LARYSA BLESZYNSKA (άλλως Bleshynska), v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.344/2017, 29/4/2026
print
Τίτλος:
LARYSA BLESZYNSKA (άλλως Bleshynska), v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.344/2017, 29/4/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.344/2017)

 

 

  29 Απριλίου 2026

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

 

LARYSA BLESZYNSKA (άλλως Bleshynska),

Εφεσείουσα,

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

 

____________________

Η Εφεσείουσα παρουσιάζεται προσωπικά.

Μ. Τσαγγάρη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

 

____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:   Σύμφωνα με την αξίωση της, η Εφεσείουσα, πολίτης της Δημοκρατίας της Πολωνίας, πριν τον Μάρτιο του 2013, είχε μεταφέρει στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, χρηματικό ποσό σε λογαριασμό προθεσμίας.  Ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής που λήφθηκαν τον Μάρτιο του 2013, το γνωστό ως κούρεμα των καταθέσεων, η επένδυση της, όπως περιγράφει τα κατατεθειμένα χρήματα της, μειώθηκε από €454.579,52 σε €24.508,16. 

 

    Για την απώλεια του υπολοίπου των €430.071,36, θεώρησε υπόλογη να την αποζημιώσει την Κυπριακή Δημοκρατία, στη βάση του άρθρου 4 της Συμφωνίας για Προώθηση και Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας, που υπογράφτηκε στις 4.6.1992, και διαλάμβανε ότι: «Κανένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε μέτρα που να στερούν άμεσα ή έμμεσα επενδύσεις των επενδυτών του Συμβαλλόμενου Μέρους, εκτός και εάν υπάρξει συμμόρφωση με τους κάτωθι όρους».  Ο όρος (γ) προνοούσε ότι: «Τα μέτρα θα λαμβάνονται σύμφωνα με τις πρόνοιες για την καταβολή άμεσης επαρκούς και αποτελεσματικής αποζημίωσης».  Τέτοια αποζημίωση η Εφεσείουσα θεώρησε την καταβολή από την Κυπριακή Δημοκρατία σε αυτή του ποσού που απώλεσε.

 

    Με τη σύμφωνη θέση της Εφεσείουσας το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε προδικαστικό ζήτημα που είχε εγείρει στο δικόγραφο υπεράσπισης της η Εφεσίβλητη, ότι μετά την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Ε.Ε., η Διμερής Συμφωνία Κύπρου – Πολωνίας είχε καταστεί μη εφαρμόσιμη και ανενεργή. 

 

    Η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε στην Ε.Ε. την 1.5.2004, όπως και η Δημοκρατία της Πολωνίας.  Στις 29.5.2020 υπεγράφη η Συμφωνία για τη λήξη της ισχύος των διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Υπέγραψαν τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και η Δημοκρατία της Πολωνίας.  Η συμφωνία αυτή έχει δημοσιευτεί στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας,[1] σύμφωνα με το Άρθρο 169 του Συντάγματος.  Επομένως, κατά τους ουσιώδεις χρόνους και κατά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στις 14.8.2017, η Διμερής Συμφωνία Κύπρου – Πολωνίας ήταν σε ισχύ.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οποιαδήποτε απόφαση υπέρ της Εφεσείουσας δυνάμει της Διμερούς Συμφωνίας, θα καθιστούσε αδύνατη τη συμμόρφωση της Κύπρου με τις υποχρεώσεις της ως Κράτος Μέλος προς τα λοιπά Κράτη Μέλη της Ε.Ε. και στη βάση αυτή απέρριψε την αγωγή.  Το σκεπτικό της απόφασης ήταν ότι εάν κρινόταν ότι η Εφεσείουσα δικαιούτο σε αποζημίωση δυνάμει της Διμερούς Συμφωνίας «… αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δύο κατηγοριών καταθετών, με τους πολίτες της Πολωνίας να έχουν περισσότερα δικαιώματα και να βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση από πολίτες άλλης χώρας της Ε.Ε. των οποίων επίσης οι καταθέσεις κουρεύτηκαν».  Αυτό θα ισοδυναμούσε με διάκριση λόγω ιθαγένειας, που απαγορεύεται από το άρθρο 18 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Σ.Λ.Ε.Ε..[2]

 

Διευκρινίζεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάσισε, ούτε και εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε, κατά πόσο η Εφεσείουσα υπέστη την απώλεια που επικαλείται ή κατά πόσο η Διμερής Συμφωνία, στην περίπτωση που εφαρμοζόταν, καθιστούσε την Κυπριακή Δημοκρατία υπόλογη έναντι της Εφεσείουσας για να την αποζημιώσει.

 

Στο προοίμιο της Συμφωνίας για τη λήξη της ισχύος των διμερών επενδυτικών συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γίνονται επισημάνσεις άμεσα σχετικές για ό,τι εδώ εξετάζεται.

 

Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Δ.Ε.Ε., στην υπόθεση C-478/07, Budĕjovický Budvar, národní podnik v Rudolf Ammersin GmbH, ημερ.8.9.2009, έκρινε ότι οι διατάξεις διεθνών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ δύο κρατών μελών δεν μπορούν να εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ αυτών των δύο κρατών αν είναι αντίθετες προς τις Συνθήκες της Ε.Ε..  Αυτό σημαίνει ότι διάταξη που είναι ασυμβίβαστη με το δίκαιο της Ε.Ε. δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για τη διεκδίκηση οιασδήποτε θεραπείας.  Και είναι δεδομένο ότι αναφερόμαστε σε διατάξεις διεθνών συμφωνιών που βρίσκονται σε ισχύ.

 

Γίνεται ακόμη αναφορά στο προοίμιο της Συμφωνίας για τη λήξη της ισχύος των διμερών επενδυτικών συμφωνιών στην υποχρέωση των Κρατών Μελών όσον αφορά τη συμμόρφωση των οικείων έννομων τάξεων με το δίκαιο της Ένωσης, ότι δηλαδή οι νόμοι τους «πρέπει να συνάγουν τις αναγκαίες συνέπειες που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, όπως ερμηνεύτηκε στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C‐284/16, Achmea».  Η απόφαση C‐284/16, Slowakische Republic v. Achmea BV, ημερ.6.3.2018.  αφορούσε στη διάταξη ρήτρας διαιτησίας στη συμφωνία για την αμοιβαία ενίσχυση και προστασία των επενδύσεων μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Τσέχικης και Σλοβακικής Δημοκρατίας.  Το διαιτητικό δικαστήριο που είχε συσταθεί για την επίλυση των διαφορών, δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως Δικαστήριο κράτους μέλους και υπόκειτο σε περιορισμένο μόνο δικαστικό έλεγχο, στο βαθμό που το εθνικό δίκαιο το επέτρεπε.  Επομένως, δεν εγγυάτο την πλήρη εφαρμογή του δικαίου της Ε.Ε., υποχρέωση που εναποτίθεται στα εθνικά Δικαστήρια και το Δ.Ε.Ε..  Αποφασίστηκε ότι τα άρθρα 267 και 344 της Σ.Λ.Ε.Ε. απέκλειαν τη διάταξη αυτή. 

 

Η απάντηση στο κατά πόσο το άρθρο 4 της Διμερούς Συμφωνίας αντιβαίνει το δίκαιο της Ε.Ε. και, εν προκειμένω, το άρθρο 18 της Σ.Λ.Ε.Ε. είναι θετική.  Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μετά την προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Ε.Ε. η Διμερής Συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών κατέστη μη εφαρμόσιμη και ανενεργή, ορθά αποδέχτηκε την προδικαστική ένσταση και ορθά απέρριψε την αγωγή.

Η έφεση απορρίπτεται.

 

€3.500 έξοδα της έφεσης επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

 

 

 

                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.

 

 

                                                      Ι. Ιωαννίδης, Δ.            

 

 

                                                      Α. Δαυίδ, Δ.



[1]   Βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθμός 4260, Ημερ.11.9.2020, Παράρτημα 7, σελ.306.

[2]   Εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, δύνανται να λαμβάνουν μέτρα για την απαγόρευση των διακρίσεων αυτών.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο