόγοι» ουδόλως συναρτήθηκαν με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και ζητήματα γενικής δημόσιας σημασίας και συμφέροντος.
Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζεται στην υπό συζήτηση περίπτωση, ούτε και προσδιορίστηκε από τον ίδιο τον Αιτητή, οιαδήποτε διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, οποιαδήποτε πρωτογενής ή δευτερογενής ουσιαστική νομοθετική διάταξη η οποία χρήζει ερμηνείας, ούτε και μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €1.500, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εις βάρος του Αιτητή.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο