ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ. 412/17
8 Απριλίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
1. TRIPLE CHOISE LIGHTING-ELECTRICAL-TOOLS LTD
2. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Εφεσείοντες,
v.
GORDIAN HOLDINGS LIMITED
Εφεσίβλητης.
.................
Ν. Τσιαπαλής, για τους Εφεσείοντες.
Μ. Πανταζή (κα), για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και
θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 16.2.2009 η Τράπεζα Κύπρου (η οποία στο στάδιο της Έφεσης αντικαταστάθηκε από την Εφεσίβλητη) παραχώρησε στην Εφεσείουσα εταιρεία δάνειο-όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για ποσό μέχρι €20.000. Δυνάμει ξεχωριστής συμφωνίας εγγύησης της ίδιας ημερομηνίας, ο Εφεσείων, μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της Εφεσείουσας, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της τελευταίας που απορρέουν από τη συμφωνία, μέχρι του ποσού των €24.000. Η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε στην Εφεσείουσα επιστολή ημερ. 14.9.2011 με την οποία τερμάτισε τον εν λόγω λογαριασμό και την κάλεσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η παράλειψη εξόφλησης αυτού οδήγησε στην καταχώριση αγωγής για την αξίωση του.
Οι Εφεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η Τράπεζα προέβαινε σε παράνομες και ή καταχρηστικές χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό, καθώς επίσης σε παράνομο ανατοκισμό. Ισχυρίστηκαν πως ο τερματισμός ήταν επίσης παράνομος και πως, ενόψει των πιο πάνω χρεώσεων, η Εφεσείουσα υπέστη ζημιά την οποία αξίωνε με ανταπαίτηση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τους τρεις μάρτυρες για την Τράπεζα (εφεξής καλούμενη «η Εφεσίβλητη»), υπάλληλους αυτής, (Μ.Ε.1-Μ.Ε.3) ως αξιόπιστους, ενώ απέρριψε τη μαρτυρία του μάρτυρα για τους Εφεσείοντες, λογιστή και πρώην τραπεζικού υπαλλήλου, (Μ.Υ.1) και αυτή του Εφεσείοντος. Κατέληξε πως ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν νόμιμος και πως οι καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες κατατέθηκαν στο πλαίσιο της ακρόασης και έδειχναν τις χρεώσεις και το οφειλόμενο υπόλοιπο, ήταν ορθές. Έτσι, εξέδωσε απόφαση υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσειόντων για το ποσό των €19,423.26 πλέον τόκο και έξοδα, ενώ απέρριψε την ανταπαίτηση.
Με την παρούσα Έφεση οι Εφεσείοντες προσβάλλουν την πρωτόδικη απόφαση με συνολικά 12 λόγους έφεσης (οι λόγοι έφεσης 1 και 8 απεσύρθησαν).
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την αντεξέταση των μαρτύρων της Εφεσίβλητης για θέματα για τα οποία είχαν δώσει μαρτυρία και ήταν επίδικα. Αυτά τα θέματα προσδιορίζονται στην αιτιολογία του συγκεκριμένου λόγου, ότι αφορούσαν αφενός το υπόλοιπο σε προϋπάρχοντα του επίδικου λογαριασμό, το οποίο έπρεπε να είχε πιστωθεί στον επίδικο και, αφετέρου την πολιτική της Εφεσίβλητης αναφορικά με την παραχώρηση δανείων σε προνομιούχους πελάτες στην Κύπρο και την Ελλάδα και τις δυσμενείς συνέπειες που αυτή η πολιτική είχε γενικά για την οικονομία και ειδικότερα για την Εφεσείουσα.
Οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 αντεξετάστηκαν για το πρώτο ζήτημα, ήτοι το γεγονός ότι του επίδικου υπήρχε άλλος προηγούμενος λογαριασμός ο οποίος έκλεισε και το χρεωστικό υπόλοιπο του είχε μεταφερθεί στον επίδικο. Μάλιστα είχε κατατεθεί κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, για την οποία ρωτήθηκαν οι μάρτυρες κατά την αντεξέταση τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε ερωτήσεις οι οποίες είχαν τεθεί στον Μ.Ε.3 αναφορικά με την ορθότητα του χρεωστικού υπολοίπου του προηγηθέντος λογαριασμού, στη βάση του ότι αυτή η θέση δεν καλυπτόταν από το δικόγραφο των Εφεσειόντων.
Αποτελεί καθιερωμένη νομική αρχή ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να επεκτείνεται στην επίλυση θεμάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Παπαγεωργίου v. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (1991) 1 A.Α.Δ. 24, Yiannis N. Erimoudis Estates Limited κ.ά. ν. Χριστοδούλου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. 926, Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 826 και Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 87/13, ημερ. 3.12.19, ECLI:CY:AD:2019:A503).
Θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων ήταν πως η Εφεσίβλητη παράνομα και ή παράτυπα και ή καταχρηστικά προέβαινε σε χρεώσεις εξόδων και υπερβάσεων και στη χρέωση αδικαιολόγητων και ή υπερβολικών εξόδων ακάλυπτων επιταγών, συνολικού ποσού €3,500 και πως το ύψος των επιτοκίων ήταν παράνομο και ή υπερβολικό και υπήρχαν ανατοκισμοί και χρεώσεις τόκων υπερημερίας χωρίς η Εφεσίβλητη να τα δικαιούται.
Η θέση την οποία οι Εφεσείοντες επεδίωξαν να προωθήσουν κατά τη δίκη ήταν ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν λανθασμένο λόγω παράνομων χρεώσεων στον συγκεκριμένο προηγούμενο λογαριασμό. Αυτή η θέση διαφέρει και δεν καλύπτεται από τους δικογραφημένους γενικούς ισχυρισμούς περί παράνομων και ή αυθαίρετων χρεώσεων, καθώς και αδικαιολόγητων και ή υπερβολικών εξόδων ακάλυπτων επιταγών, σε σχέση πάντοτε και αποκλειστικά με τον επίδικο λογαριασμό. Επομένως, ορθά τέτοια μαρτυρία δεν επετράπη από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των Εφεσειόντων αναφέρθηκε στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε μαρτυρία αναφορικά με χρεώσεις επιταγών που δεν ανήκαν στον επίδικο λογαριασμό. Τέτοια θέση δεν προβάλλεται στην αιτιολογία του συγκεκριμένου λόγου. Εντούτοις κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε πως ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εφεσειόντων ήταν ότι υπήρχε παράνομη ή αδικαιολόγητη χρέωση ακάλυπτων επιταγών και όχι επιταγών που προέρχονταν από λογαριασμό ο οποίος προϋπήρχε του επίδικου.
Η αναφορά στην πολιτική της Εφεσίβλητης, όπως τίθεται στην αιτιολογία ανωτέρω, δεν φαίνεται να απασχόλησε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Εφεσίβλητης, ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα εξέτασης του κατά πόσο τέτοια μαρτυρία ορθά δεν έγινε αποδεκτή.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε στους μάρτυρες των Εφεσειόντων να δώσουν μαρτυρία επί θεμάτων για τα οποία έδωσαν μαρτυρία οι μάρτυρες της Εφεσίβλητης και ή ήταν επίδικα. Αυτός ο λόγος αφορά στο μέρος της έκθεσης που είχε ετοιμάσει ο Μ.Υ.1, το οποίο, κατόπιν ένστασης της Εφεσίβλητης, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέγραψε καθότι δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα. Σημειώνουμε ότι στην έκθεση του ο Μ.Υ.1 περιέγραψε τις επίδικες συμφωνίες, αναφέρθηκε στη λειτουργία και κίνηση του επίδικου λογαριασμού και κατέγραψε τις διαπιστώσεις του αναφορικά με υπερχρεώσεις είτε εξόδων είτε τόκων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κάθε παράγραφο ή απόσπασμα της έκθεσης ξεχωριστά, αναφερόμενο στο περιεχόμενο αυτών σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο του δικογράφου των Εφεσειόντων. Προέβη σε μια ολοκληρωμένη και λεπτομερή ανάλυση και επεξήγηση γιατί τελικώς δεν δέχθηκε καθεμιά εξ αυτών.
Κάποιες χρεώσεις στην έκθεση αφορούσαν υπερχρεώσεις οι οποίες, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, έγιναν κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας και του τιμοκαταλόγου της Εφεσίβλητης. Στο δικόγραφο των Εφεσειόντων όχι μόνο δεν γινόταν αναφορά σε υπερχρεώσεις αλλά η σχετική μαρτυρία δεν ήταν σύμφωνη με το δικογραφημένο συνολικό ποσό τέτοιων χρεώσεων, επομένως ορθά τέτοια μαρτυρία δεν έγινε δεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Εκτός από τις χρεώσεις, η θέση πως η Εφεσίβλητη είχε «και όφελος από προμήθειες που επιβλήθηκαν για πιστώσεις και μετατροπή συναλλάγματος» και πάλι ορθά κρίθηκε ότι δεν δικογραφείτο. Τέτοιοι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί θα πρέπει να δικογραφούνται ρητά και δεν καλύπτονται από μια γενική τοποθέτηση περί ύπαρξης παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων.
Τέλος, στην έκθεση γινόταν αναφορά στο ποσό της συνολικής απόδοσης του επίδικου λογαριασμού καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, καταλήγοντας ως εξής:
«Το ποσό των €11.786 αντιπροσωπεύει ποσοστό απόδοσης 23,5% ετήσια επί του μέσου όρου του χρησιμοποιηθέντος από την εναγόμενη εταιρεία κεφαλαίου της Τράπεζας τη στιγμή που το συμβατικό επιτόκιο είχε καθοριστεί σε 9,25%.
Από την πολύχρονη ενασχόληση και πείρα μου αναφέρω ότι, ειδικότερα από το 2008 μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωζώνη όταν οι Τράπεζες, μέσω του διατραπεζικού δανεισμού απέκτησαν πρόσβαση σε φτηνό δανεισμό, απόδοση ύψους 2% (περιθώριο ή margin) κάποιας πιστωτικής διευκόλυνσης πέραν του επιτοκίου Euribor δηλαδή του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εθεωρείτο σαν η μέγιστη επιδιωκόμενη απόδοση κέρδους για μία Τράπεζα.»
Ορθά κρίθηκε ότι αυτή η μαρτυρία δεν καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον έκτο λόγο αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα.
Οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα συνακόλουθα ευρήματα του αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι γνωστές. Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και, συνακόλουθα, της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του. Όσον δε αφορά τις αντιφάσεις στη μαρτυρία, το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όπου αυτές είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν διάθεση του να ψευσθεί (βλ. S.K. Masters Developments Ltd v. Κυρατζής κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 49/2015, ημερ. 22.6.2023 και Baloise Ins. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275).
Ο Εφεσείων εστιάστηκε στο να καταδείξει το υπερβολικό και παράνομο των χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό με επιτόκιο πέραν του συμφωνηθέντος, παρουσιάζοντας διάφορους πίνακες τους οποίους ετοίμασε ο ίδιος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε εξαρχής ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν λογιστής, ούτε και κατείχε τα προσόντα ή κάποια ειδικότητα που δικαιολογούσε να θεωρηθεί ως ειδικός για το θέμα.
Παρά ταύτα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν βασίστηκε σε αυτή τη διαπίστωση για να καταλήξει ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν αξιόπιστος. Αντιθέτως προχώρησε να σημειώσει πως οι υπολογισμοί του μάρτυρος δεν ήταν ορθοί και πως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τους εξηγήσει, για να καταδειχθεί η ορθότητα και ακρίβεια τους. Επομένως, οι πίνακες δεν έγιναν δεκτοί όχι στη βάση του ότι ο Εφεσείων δεν ήταν ειδικός αλλά στη βάση του ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τους υπολογισμούς του και κυρίως την ορθότητα αυτών.
Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε πως ο μάρτυρας προσπαθούσε να επιρρίψει ευθύνες για τον τερματισμό της συμφωνίας στην Εφεσίβλητη και τον τρόπο λειτουργίας της, προβάλλοντας «γενικούς, αόριστους και ορισμένες φορές αντιφατικούς ισχυρισμούς». Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε με λεπτομέρεια τους εν λόγω ισχυρισμούς του Εφεσείοντα καταδεικνύοντας έτσι τις αντιφάσεις, τις θέσεις οι οποίες για πρώτη φορά προβλήθηκαν κατά τη δική του μαρτυρία και δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της Εφεσίβλητης, τις θέσεις οι οποίες δεν συνάδουν με το δικόγραφο του, γενικές και ατεκμηρίωτες θέσεις και, τέλος, θέσεις οι οποίες δεν έβρισκαν έρεισμα στα γεγονότα.
Θεωρούμε ότι η αξιολόγηση του Εφεσείοντα έγινε ολοκληρωμένα και με επιμέλεια και ήταν πλήρως αιτιολογημένη. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, δεν διαπιστώνεται ότι η εν λόγω αξιολόγηση έγινε με «προκατάληψη» προς τον μάρτυρα, ως η εισήγηση των Εφεσειόντων.
Ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Ο ένατος λόγος αφορά στο ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση των Εφεσειόντων πως ο δικογραφημένος λόγος τερματισμού της συμφωνίας ήταν αβάσιμος και επομένως ο τερματισμός ήταν παράνομος. Με τον τρίτο λόγο αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάσισε πως ο τερματισμός ήταν νόμιμος. Λόγω της συνάφειας τους, οι δύο αυτοί λόγοι θα εξεταστούν μαζί.
Στην έκθεση απαίτησης αναφερόταν ότι ήταν ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας πως η Εφεσίβλητη δικαιούτο οποτεδήποτε ήθελε και χωρίς προειδοποίηση προς την Εφεσείουσα να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να ζητήσει άμεσα την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Αναφερόταν επίσης πως η Εφεσείουσα παρέλειπε να πληρώνει ως οι όροι της συμφωνίας και γι’ αυτό η Εφεσίβλητη προέβη στον τερματισμό αυτής, καλώντας την Εφεσείουσα να πληρώσει το χρέος της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στο παραδεκτό γεγονός ότι με επιστολή ημερ. 27.9.2010 προς την Εφεσείουσα, η Εφεσίβλητη την καλούσε να ομαλοποιήσει τον λογαριασμό και να μην παρουσιάζει υπερβάσεις. Επίσης ήταν εύρημα του πως σε διάφορες χρονικές περιόδους ο λογαριασμός παρουσίαζε υπερβάσεις και γίνονταν συστάσεις στην Εφεσείουσα για ομαλοποίηση του. Δεν διέλαθε την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι κατά τις 14.9.2011 που τερματίστηκε ο λογαριασμός, αυτός παρουσίαζε υπόλοιπο χαμηλότερο του ορίου, ήτοι των €20,000, επομένως απασχόλησε το Δικαστήριο κατά πόσον ο τερματισμός ήταν υπό τέτοιες περιστάσεις, νόμιμος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στον όρο της συμφωνίας ο οποίος έδιδε δικαίωμα στην Εφεσίβλητη να την τερματίσει οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση, όρος ο οποίος αναφερόταν και στην επιστολή τερματισμού. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως, από τη στιγμή που στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται ρητώς τόσο ο συγκεκριμένος όρος της συμφωνίας, όσο και η επιστολή τερματισμού στην οποία γίνεται επίκληση αυτού του όρου ως λόγος τερματισμού και κατατέθηκε ως τεκμήριο, αυτή η μαρτυρία καλυπτόταν από το δικόγραφο της και επομένως μπορούσε να γίνει δεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση M.I.T. Global Data Solutions Ltd κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2704, την οποία επικαλέστηκαν οι Εφεσείοντες, υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητόν και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1466). Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν είναι ασύνδετη με τους όρους της συμφωνίας που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Σχετικός επί του θέματος είναι ο όρος 3 του Τεκμηρίου 9 ο οποίος προνοεί πως:
“H Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό ή απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο/α και/ή πίστωση και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνονται ή που θα γίνουν προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.”»
Επιπλέον, στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως «στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων (Lombard (ανωτέρω)). Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.»
Οι Εφεσείοντες θεωρούν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε αυθεντίες τις οποίες η πλευρά τους είχε παρουσιάσει, σύμφωνα με τις οποίες δεν μπορεί να παρέχεται στην Τράπεζα απόλυτη και ανεξέλεγκτη επιλογή δικαιώματος τερματισμού της συμφωνίας. Οι Εφεσείοντες παραπέμπουν στο σύγγραμμα Practice of Banking, E.P.Doyle, 3η έκδοση, 1981, σελ. 36, παρ. 15 και στο απόσπασμα πως η τράπεζα μπορεί να τερματίσει ένα λογαριασμό που λειτουργεί πέραν του συμφωνηθέντος ορίου ενώ, αν ο λογαριασμός λειτουργεί εντός του ορίου, τότε η Τράπεζα δεν δύναται να αποσύρει τη διευκόλυνση, παρά μόνο δύναται να προειδοποιήσει ότι θα το πράξει εκτός αν η μη αποδεκτή συμπεριφορά δεν διορθωθεί.
Η Κυπριακή νομολογία υποστηρίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να τερματίσει χωρίς προειδοποίηση νοουμένου ότι αυτό προνοείται από τους όρους της συμφωνίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χαραλάμπους κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 405/2012, ημερ. 27.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A540 και M. A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά. v. Barclays Bank Plc (2001) 1(B) Α.Α.Δ. 1038. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε κατά καιρούς υπερβάσεις, είχε σταλεί μια προειδοποιητική επιστολή και επιπλέον υπήρχε μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι υπήρχαν και διάφορες επαφές και διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών όταν ο λογαριασμός ήταν προβληματικός και θα έπρεπε να ομαλοποιείτο. Εξού και ήταν η θέση της Μ.Ε.1, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, ότι λόγω του ιστορικού της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, ήτοι της παράβασης των όρων της συμφωνίας και της συχνής υπέρβασης του ορίου, ο εν λόγω λογαριασμός τερματίστηκε.
Ο τρίτος και ο ένατος λόγος έφεσης απορρίπτονται.
Με τον δέκατο τρίτο λόγο αποδίδεται πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση των Εφεσειόντων ότι οι όποιες υπερβάσεις απαιτούσαν την έγκριση και ή συγκατάθεση της Εφεσίβλητης και επομένως η τελευταία δεν νομιμοποιείται να επικαλείται αυτές ως λόγο τερματισμού της συμφωνίας.
Ο τερματισμός κρίθηκε ορθός και νόμιμος με δεδομένο το δικαίωμα της Τράπεζας να τερματίζει τη σύμβαση οποτεδήποτε το επιθυμεί. Εν πάση περιπτώσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε κατά καιρούς υπερβάσεις και η Εφεσίβλητη βρισκόταν σε προφορικές επικοινωνίες με την Εφεσείουσα και απέστειλε και σχετική επιστολή, καλώντας την να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας, κάτι το οποίο παρέλειψε να πράξει.
Και ο δέκατος τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον έβδομο λόγο αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως όλες οι χρεώσεις ήταν νόμιμες, απορρίπτοντας τη μαρτυρία για τους Εφεσείοντες.
Αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε δεκτές τις καταστάσεις λογαριασμού, παρέπεμψε στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων, ο οποίος κατατέθηκε ως τεκμήριο, τον οποίο η Εφεσείουσα υπέγραψε και δεν έτυχε αμφισβήτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού, οι χρεώσεις που περιλαμβάνονται σε αυτές, είναι αυτές που αναφέρονται στη συμφωνία. Με βάση αυτή τη μαρτυρία και την απόρριψη της μαρτυρίας του Εφεσείοντα, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εν λόγω χρεώσεις ήταν οι συμφωνηθείσες και επομένως ορθές.
Ο έβδομος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τρεις λόγους έφεσης αμφισβητείται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο τόκος με τον οποίο παρουσιάζεται να έχει χρεωθεί ο επίδικος λογαριασμός ήταν νόμιμος. Συγκεκριμένα, με τον δεύτερο λόγο αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως ο τόκος τον οποίο η Εφεσίβλητη χρέωνε ήταν νόμιμος καθότι αυτός υπερέβαινε τον συμφωνημένο τόκο. Ο εντέκατος λόγος αφορά στο ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως η χρέωση τόκων στον λογαριασμό δεν αποτελούσε κεφαλαιοποίηση κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Ο δωδέκατος λόγος αφορά στο ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση των Εφεσειόντων πως οι υπερβάσεις που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός κατά το 2011 ήταν το αποτέλεσμα παράνομης και ή αντισυμβατικής χρέωσης τόκων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε επισταμένα με το θέμα της χρέωσης του τόκου. Κατ’ αρχάς ανέτρεξε στη συμφωνία για το ύψος του επιτοκίου. Η θέση των Εφεσειόντων ότι παρόλο που δεν υπήρχε νομοθετικός περιορισμός του ύψους του επιτοκίου, αυτό δεν θα έπρεπε να υπερέβαινε το αρχικώς συμφωνηθέν ποσό, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην ίδια τη συμφωνία, ούτε και στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Οι υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψαν (Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Michael N. Ioannides Manufacturing & Trading Ltd v. Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 847, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Coral Foods Ltd κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 956 και Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της υπό διάλυση εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ v. Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 38) αφορούσαν συμφωνίες στις οποίες ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος του 1977, Ν.2/1977, ο οποίος έθετε ρητώς ότι το επιτόκιο δεν μπορούσε να ξεπερνά το 9%. Όπως άλλωστε αναγνώρισαν και οι Εφεσείοντες, ο εν λόγω Νόμος δεν ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση.
Όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η συμφωνία προέβλεπε τη χρέωση τόκου, ήτοι το βασικό επιτόκιο, το οποίο τότε ήταν 5,25% συν προσαύξηση προς 4%. Ακολούθως στηρίχθηκε στο βασικό επιτόκιο, όπως αυτό καθοριζόταν από την Εφεσίβλητη και γνωστοποιείτο στο κοινό, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και τον περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, Ν.160(Ι)/1999. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η χρέωση του επιτοκίου γνωστοποιήθηκε στους Εφεσείοντες και είχε νόμιμα επιβληθεί.
Κατόπιν δήλωσης της Εφεσίβλητης πως δεν διεκδικούσε τόκο υπερημερίας μετά τον τερματισμό και την κατάθεση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε στην ενώπιον του αποδεκτή μαρτυρία και ορθά κατέληξε ότι ο τόκος υπερημερίας ανήρχετο στο 9,75% μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού.
Αναφορικά με την κεφαλαιοποίηση, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της Εφεσίβλητης και το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού, προέκυπτε πως ο τόκος υπολογιζόταν σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία, αλλά χρεωνόταν, εξού και παρουσιαζόταν στις καταστάσεις, ανά τριμηνία, ενώ κεφαλαιοποιείτο δύο φορές ετησίως. Επομένως, ορθά κρίθηκε ότι η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου, ήταν νόμιμη και ορθή.
Οι λόγοι έφεσης 2, 11 και 12 απορρίπτονται.
Με τον δέκατο τέταρτο λόγο αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε πως η μέθοδος χρέωσης και πίστωσης στον επίδικο λογαριασμό δεν είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη χρέωση με επιπλέον τόκους και επιβαρύνσεις
Αυτό το ζήτημα ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα και ως τέτοιο δεν μπορούσε να τύχει εξέτασης. Το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να αναφέρει πως, από τη στιγμή που δέχθηκε τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εφεσίβλητης οι οποίοι εξήγησαν την πρακτική που ακολούθησε η τράπεζα, και αυτή η μαρτυρία «δεν είχε ως αποτέλεσμα την χρέωση του λογαριασμού με περαιτέρω τόκο ή τουλάχιστον δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο», λέχθηκε εκ του περισσού.
Ο δέκατος τέταρτος λόγος έφεσης επίσης απορρίπτεται.
Με τον δέκατο λόγο προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι Εφεσείοντες είχαν υποχρέωση να ελέγχουν τις καταστάσεις λογαριασμού που τους αποστέλλονταν και ότι η μη αμφισβήτηση αυτών καθιστά το περιεχόμενο τους αποδεκτό.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού στη βάση της μη αμφισβήτησης αυτών από τους Εφεσείοντες. Αυτή ήταν μια από τις παρατηρήσεις του επί των καταστάσεων, όπως αναφέρεται και στη νομολογία (βλ. Παπαχριστοδούλου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2015) 1(Β) Α.Α.Δ. 953). Έχει ήδη καταδειχθεί πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της δεκτότητας και της ορθότητας των εν λόγω καταστάσεων με επιμέλεια, αιτιολογώντας κάθε πτυχή αυτού.
Επομένως, και ο δέκατος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.
Η Έφεση απορρίπτεται.
€2.500 έξοδα Έφεσης, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον των Εφεσειόντων.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο