ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΤΔ v. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 316/2017, 7/4/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΤΔ v. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 316/2017, 7/4/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 316/2017)

 

7 Απριλίου, 2026

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, EΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΤΔ

Εφεσείουσα

ν.

 

1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

3. ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

4. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΥΡΟΥ

5. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ      

Εφεσίβλητων

__________________

 

Κ. Χατζησέργη  (κα) για Κωστής Π. Χατζηκωστής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Μ. Δαμιανού (κα) με Α. Χατζηχαραλάμπους,  για Αντρέας Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.

Ελ. Νικολάου (κα) για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 3 και 4.

Ζ. Χαραλάμπους (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Εφεσίβλητο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού

____________________

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:   Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και  θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.

____________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

   ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Η εφεσείουσα, εταιρεία η οποία εδραστηριοποιείτο στην παραγωγή, πώληση και διάθεση έτοιμου σκυροδέματος (μπετόν), εργοδοτούσε ως οδηγούς μπετονιέρας τους τέσσερις εφεσίβλητους.  Οι τελευταίοι απελύθησαν τον Φεβρουάριο του 2011 με πανομοιότυπες επιστολές της εφεσείουσας, ημερομηνίας 10/1/2011, για λόγους πλεονασμού, οι οποίοι αφορούσαν σε μείωση του όγκου της εργασίας ή της επιχείρησης, και σε εκσυγχρονισμό αυτής με την αγορά νέων οχημάτων-μηχανημάτων.

 

Έκαστος εφεσίβλητος καταχώρισε Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, αξιώνοντας αποζημιώσεις εναντίον της εφεσείουσας για παράνομη και/ή αδικαιολόγητη απόλυση.  Οι απολυθέντες αξίωσαν, διαζευκτικά, αποζημιώσεις εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι η απασχόλησή τους τερματίστηκε δικαιολογημένα (Μελινιώτης ν. Ταμείου Πλεονασμού (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 144). Οι τέσσερις Αιτήσεις συνενώθηκαν και συνεκδικάστηκαν.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιόν του, αποδεχόμενο μαρτυρία ότι η εφεσείουσα λίγο χρόνο πριν από την απόλυση των εφεσίβλητων, και συγκεκριμένα τον Οκτώβρη και Νοέμβρη του 2010, είχε εργοδοτήσει τρία άλλα πρόσωπα, επίσης ως οδηγούς μπετονιέρας, κατέληξε ότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει «ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των αιτητών έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου».  Για λόγους που καταγράφει, έκρινε ότι η εφεσείουσα επίσης «απέτυχε να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες των εδαφίων (i) και (ii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18.»  (Το τελευταίο αυτό μέρος της απόφασής του δεν αμφισβητείται).

 

Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας θέσει ενώπιον του τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, καθόρισε τις αποζημιώσεις για έκαστο εφεσίβλητο.  Αυτές, ειρήσθω εν παρόδω, κυμαίνονταν μεταξύ €[   ] και €[   ].  Αφού αποσυνένωσε τις Αιτήσεις, εξέδωσε τέσσερις ξεχωριστές αποφάσεις εναντίον της εφεσείουσας και υπέρ εκάστου εφεσίβλητου.  Ως ήτο αναμενόμενο, απέρριψε τις Αιτήσεις εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού.

Η εργοδότρια εταιρεία δεν έμεινε ικανοποιημένη από την πρωτόδικη απόφαση, εξού και η καταχώριση Έφεσης εκ μέρους της.  Με τρεις λόγους έφεσης επιδιώκει ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης.  Με τον τρίτο λόγο έφεσης, διατείνεται ότι «Λανθασμένα και αντινομικά το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 έφεραν στους ώμους τους το βάρος να αποδείξουν ότι οι προσλήψεις των 3 ατόμων στο Ζύγι δεν αναίρεσαν τις απολύσεις των Αιτητών για λόγους πλεονασμού.»

 

 

Στην αιτιολογία του πιο πάνω λόγου έφεσης, καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι το βάρος που έφερε η εφεσείουσα ήταν να αποδείξει «ότι στον ουσιώδη χρόνο υπήρχε ένας έστω λόγος πλεονασμού που δικαιολογούσε τις απολύσεις των Αιτητών.»  Εν προκειμένω, συνεχίζει η εφεσείουσα, απεδείχθη η μείωση του όγκου της εργασίας και, συνεπώς, θεωρεί ότι είναι εσφαλμένη η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν απέσεισε «το βάρος που έφερε στους ώμους της και δεν απέδειξε ότι οι προσλήψεις των τριών ατόμων στο εργοστάσιο Ζυγίου δεν αναίρεσαν τον πλεονασμό των Αιτητών.»

 

Στην Αριστείδου v. R.K. Super Beton Ltd κ.ά. (1999) 1(Α) ΑΑΔ 114, επαναλαμβάνεται ότι «Το βάρος της απόδειξης του λόγου του τερματισμού το είχε η εργοδότρια η οποία, σύμφωνα με το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου, επίσης δεν απέδειξε, με την προσκόμιση των απαραίτητων στοιχείων, ότι ήταν ο πλεονασμός.»

 

Διαφορετικά ήταν τα γεγονότα στην Χρυσάνθου κ.ά. v. P. Pitsillis (Glass Mark.) Ltd κ.ά. (2001) 1(Α) ΑΑΔ 383.  Εκεί, οι ίδιοι οι εργοδοτούμενοι είχαν ισχυριστεί ότι η απόλυση τους οφείλετο σε πλεονασμό.  Κατ’ επέκταση, αποφασίστηκε πως αυτοί έφεραν το βάρος απόδειξης ότι η απόλυσή τους έλαβε χώρα λόγω πλεονασμού.  Όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στην απόφαση «Το βάρος τους βάρυνε εν πάση περιπτώσει διότι οι ίδιοι, που ήταν και οι απαιτητές, ισχυρίζοντο ότι η απόλυση τους οφείλετο σε πλεονασμό και διότι το άρθρο 6(1) δημιουργεί τεκμήριο ότι ο τερματισμός απασχόλησης δεν γίνεται λόγω πλεονασμού.»

 

Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η υπόθεση Κώστα κ.ά ν. Καλογήρου κ.ά, Πολ. Έφ. Αρ. 252/2015, ημερ. 25.4.2024, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

 

«Ότι οι εφεσείοντες, εφόσον ήθελαν να αποζημιωθούν στη βάση πλεονασμού, είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι οι απολύσεις τους οφείλονταν σε λόγους πλεονασμού, ανατρέποντας το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 6(1) των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 έως (Αρ.2) του 2003.»

 

 

Ως γνωστό, η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα δικά της γεγονότα και περιστάσεις (Κυριακίδης ν. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό κ.ά. (2017) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3448).  Εν προκειμένω, το εκδικάσαν τις Αιτήσεις πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την προσαχθείσα μαρτυρία στο σύνολο της, και αφού απεδέχθη, ως ελέχθη, μαρτυρία η οποία αφορούσε σε πρόσληψη από την εφεσείουσα άλλων τριών υπαλλήλων (επίσης οδηγών μπετονιέρας), έκρινε ότι η εργοδότρια εταιρεία απέτυχε «να αποδείξει ότι οι εν λόγω προσλήψεις δεν αναιρούν το συμπέρασμα ότι η απόλυση των αιτητών έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού.»

 

Το βάρος απόδειξης ότι οι απολύσεις έγιναν λόγω πλεονασμού, ήταν πάντα στους ώμους της εφεσείουσας (Skyrianides Hotels Ltd (Forest Park Hotel) v. Πολυβίου κ.ά.  (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 820).  Η τελευταία δεν απέσεισε αυτό το βάρος επειδή απέδειξε μείωση του όγκου της εργασίας.  Θα έπρεπε να είχε αποδείξει πως οι συγκεκριμένες απολύσεις έγιναν λόγω της μείωσης του όγκου της εργασίας. 

 

Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία κρίνεται ορθή.  Όσον αφορά στη θέση της εφεσείουσας στην αιτιολογία του πιο πάνω λόγου έφεσης ότι «Οι εργοδότες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως και οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 στην προκείμενη περίπτωση, δεν είναι νομικά ορθό να αναλαμβάνουν το βάρος απόδειξης απρόβλεπτων ισχυρισμών που προβάλλονται από τον αντίδικο», σημειώνουμε τα ακόλουθα.  Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, σε ξεχωριστό έγγραφο εμφάνισης που είχε καταχωρίσει και στις τέσσερις υποθέσεις, ρητά δικογράφησε πως η εφεσείουσα «Απέλυσε τον αιτητή με τον ισχυρισμό της μείωσης των εργασιών και/ή του κύκλου εργασιών ενώ στον ουσιώδη χρόνο προέβη σε προσλήψεις νέων εργοδοτουμένων που ασκούν τα ίδια και/ή παρόμοια καθήκοντα.» Συνεπώς, ουδέποτε η εφεσείουσα αντιμετώπισε «απρόβλεπτους ισχυρισμούς», ως η ίδια διατείνεται.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Οι εναπομείναντες δύο λόγοι έφεσης, τους οποίους παραθέτουμε αυτολεξεί, χωρίς την αιτιολογία, την οποία, βεβαίως, έχουμε μελετήσει, θα εξεταστούν μαζί.

 

«Πρώτος λόγος έφεσης: Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο και αντίθετα με τα δικά του συμπεράσματα και ευρήματα κατέληξε ότι η απόλυση των Αιτητών είναι παράνομη.

 

Δεύτερος λόγος έφεσης: Λανθασμένα και αντινομικά το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι προσλήψεις των 3 ατόμων στο εργοτάξιο Ζυγίου, δηλαδή των κ.κ. …….., έγιναν με τρόπο που αναιρέθηκε το συμπέρασμα ότι η απόλυση των αιτητών έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού.»

 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, κατέγραψε πως λόγω «της μείωσης στον όγκο εργασίας» της εφεσείουσας, αυτή θα μπορούσε να λάβει μέτρα μείωσης του προσωπικού της, τα οποία μέτρα θα μπορούσαν να αφορούσαν και σε απόλυση των συγκεκριμένων εργοδοτουμένων.  Ωστόσο, ορθά, σημείωσε ότι η πρόσληψη των τριών άλλων προσώπων για να εκτελούν τα ίδια καθήκοντα που εκτελούσαν και οι απολυθέντες, πρόσληψη η οποία, επαναλαμβάνουμε, έγινε λίγο πριν από τις απολύσεις, δεν συνηγορούσε υπέρ της θέσης της εφεσείουσας ότι αυτές έγιναν λόγω πλεονασμού.  Στην Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν. Γρηγορά κ.ά (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1985, σημειώνεται ότι:

 

«…..η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε σε κατάργηση ή αλλαγή των καθηκόντων που εκτελούσε εφόσον τα ίδια καθήκοντα, συνέχισε να εκτελεί ο υπάλληλος που προσλήφθηκε πριν από την απόλυσή της.   Τα ίδια γεγονότα, καταδείχνουν επίσης ότι η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μείωση του κύκλου εργασιών του καταστήματος, αιτία που δεν συνάδει με την πρόσληψη νέου υπαλλήλου.»

 

Στην Κώστα (ανωτέρω) επαναλαμβάνεται ότι η πρόσληψη νέων υπαλλήλων «πρόσφατα πριν τον τερματισμό της εργοδότησης των εφεσειόντων στην ίδια ειδικότητα με τους εφεσείοντες», είναι στοιχείο που συνυπολογίζεται.

 

Να σημειώσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απεδέχθη τη μαρτυρία της εφεσείουσας ότι τα τρία πρόσωπα εργοδοτήθηκαν, τον Οκτώβρη και τον Νοέμβρη του 2010, ως χειριστές αντλίας, δηλαδή για να εκτελούν καθήκοντα άλλα από αυτά που εκτελούσαν οι εφεσίβλητοι.  Τουναντίον, απεδέχθη τη μαρτυρία του κ. Παντελή Μαυρομμάτη, Λειτουργού στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με την οποία η εφεσείουσα, όταν εργοδότησε τα τρία πιο πάνω πρόσωπα, δεν τα δήλωσε με τον κωδικό 8212, που είναι ο κωδικός που αφορά σε χειριστές αντλίας, αλλά με άλλους κωδικούς, εξού και το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, απέρριψε τις αιτήσεις των εφεσίβλητων για καταβολή αποζημίωσης από το Ταμείο, με την αιτιολογία ότι η εφεσείουσα προσέλαβε λίγο πριν από την απόλυση των εφεσίβλητων άλλα πρόσωπα «στην ίδια ειδικότητα με αυτή των αιτητών».

 

Δεν παρεισέφρησε σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση, ως η εφεσείουσα διατείνεται. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, καθοδηγήθηκε ορθά από τις πρόνοιες του Νόμου και ειδικότερα από τα όσα προνοούνται στο άρθρο 18(γ)(vii) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν. 24/67.   Τα γεγονότα, όπως αυτό τα διαπίστωσε, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας στο σύνολό της, δικαιολογούσαν την κρίση του ότι η εφεσείουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των εφεσίβλητων έλαβε χώρα λόγω πλεονασμού. (Οικονόμου Αρχ. & Μηχ. κ.ά. v. Δημητρίου (2000) 1 (Β) 853).  Ως εκ τούτου, αβάσιμοι κρίνονται και οι εναπομείναντες λόγοι έφεσης 1 και 2.

 

Η Έφεση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης τόσο υπέρ των εφεσίβλητων εργοδοτουμένων όσο και υπέρ του εφεσίβλητου Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, τα οποία να καταβάλει η εφεσείουσα. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

                                                     

Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

 

                                                      Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

                                                      Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

 

 

 

/ΣΓεωργίου


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο