ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2026, 21/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2026, 21/4/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(i-Justice)

(Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2026

 

 

21 Απριλίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, E. ΕΦΡΑΙΜ, ΔΔ]

 

 

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ  ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 4/2026

 

Υπό τον τίτλο:

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΑΓΓΛΙΑΣ (45 JAMES LANE, LONDON E11 1NS, UNITED KINGDOM) ΓΙΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI KAI PROHIBITION

 

KAI

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28/11/2025 ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ 1259/16 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

____________________

 

Κ. Μουτσουρής για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

 

____________________

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

_____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Με ένα γενικό λόγο έφεσης, ότι ήταν εσφαλμένη, προσβάλλεται η απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία, με την οποία απέρριψε την αίτηση του Εφεσείοντα για επέκταση της προθεσμίας για καταχώριση αίτησης για άδεια, για την καταχώριση αίτησης Certiorari και Prohibition, για την ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε στις 28.11.2025 στην Αγωγή Αρ.1259/2016. 

 

    Όπως επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση, δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο επρόκειτο για απόφαση σε αίτηση στην αγωγή ή την απόφαση στην αγωγή, ούτε σε τι επακριβώς αφορούσε.  Σε κάθε περίπτωση, κατά την έκδοση της απόφασης ο Εφεσείων εκπροσωπείτο από τους δικηγόρους του.  Πότε ενημερώθηκε ο ίδιος προσωπικά για την απόφαση και αν αυτό έγινε από τους δικηγόρους του ή διαφορετικά, δεν αναφερόταν στην υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση, που είχε γίνει από δικηγόρο του γραφείου των δικηγόρων του.  Στην ένορκη δήλωση, γινόταν επίκληση της κατάστασης της υγείας του Εφεσείοντα και του γεγονότος της διαμονής του μόνιμα στο Λονδίνο, και ότι ήταν γι’ αυτούς τους λόγους που άργησε να ενημερωθεί για την απόφαση.  Στις 8.1.2026 ο Εφεσείων έδωσε τις σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους του, οι οποίοι την επομένη ζήτησαν τα σχετικά πρακτικά, τα οποία ακόμη δεν ήταν έτοιμα όταν στις 20.1.2026 καταχωρίστηκε η αίτηση για επέκταση της προθεσμίας.

 

    Ο Καν.5(1) των περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Κανονισμών του 2018 έως 2024, προβλέπει ότι:

«Αίτηση για άδεια καταχωρείται το συντομότερο από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες από την ημέρα που ο αιτητής λαμβάνει γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης».

 

 

    Ο Κανονισμός τροποποιήθηκε με τον περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Κανονισμό του 2024, που δημοσιεύτηκε στις 26.4.2024.  Προηγουμένως, ο χρόνος των 45 ημερών καθοριζόταν «από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης».  Το Ανώτατο Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί την ευχέρεια, σύμφωνα με τον Καν.5(2) « … να επεκτείνει την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο (1) του παρόντος Κανονισμού εάν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις που παρεμπόδισαν τον αιτητή να καταχωρήσει την αίτηση του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας».

 

    Η χρήση του αορίστου, «που παρεμπόδισαν», στον Καν.5(2), υποδηλώνει ότι για να καταχωριστεί αίτηση για επέκταση της προθεσμίας θα πρέπει να έχει εκπνεύσει η προθεσμία που προβλέπεται στον Καν.5(1), να έχουν δηλαδή παρέλθει τουλάχιστο 45 ημέρες από την ημέρα που ο αιτητής έλαβε γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματος ή πράξης.  Όπως είναι διαμορφωμένος ο Κανονισμός, δεν υπάρχει η δυνατότητα εξασφάλισης επέκτασης της προθεσμίας πριν την εκπνοή των 45 ημερών.

 

    Όπως επισημαίνεται και στην πρωτόδικη απόφαση, δεν αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για επέκταση, πότε ο Εφεσείων πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης ημερ.28.11.2025.  Εάν αυτό έγινε μετά την 7.12.2025, τότε η αίτηση για επέκταση που καταχωρίστηκε την 20.1.2026 ήταν πρόωρη.  Τέτοιο ζήτημα δεν εξετάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ωστόσο, στη βάση της πιο πάνω επισήμανσης του, παραμένει ερωτηματικό τι πραγματικά συνέβη, κατά πόσο δηλαδή υπήρξε καθυστέρηση από τον Εφεσείοντα στη διαβίβαση της εντολής προς τους δικηγόρους του για την εξασφάλιση προνομιακών ενταλμάτων μόλις στις 8.1.2026 ή η αίτηση για επέκταση της προθεσμίας ήταν πρόωρη. 

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην πρόνοια για «εξαιρετικές περιστάσεις» στον Καν.5(2) και παρέπεμψε στην απόφαση Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Puhler, Πολ. Έφ. Αρ. 404/2009, ημερ. 10.12.2020, όπου αναφέρθηκε ότι: 

 

«Με δεδομένη τη φύση της διαδικασίας του Certiorari, οι «εξαιρετικές περιστάσεις», που αναφέρονται στον Κ.5, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης «εξαιρετικές», πρέπει να είναι υφιστάμενες περιστάσεις, οι οποίες παρεμποδίζουν τον αιτητή από του να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο προς διεκδίκηση θεραπείας. Ο λόγος που επιζητείται παράταση, δυνάμει του Κ.5, θα πρέπει, αντικειμενικά κρινόμενος, να αποτελεί έναν ιδιαίτερο, πέραν του συνηθισμένου, λόγο που δεν επέτρεψε στον αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο για προνομιακή θεραπεία, εντός του χρόνου που προβλέπεται από τον Κανονισμό και το συμφέρον της δικαιοσύνης να απαιτεί την επέκταση του χρόνου

 

 

    Οι «εξαιρετικές περιστάσεις» που προβλήθηκαν με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση κάτω από σχετικό υπότιτλο, δεν αφορούσαν στους λόγους για τους οποίους δεν είχε καταχωριστεί εμπρόθεσμα η αίτηση για άδεια, αλλά στην ουσία της υπόθεσης, ότι δηλαδή, εάν δεν εκδιδόταν αμέσως διάταγμα ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας και εξαφάνισης χρημάτων.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση και ορθά κατέληξε πως ό,τι ουσιαστικά προβαλλόταν ως λόγος για την μη καταχώριση της αίτησης για άδεια εμπρόθεσμα, ήταν ότι δεν ήταν έτοιμα τα σχετικά πρακτικά.  Οι λόγοι υγείας και η μόνιμη διαμονή του Εφεσείοντα στο εξωτερικό είχαν προβληθεί ως λόγοι γιατί άργησε να ενημερωθεί για την απόφαση.  Άλλωστε όταν στις 8.1.2026 έδωσε τις σχετικές οδηγίες στους δικηγόρους του, υπήρχε χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να καταχωριστεί η αίτηση για άδεια, ακόμη και εάν ο Εφεσείων θεωρείτο ότι ήταν ενήμερος από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, στη βάση της εκπροσώπησης του από τους δικηγόρους του, που ήταν παρόντες κατά την έκδοση της απόφασης.

 

    Σε σχέση με τα πρακτικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι:

 

«Δεν διευκρινίζεται, ωστόσο, η αναγκαιότητα ετοιμασίας των πρακτικών καθ' ην στιγμή προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιπροσωπεύετο στην πιο πάνω Αγωγή από δικηγόρο και το ζήτημα που απασχολεί, όπως διαφαίνεται από τους λόγους που προβάλλονται για σκοπούς εξασφάλισης άδειας, άπτετο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση και κατά πόσο τούτο υπερέβη την αρμοδιότητα και/ή εξουσία του όπως αυτή καθορίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 22(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, ως έχει τροποποιηθεί. Ούτε και επισυνάπτεται η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση που, όπως αναφέρεται, εκδόθηκε στις 28/11/2025 ενώ ουδεμία εξήγηση δίδεται γιατί  στην υπό κρίση περίπτωση χρειαζόταν η εξασφάλιση πρακτικών πέραν της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης». 

 

 

    Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, αναφέρεται ότι ο λόγος που δεν είχε επισυναφθεί η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου, ήταν γιατί η απόφαση ήταν μέρος των πρακτικών.  Τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο Εφεσείων δεν είχε αντίγραφο της ίδιας της απόφασης.

 

    Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα για το οποίο παραπονείτο ο Εφεσείων, θα αφορούσε στη δικαιοδοσία του κατώτερου Δικαστηρίου.  Επρόκειτο για Επαρχιακό Δικαστή και, κατά τον Εφεσείοντα, η αγωγή αφορούσε περιουσία αξίας μεγαλύτερης των €100.000.  Δεν εξηγήθηκε για ποιο λόγο χρειάζονταν τα πρακτικά της υπόθεσης για να είναι εφικτή η καταχώριση της αίτησης για άδεια.

 

    Η Ρόλη Λούη, Πολ. Αίτ. Αρ.7/2021, ημερ.26.1.2021 στην οποία μας παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Εφεσείοντα, είχε κριθεί στη βάση των γεγονότων της και σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί προηγούμενο.  Εκεί, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου είχε εξεύρει αιτιολογημένη την αίτηση για επέκταση της προθεσμίας, στη βάση ότι το πρακτικό της διαδικασίας ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δόθηκε στην αιτήτρια, που ήταν παρούσα στη δίκη, τέσσερις μήνες μετά και αφού είχε εκπνεύσει η προθεσμία των 45 ημερών από την έκδοση της απόφασης.

 

Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολογημένα δεν ικανοποιήθηκε ότι είχαν αποκαλυφθεί εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες παρεμπόδισαν τον Αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και δεν βρίσκουμε κανένα απολύτως λόγο για να επέμβουμε στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας η οποία ασκήθηκε δικαστικά στη βάση των ενώπιον του δεδομένων.

 

 

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

 

 

 

 

 

                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.

 

 

                                                      Ι. Ιωαννίδης, Δ.            

 

        

                                                          Ε. Εφραίμ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο