UC HALL PROPERTY LTD v. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΘΩΜΑ, Πολιτική Έφεση Αρ.332/2017, 29/4/2026
print
Τίτλος:
UC HALL PROPERTY LTD v. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΘΩΜΑ, Πολιτική Έφεση Αρ.332/2017, 29/4/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.332/2017)

 

 

  29 Απριλίου 2026

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

 

UC HALL PROPERTY,

Εφεσείουσα,

ν.

 

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD,

Εφεσίβλητης.

 

 

Kαι ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ.17.07.2025

 

 

UC HALL PROPERTY LTD,

Εφεσείουσα,

ν.

 

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΘΩΜΑ,

Εφεσίβλητου.

Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Μ. Κυριάκου (κα) για Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

____________________

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Όταν η Εφεσείουσα εταιρεία ζήτησε από την Εφεσίβλητη Τράπεζα να προεξοφλήσει το δάνειο της, πέραν του χρεωστικού υπολοίπου, απαιτήθηκε από την τελευταία η καταβολή περαιτέρω ποσού €33.329,18, το οποίο η Εφεσείουσα πλήρωσε υπό διαμαρτυρία και αξίωσε με σχετική αγωγή.

 

    Ισχυρίστηκε, αφενός, ότι κατά τη σύναψη του δανείου είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Εφεσείουσας και της Τράπεζας ότι, σε περίπτωση που η Εφεσείουσα θα ήθελε να προεξοφλήσει το δάνειο, δεν θα επιβαλλόταν από την Τράπεζα οιαδήποτε επιβάρυνση και, αφετέρου, ότι η σύμβαση του δανείου δεν παρείχε το δικαίωμα στην Τράπεζα να επιβάλει τη χρέωση, που επομένως ήταν αντισυμβατική και παράνομη.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας κατέληξε δε ότι η χρέωση ήταν σύμφωνα με τον Πίνακα Χρεώσεων της Τράπεζας που είχε παρουσιαστεί ως τεκμήριο, που, όπως επίσης αποδέχτηκε, ήταν «σε γνώση του καταναλωτικού κοινού».  Απέρριψε έτσι την αξίωση της Εφεσείουσας.

 

    Για την Εφεσείουσα είχε καταθέσει ο διευθυντής της Ν. Νεοφύτου.  Υποστήριξε ότι κατά τη σύναψη του δανείου είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Εφεσείουσας, εκπροσωπούμενης από τον ίδιο, και της Τράπεζας, μέσω των «νόμιμων αντιπροσώπων» της, τους οποίους δεν κατονόμασε, ότι, στην περίπτωση που η Εφεσείουσα θα ήθελε να προεξοφλήσει το δάνειο, δεν θα επιβαλλόταν από την Τράπεζα οιαδήποτε επιβάρυνση.  Όπως αναφέρθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο μάρτυρας δεν είχε πείσει για την αλήθεια των θέσεων του.

 

    Η κρίση ως προς την αξιοπιστία του προσβάλλεται ως εσφαλμένη με το λόγο έφεσης 10.   Η αιτιολογία του περιορίζεται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση του περί συμφωνίας για μη επιβάρυνση θεωρώντας ότι, ως έμπειρος επιχειρηματίας, δεν θα υπέγραφε μια συμφωνία δανείου που δεν θα ενσωμάτωνε σχετικό όρο.  Θα έπρεπε, κατά την εισήγηση της Εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη συμφωνία δανείου και τότε θα διαπίστωνε ότι οι όροι της ήταν «γενικοί και αδιευκρίνιστοι» και καθιστούσαν την επιβάρυνση που επιβλήθηκε αντισυμβατική και παράνομη.  Ενδεχομένως να εννοεί ότι στην πραγματικότητα υπέγραψε μια συμφωνία δανείου που δεν επέτρεπε την επιβάρυνση και επομένως ήταν σφάλμα ότι δεν ενήργησε ως έμπειρος επιχειρηματίας.  Στο συναφή λόγο έφεσης 4, αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι σωρεία ισχυρισμών του μάρτυρα δεν είχαν αμφισβητηθεί και θα έπρεπε να είχαν γίνει αποδεκτοί.

 

    Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό τις διαχρονικά αναλλοίωτες αρχές που διέπουν το ζήτημα της παρέμβασης του Εφετείου στην πρωτόδικη κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων.  Το Εφετείο σπάνια επεµβαίνει, όταν τα ευρήματα αξιοπιστίας καταφαίνονται εξ αντικειµένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα (Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 300, 320-1 και Baloise Insur. Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275, 1290-1).

 

    Η βασική θέση του διευθυντή της Εφεσείουσας για συμφωνία μη επιβάρυνσης αμφισβητήθηκε.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη της μαρτυρίας του, παραπέμποντας σε ασάφειες στη μαρτυρία του, με σημαντικότερη την αδυναμία του να αναφέρει με ποιον, εκ μέρους της Τράπεζας, είχε συμφωνήσει ότι δεν θα υπήρχε επιβάρυνση.  Οι λόγοι 4 και 10 απορρίπτονται.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα οικονομικού εξαναγκασμού αχρείαστα και χωρίς τέτοιο ζήτημα να εγείρεται στην πραγματικότητα με την Έκθεση Απαίτησης.  Παρασύρθηκε από την αναφορά στο δικόγραφο της Εφεσείουσας και τη μαρτυρία του διευθυντή της ότι η καταβολή του ποσού των €33.329,18 είχε προβληθεί από την Τράπεζα «εκβιαστικά» κατά την ημερομηνία που θα αποπληρωνόταν το δάνειο.  Η Εφεσείουσα όμως, ουδέποτε αποδέχτηκε ότι όφειλε να καταβάλει το ποσό και το πλήρωσε υπό διαμαρτυρία.  Σε κάθε περίπτωση, η πρωτόδικη κρίση ότι στην υπόθεση αυτή δεν υπήρχε οικονομικός εξαναγκασμός ήταν ορθή.  Ο συναφής λόγος έφεσης 9 απορρίπτεται.

 

    Κατά πόσο η Τράπεζα ενομιμοποιείτο να επιβάλει τη συγκεκριμένη απαίτηση πληρωμής του ποσού των €33.329,18, απολήγει να εξαρτάται και να είναι ζήτημα ερμηνείας των όρων της συμφωνίας δανείου.

 

    Υποδεικνύει η Εφεσείουσα ότι στη συμφωνία δανείου δεν γινόταν καμιά αναφορά σε Πίνακα Χρεώσεων και η ίδια η συμφωνία προέβλεπε (όρος 13) ότι αυτή ήταν περιεκτική όλων της των όρων.  Ούτε και στην επιστολή προσφοράς της Τράπεζας, που προηγήθηκε της συμφωνίας δανείου, γινόταν αναφορά σε πίνακα χρεώσεων της Τράπεζας, παρά μόνο σε χρέωση εξόδων πρόωρης εξόφλησης, χωρίς αναφορά πώς αυτά καθορίζονταν.  Είναι, επομένως, η θέση της Εφεσείουσας, όπως διατυπώνεται στο λόγο έφεσης 1, ότι κατά την ορθή ερμηνεία της συμφωνίας δεν μπορούσε να γίνει επίκληση των Πινάκων Χρεώσεων, αντίθετα με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Συναφείς είναι και οι λόγοι έφεσης 2 και 3, οι οποίοι αναφέρονται στους Πίνακες Χρεώσεων της Τράπεζας που είχαν παρουσιαστεί.  Θα εξετάσουμε και τους τρείς λόγους μαζί.

 

    Στο δικόγραφο υπεράσπισης της, η Τράπεζα δικογράφησε ότι το ποσό των €33.329,18 είχε ζητηθεί «λόγω της πρόωρου εξοφλήσεως».  Αυτό είναι κοινό έδαφος.  Περαιτέρω, η Τράπεζα επικαλέστηκε «ειδικό όρο» στην επιστολή προσφοράς της προς την Εφεσείουσα, που προηγήθηκε της σύναψης του δανείου, ότι:

 

«Σε περίπτωση μεταφοράς του δανείου σε άλλη τράπεζα θα χρεωθούν κανονικά τα έξοδα πρόωρης εξόφλησης».

 

 

    Επικαλέστηκε, επίσης, τον όρο 4 της συμφωνίας του δανείου, που προέβλεπε ότι:

 

«Η Τράπεζα δύναται (χωρίς να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση) να επιτρέψει στον πελάτη να εξοφλήσει πρόωρα το δάνειο … η αποπληρωμή θα υπόκειται σε τέτοιους όρους ως θα ζητήσει η Τράπεζα συμπεριλαμβανομένης (χωρίς περιορισμό) την υποχρέωση αποζημίωσης της Τράπεζας από τον Πελάτη για οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες, ζημιές, απώλειες ή υποχρεώσεις (συμπεριλαμβανομένου απώλειας κέρδους) που μπορεί να υποστεί ή να επιβαρυνθεί η Τράπεζα ως αποτέλεσμα της αποπληρωμής αυτής».

 

 

 

    Ως προς το ύψος του ποσού που είχε απαιτήσει, δικογράφησε ότι:

 

«το εν λόγω ποσό υπελογίσθη ως έξοδα πρόωρης εξόφλησης όπως καθορίζεται στον Πίνακα Χρεώσεων της Τράπεζας και το οποίο ανέρχεται σε 5% επί του ποσού των μη δεδουλευμένων τόκων του ποσού το οποίο προεξοφλείται ποσοστό το οποίο η Τράπεζα εμείωσε προς όφελος της ενάγουσας σε 3% και ενώ η ενάγουσα έπρεπε να χρεωθεί με €55.800,00 εχρεώθη με μόνο €33.329,18».

 

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβηκε σε ερμηνεία του όρου 4 της συμφωνίας δανείου.  Ούτε ανέφερε κατά πόσο θεωρούσε τον «ειδικό όρο» στην επιστολή προσφοράς της Τράπεζας δεσμευτικό και εφαρμόσιμο.  Έχοντας αποδεχτεί τη μαρτυρία των μαρτύρων της Τράπεζας, θεώρησε, όπως ανέφερε,  ότι η Εφεσείουσα είχε αποτύχει να αποδείξει ότι το ποσό των €33.329,18 συνιστούσε αυθαίρετη, αδικαιολόγητη ή παράνομη χρέωση και απέρριψε την αγωγή.

 

    Για την Τράπεζα είχε καταθέσει ο πρώην υπάλληλος της Α. Κυθραιώτης, «Διευθυντής Εμπορικής Τραπεζικής» σε υποκατάστημα της Τράπεζας και η Τ. Αβραάμ, υπάλληλος στο ίδιο υποκατάστημα, κατέχουσα τη θέση του λειτουργού πιστώσεων.  Η αποδοχή της μαρτυρίας τους, προσβάλλεται ως εσφαλμένη με τους λόγους έφεσης 5 και 6 αντίστοιχα.

 

    Τίποτε από όσα αναφέρονται στην αιτιολογία των λόγων και αναπτύχθηκαν δικαιολογεί την παρέμβαση μας στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των δύο αυτών μαρτύρων.  Οι λόγοι έφεσης 5 και 6 επίσης απορρίπτονται.

 

    Ο Κυθραιώτης είχε καταθέσει ότι ζήτημα προεξόφλησης του δανείου είχε συζητηθεί κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη του δανείου και ξεκαθαρίστηκε ότι εφόσον η εξόφληση θα γινόταν με δανεισμό από άλλη τράπεζα θα υπήρχε οπωσδήποτε «early repayment fee», γι’ αυτό και ο Νεοφύτου αποδέχτηκε τη συμπερίληψη του «ειδικού όρου» στην επιστολή προσφοράς.  Ο Κυθραιώτης κατέθεσε ακόμη ότι παρά το ότι στην επιστολή της Εφεσείουσας με την οποία ζητείται η πρόωρη εξόφληση δεν αναφέρεται ότι είχε ληφθεί δάνειο από άλλη τράπεζα, αυτό ήταν γνωστό στην Τράπεζα. 

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία του Κυθραιώτη χωρίς επιφύλαξη και για κάποια μέρη της έκαμε ειδική αναφορά ότι τα αποδεχόταν.  Δεν προέβηκε ρητά σε εύρημα εμπλοκής άλλης τράπεζας.  Ενδεχομένως και γιατί δεν υπήρξε στη δικογραφία ισχυρισμός ότι το δάνειο μεταφέρθηκε σε άλλη τράπεζα.  Η σημασία των δικογράφων έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (ΧΧΧ Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Έφ. Αρ.222/2015, ημερ.22.11.2023, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1 Α.Α.Δ. 836, 839-40 και Παπαγεωργίου v. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, 28-9).  Καταλήγουμε ότι η απουσία δικογραφημένης θέσης ότι η προεξόφληση του δανείου πραγματοποιήθηκε με την εμπλοκή άλλης τράπεζας, καθιστούσε, σε κάθε περίπτωση, ανεφάρμοστο τον «ειδικό όρο» στην επιστολή προσφοράς.  

 

    Σύμφωνα με το δικόγραφο υπεράσπισης, το ποσό των €33.329,18 υπολογίστηκε ως «έξοδα πρόωρης εξόφλησης», όπως καθορίζονταν στον Πίνακα Χρεώσεων της Τράπεζας. 

 

    Σύμφωνα με τους Πίνακες Χρεώσεων της Τράπεζας που παρουσιάστηκαν τα έξοδα πρόωρης εξόφλησης καθορίζονταν στο 5% επί του μη δεδουλευμένου τόκου του ποσού που προπληρώνεται («on the non-accrued interest of the amount prepaid») εν προκειμένω, επί του ποσού που η Τράπεζα θα εισέπραττε από την Εφεσείουσα ως τόκους, στην περίπτωση που το δάνειο εξοφλείτο όπως προβλεπόταν στη συμφωνία.  Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κυθραιώτη, σε αυτή τη βάση, η Εφεσείουσα θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με το ποσό των €55.800,00.  Όμως η Τράπεζα μείωσε το ποσοστό σε 3% και έτσι η Εφεσείουσα χρεώθηκε μόνο €33.329,18.

 

   Οι Πίνακες Χρεώσεων της Τράπεζας που παρουσιάστηκαν είναι έγγραφα στην αγγλική που τιτλοφορούνται «Index for Table of Charges» και αποτελούνται από 38 σελίδες έκαστο.  Αναφέρεται στην πρώτη τους σελίδα ότι είναι «Για Εσωτερική Χρήση».  Το ένα έγγραφο, ημερομηνίας 17.3.2010, είναι έκδοση του Μαρτίου του 2010 («version 3/2010») και το άλλο, ημερομηνίας 21.2.2010, είναι έκδοση του Φεβρουαρίου του 2010 («version 2/2010»).  Πρόκειται για έγγραφα μεταγενέστερα της επίδικης συμφωνίας δανείου ημερ.28.11.2009.  Ο Κυθραιώτης καταθέτοντας αποδέχτηκε ότι οι Πίνακες που παρουσιάστηκαν ήταν εσωτερικές οδηγίες της Τράπεζας, αλλά, ανέφερε, υπήρχαν αντίστοιχοι πίνακες χρεώσεων αναρτημένοι στο διαδίκτυο και στα καταστήματα της Τράπεζας.  Δεν γνώριζε κατά πόσο η Εφεσείουσα είχε ποτέ πρόσβαση σε οιονδήποτε πίνακα χρεώσεων της Τράπεζας. 

 

    Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η χρέωση ήταν σε γνώση του καταναλωτικού κοινού, στην έκταση που αυτό μπορεί να υπονοεί ότι ήταν και σε γνώση της Εφεσείουσας, πολύ περισσότερο ότι η Εφεσείουσα δεσμευόταν και ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει στη βάση αυτή, ήταν αστήρικτο.

 

    Στη συμφωνία δανείου δεν γινόταν παραπομπή σε πίνακα χρεώσεων και η Εφεσείουσα δεν είχε συμβατική υποχρέωση να πληρώσει χρεώσεις όπως προβλεπόταν σε πίνακα χρεώσεων που μπορεί να ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Από την άλλη, η Τράπεζα δεν διεκδίκησε αποζημίωση για την απώλεια τόκου, ούτε και απέδειξε ότι υπέστη τέτοια ζημιά.  Το ποσό των €33.329,18 δεν συνιστά κοστολογημένες, αποδεδειγμένες ζημιές της Τράπεζας από την απώλεια τόκων που προέκυψαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά, όπως καθορίστηκε και στο δικόγραφο της υπεράσπισης «έξοδα πρόωρης εξόφλησης».  Επρόκειτο για έξοδα που προέκυπταν από την πρόωρη εξόφληση, δηλαδή δαπάνες για να υλοποιηθεί η πρόωρη εξόφληση του δανείου.  Και μάλιστα δεν διεκδικήθηκαν ως δαπάνες στις οποίες η Τράπεζα είχε πράγματι υποβληθεί ή θα υποβαλλόταν για να υλοποιηθούν οι διεργασίες, αλλά ως συμφωνηθέν ποσοστό στη βάση των μη δεδουλευμένων τόκων του προεξοφληθέντος ποσού.  Τέτοια όμως συμφωνία δεν υπήρχε.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε εύρημα ότι: «Ούτε και η θέση ότι οι χρεώσεις των early repayment fees ήταν σύμφωνα με τον πίνακα χρεώσεων τεκμήριο 9 δεν αμφισβητήθηκε επαρκώς».  Θεώρησε ότι αυτό ήταν σημείο αδυναμίας της υπόθεσης της Εφεσείουσας, που έτσι απέτυχε να αποδείξει ότι η χρέωση του ποσού των €33.329,18 ήταν αυθαίρετη.  Αντίθετα όμως, η υπόθεση της Εφεσείουσας ήταν ότι έγινε χρέωση σύμφωνα με τον Πίνακα Χρεώσεων της Τράπεζας που είχε παρουσιαστεί, πλην όμως, τέτοιος πίνακας δεν ίσχυε κατά τους χρόνους που η περίπτωση αφορούσε και σε κάθε περίπτωση η συμφωνία των μερών δεν παρέπεμπε σε κανένα πίνακα.  Εδώ εδραζόταν η θέση της Εφεσείουσας ότι η χρέωση ήταν αυθαίρετη.

 

    Ο Εφεσίβλητος εισηγήθηκε ότι ορθά λήφθηκαν υπόψη οι Πίνακες που παρουσιάστηκαν γιατί ήταν αυτοί που ίσχυαν κατά το χρόνο της εξόφλησης.  Επικαλέστηκε την Evelthon Developments Ltd κ.ά. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2486, επί το ότι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της ζημιάς είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης.  Το πρωταρχικό όμως ζήτημα δεν ήταν ποιος πίνακας θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, αλλά κατά πόσο η Εφεσείουσα είχε συμβατικά δεσμευτεί να πληρώσει χρεώσεις σύμφωνα με οιονδήποτε πίνακα χρεώσεων της Τράπεζας.

 

    Η Τράπεζα είχε επιβάλει την επίδικη χρέωση, με αναφορά στους Πίνακες χρεώσεων της Τράπεζας που παρουσίασε.  Η Εφεσείουσα είχε αποδείξει ότι αναφορά σε οιονδήποτε πίνακα δεν γινόταν στη συμφωνία δανείου και επομένως δεν δεσμευόταν να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στη βάση χρεώσεων που προβλέπονταν σε τέτοιους πίνακες.  Σε αυτή τη βάση η αξίωση της θα έπρεπε να επιτύχει.  Οι λόγοι έφεσης 1-3 κρίνονται βάσιμοι.

 

    Καθίσταται, επομένως, αχρείαστο να εξετάσουμε τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 7 και 8.

 

    Η έφεση επιτυγχάνει.

 

    Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται.  Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου για το ποσό των €33.329,18 με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το αρμόδιο Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει.

 

    €4.000 έξοδα της έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.

                                                      Ι. Ιωαννίδης, Δ.                   

                                                          Ε. Εφραίμ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο