ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
i-justice
Αρ. Αίτησης 74/2026
15 Απριλίου 2026
[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PAG MOTORS LTD, HE375547, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/02/2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PAG MOTORS LTD, HE375547, ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΔΡΟΜΟ ΑΣΤΡΟΜΕΡΙΤΗ-ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΧΟΥ (ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ΔΡΑΚΟΥ, 2WV4+M6F, 2831, ΕΥΡΥΧΟΥ), ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΣΤ.3841 ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΤΑΕ (Ε) ΑΡΧΗΓΕΙΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ.155, ΑΡΘΡΑ 27, 28 ΚΑΙ 29
____________________
Β. Ακάμας για Βίκτωρ Φ. Ακάμας Δ.Ε.Π.Ε. για την Αιτήτρια.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η Αιτήτρια εταιρεία ζητά άδεια για να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του εντάλματος έρευνας του γραφείου/υποστατικού της στην Ευρύχου, το οποίο εκδόθηκε στις 26.2.2026 από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το κατώτερο Δικαστήριο.
Το αδίκημα το οποίο διερευνούσε η Αστυνομία ήταν αυτό της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Ν.188(I)/2007, με την εμπλοκή της Αιτήτριας και του διευθυντή και «ιδιοκτήτη» της Π.Μ..
Η πρώτη πληροφορία λήφθηκε από την Αστυνομία στις 10.12.2024. Σε ότι εδώ αφορά, συνίστατο σε μαρτυρία ότι ο Π.Μ. είχε στην κατοχή του αρκετά χρήματα σε μετρητά, τόσο στην κατοικία, όσο και στο υποστατικό της εταιρείας του (της Αιτήτριας) και, κατ’ ομολογία του στον πληροφοριοδότη, μπορούσε να δανείσει μέχρι δύο εκατομμύρια ευρώ. Ο πληροφοριοδότης είχε αναφέρει ότι τα χρήματα προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες, όπως τοκογλυφία και αγοραπωλησία κλοπιμαίων οχημάτων από την Αγγλία, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτεται στον αστυνομικό όρκο σχετική προς τούτο μαρτυρία.
Στις 14.1.2025 λήφθηκε νέα πληροφορία, ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, του Π.Μ. και της συζύγου του είχαν, κατά καιρούς, κατατεθεί αρκετές επιταγές, προερχόμενες από ασφαλιστικές εταιρείες, για σημαντικά χρηματικά ποσά. Η ίδια πληροφορία ανέφερε ότι ο Π.Μ. ήταν αναμεμειγμένος σε υποθέσεις εξαπάτησης ασφαλιστικών εταιρειών και απόσπασης χρημάτων με εικονικά δυστυχήματα, και πάλι, χωρίς να αποκαλύπτεται στον αστυνομικό όρκο σχετική προς τούτο μαρτυρία.
Στη βάση των πιο πάνω, εκδόθηκαν στις 20.1.2025 εντάλματα έρευνας του επίδικου γραφείου/υποστατικού της εταιρείας και δύο κατοικιών του Π.Μ.. Τα εντάλματα εκτελέστηκαν την επομένη. Σε ότι εδώ αφορά, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από την κατοικία του Π.Μ. ποσό €243.950 σε μετρητά. Είχαν τότε παρουσιαστεί από τον Π.Μ., τη σύζυγο και τον υιό του γραπτές δηλώσεις αναφορικά με την προέλευση των μετρητών. Το ποσό κατακρατείται μέχρι σήμερα δυνάμει διατάγματος δήμευσης που, όπως αναφέρεται, εκδόθηκε στις 5.3.2025. Τα εντάλματα έρευνας ημερ.20.1.2025 ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, για λόγο που δεν αφορούσε στην ουσία τους.
Το επόμενο βήμα στην υπόθεση ήταν η έκδοση στις 12.3.2025 διατάγματος αποκάλυψης τραπεζικών και άλλων δεδομένων. Όλα τα δεδομένα που είχαν ζητηθεί παραλήφθηκαν και διενεργήθηκε οικονομική έρευνα από εξειδικευμένο, όπως αναφέρεται, λογιστή της Αστυνομίας. Διαπιστώθηκε ότι στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, παρουσιάζεται ο Π.Μ. να έχει κατά την 31.12.2018 «πιστωτικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού μετόχου» ύψους €130.293. Κατά τον λογιστή της Αστυνομίας, αυτό σημαίνει ότι από 31.10.2017 που ιδρύθηκε η εταιρεία ο Π.Μ. την χρηματοδότησε με το ποσό αυτό. Κατά την 31.12.2019 το πιστωτικό υπόλοιπο είχε ανεβεί στις €550.024, από περαιτέρω χρηματοδότηση ύψους €419.731. Όπως διαπιστώθηκε, δεν φαινόταν να δικαιολογείται η προέλευση των χρημάτων αυτών. Σύμφωνα δε με πρόχειρες οικονομικές καταστάσεις από τον Έφορο Εταιρειών, η χρηματοδότηση της εταιρείας από 31.10.2017 μέχρι 31.12.2020 ανέρχεται σε €744.616 χωρίς να δικαιολογείται η προέλευση των χρημάτων αυτών.
Από 31.10.2017 μέχρι 31.12.2018 τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας έλεγχε το ελεγκτικό γραφείο Fidescorp Ltd και από 1.1.2019 μέχρι 31.12.2020 το ελεγκτικό γραφείο Intelaudit Ltd. Λογιστής της εταιρείας είναι το λογιστικό γραφείο Fidescorp Ltd. Σύμφωνα με τον λογιστή της Αστυνομίας, τα ελεγκτικά αρχεία κρατούνται από τα ελεγκτικά γραφεία, ενώ τα λογιστικά αρχεία από το λογιστικό γραφείο Fidescorp Ltd και την ίδια την εταιρεία. Σύμφωνα με τον όρκο, τα αρχεία αναζητούνται ώστε να διαφανεί η φύση της χρηματοδότησης της Αιτήτριας εταιρείας από τον Π.Μ..
Με το υπό έλεγχο ένταλμα εξουσιοδοτήθηκε η ανεύρεση και παραλαβή συγκεκριμένων εγγράφων σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, «καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα».
Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται από την Αιτήτρια είναι ότι τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν γενικά, αόριστα, ανεπαρκή και όχι ικανά για να δημιουργήσουν την εύλογη υποψία που απαιτείται από το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 για την έκδοση εντάλματος έρευνας.
Αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στοιχειοθετείται εφόσον κάποιος γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες και προβαίνει σε οποιαδήποτε από συγκεκριμένες ενέργειες, όπως η απόκτηση, κατοχή ή χρήση τέτοιας περιουσίας.[1] Η απαραίτητη ένοχη διάνοια, δηλαδή η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως συστατικά στοιχεία αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις.[2] Ακόμη και στο στάδιο της απόδειξης αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα, από το οποίο να προήλθαν τα έσοδα[3] και η καταδίκη για αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι δυνατή σε περίπτωση που, με βάση αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις, στοιχειοθετείται ότι η περιουσία προήλθε από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς να απαιτείται η στοιχειοθέτηση όλων των πραγματικών στοιχείων ή όλων των περιστάσεων που σχετίζονται με τις εν λόγω παράνομες δραστηριότητες.[4]
Επομένως, μπορούσε να διερευνάται αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς να διερευνάται κάποιο γενεσιουργό αδίκημα και αυτό δεν καθιστούσε τη διερεύνηση αόριστη, όπως διατείνεται η Αιτήτρια.
Τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μέσω του αστυνομικού όρκου, παραλείποντας τις αναφορές που δεν μπορούσαν να τεκμηριωθούν στη βάση μαρτυρίας, ήταν, αντικειμενικά, ικανά να δικαιολογήσουν εύλογη υπόνοια διάπραξης αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με την εμπλοκή της Αιτήτριας και του Π.Μ.. Τα στοιχεία αυτά ήταν η μεταφερόμενη από πληροφοριοδότη ομολογία του Π.Μ. για κατοχή μεγάλου ποσού σε μετρητά, η ανεύρεση μεγάλου ποσού στην κατοικία του και η χρηματοδότηση από αυτόν της Αιτήτριας με μεγάλα ποσά, με άγνωστη προέλευση. Η άγνωστη προέλευση, για τις ανακριτικές αρχές, σημαίνει την απουσία αποκάλυψης της προέλευσης τους, που εύλογα παραπέμπει σε παράνομη δραστηριότητα, διαφορετικά δεν αναμένεται λογικά κάποιος να μην δίδει εξηγήσεις για τη νόμιμη προέλευση των χρημάτων του, με κίνδυνο τη δίωξη για ποινικά αδικήματα. Το γεγονός ότι τα ποσά της χρηματοδότησης εμφανίζονταν στους λογαριασμούς της εταιρείας, ενέπλεκε την εταιρεία ως ύποπτη. Στη συνέχεια, ασφαλώς και ήταν εύλογο ότι τα έγγραφα της εταιρείας θα μπορούσαν να ανευρεθούν στο γραφείο/υποστατικό της. Προς τούτο δεν απαιτείτο θετική μαρτυρία, ανεξάρτητα του ότι μπορούσαν να βρίσκονται και στο γραφείο των λογιστών της.
Το δεύτερο ζήτημα που εγείρει η Αιτήτρια, αφορά στη θέση ότι το εκδοθέν ένταλμα παραβιάζει το Άρθρο 17 του Συντάγματος και συνιστά επέμβαση στο απόρρητο της επικοινωνίας της.
Στο ένταλμα καταγράφονται αναλυτικά τα έγγραφα τα οποία το ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε να παραληφθούν. Δεν γίνεται αναφορά σε έγγραφα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αλληλογραφία της εταιρείας, ώστε να μπορούσε να δικαιολογηθεί το παράπονο της Αιτήτριας.
Το τρίτο ζήτημα αφορά σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας για την έκδοση του εντάλματος.
Ότι η διερεύνηση αφορά αδίκημα που μπορεί να διαπράχθηκε στη χρονική περίοδο 31.10.2017 - 31.12.2020 δεν καθιστά από μόνο του και χωρίς άλλο το ένταλμα μη αναγκαίο και αναιτιολόγητο. Ούτε η καθυστέρηση που επικαλείται ο Αιτητής έχει αυτή τη συνέπεια. Η διερεύνηση άρχισε όταν η Αστυνομία έλαβε τις πρώτες σχετικές πληροφορίες, ακολούθησαν έρευνες, αποκάλυψη τραπεζικών και άλλων δεδομένων και οικονομική έρευνα από λογιστή της Αστυνομίας. Η διάρκεια της διερεύνησης προτού η Αστυνομία αιτηθεί το υπό αναθεώρηση ένταλμα μάλλον αναδεικνύει ότι το ζήτησε μόνο αφού συμπληρώθηκε μέρος της διερεύνησης της υπόθεσης και η έκδοση του κατέστη αναγκαία. Σε κάθε περίπτωση, η θέση της Αιτήτριας ότι με την έκδοση του εντάλματος δόθηκε ευκαιρία στην Αστυνομία για «επηρεασμό ή/και κατασκευή μαρτυρίας ή/και ξεκάθαρο «fishing»» είναι ανυπόστατη.
Η περαιτέρω θέση της Αιτήτριας ότι η Αστυνομία θα μπορούσε, αντί να αιτηθεί την έκδοση του εντάλματος, να ζητήσει την παράδοση των εγγράφων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Κεφ.155,[5] που εφόσον παραδίδονταν η έκδοση του επίδικου εντάλματος θα ήταν αχρείαστη, δεν μπορεί να τεκμηριώσει λόγο για προσβολή της νομιμότητας του. Το άρθρο 6 παρέχει δυνατότητα στον ανακριτή μιας υπόθεσης να ενεργήσει με τον τρόπο που αναφέρεται. Εν προκειμένω, η Αστυνομία ζήτησε την έκδοση εντάλματος έρευνας και το κατώτερο Δικαστήριο έκρινε πως δικαιολογείτο η έκδοση του. Ικανοποιήθηκε ότι η έκδοση του ήταν αναγκαία. Πολλοί λόγοι, όπως η καταστροφή τεκμηρίων, μπορούν να υποστηρίξουν και να δικαιολογήσουν την κατάληξη του να εκδώσει το ένταλμα έρευνας και δεν χρειάζεται να γίνει περισσότερη ανάλυση. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για επέμβαση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του κατώτερου Δικαστηρίου επί του προκειμένου.
Η Αιτήτρια επισημαίνει ότι στο ένταλμα, μετά την καταγραφή των εγγράφων των οποίων η παραλαβή εξουσιοδοτείτο, αναφερόταν «καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα». Προφανώς, η επισήμανση εντάσσεται στο εγειρόμενο ζήτημα αναλογικότητας του εντάλματος. Κατά την εισήγηση της Αιτήτριας, το ένταλμα ουσιαστικά εξουσιοδοτούσε τα μέλη της Αστυνομίας που θα το εκτελούσαν να παραλάβουν οτιδήποτε, κατά τη δική τους κρίση και όχι του Δικαστή που το εξέδωσε, θεωρούσαν σχετικό.
Επί του προκειμένου, εγείρεται εκ πρώτης όψεως, συζητήσιμο ζήτημα νομιμότητας του επίδικου εντάλματος, στην έκταση που εξουσιοδοτούσε να ανευρεθεί και παραληφθεί οτιδήποτε άλλο σχετιζόταν με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Το τελευταίο, τέταρτο ζήτημα, που εγείρει η Αιτήτρια είναι ότι η Αστυνομία απέκρυψε από το κατώτερο Δικαστήριο ότι την ίδια ημέρα αιτήθηκε και εξασφάλισε διάταγμα αποκάλυψης εναντίον των Fidescorp Ltd και Intelaudit Ltd. Ό,τι αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Π.Μ. που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ότι η Αστυνομία είχε αποταθεί ή θα αποτείνετο αυθημερόν στο Δικαστήριο και ότι εν τέλει εξασφάλισε το διάταγμα αποκάλυψης με αρ.24/26. Σημασία έχει η περίπτωση της Fidescorp Ltd, αφού αυτή κατείχε τα λογιστικά αρχεία που αναζητούνταν στο γραφείο/υποστατικό της Αιτήτριας. Στον αστυνομικό όρκο αποκαλυπτόταν ότι τα λογιστικά αρχεία κατέχονταν και από την Fidescorp Ltd, δεν αναφέρθηκε όμως ότι είχε ζητηθεί ή θα ζητείτο σχετικό διάταγμα αποκάλυψης. Σημειώνεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι, για την περίπτωση που το διάταγμα ζητήθηκε μετά την έκδοση του επίδικου εντάλματος, δεν υπάρχει μαρτυρία πότε αποφασίστηκε να ζητηθεί.
Το γεγονός ότι τα αρχεία θα μπορούσε να αποκαλυφθούν από τους λογιστές είναι ζήτημα που αφορά στο κατά πόσο χρειαζόταν, ήταν δηλαδή αναγκαίο να εκδοθεί το υπό έλεγχο ένταλμα έρευνας. Τα συναφή γεγονότα ετέθησαν ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, που έχοντας τα υπόψη κατέληξε ότι το ένταλμα ήταν αναγκαίο. Πολλοί λόγοι μπορούν να υποστηρίξουν και να δικαιολογήσουν την κατάληξη του να εκδώσει ένταλμα έρευνας για την ανεύρεση εγγράφων που μπορούσε να βρεθούν και στους λογιστές της Αιτήτριας, στους οποίους δεν χρειάζεται να γίνει μνεία. Ούτε και εδώ υπάρχει περιθώριο για επέμβαση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του κατώτερου Δικαστηρίου επί του προκειμένου.
Παρέχεται συνεπώς άδεια στην Αιτήτρια να καταχωρίσει αίτηση με κλήση για την έκδοση προνοµιακού εντάλµατος Certiorari για την ακύρωση του εντάλματος έρευνας του γραφείου/υποστατικού της στην Ευρύχου, το οποίο εκδόθηκε στις 26.2.2026 από Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην έκταση που αυτό εξουσιοδοτούσε να ανευρεθεί και παραληφθεί «οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα».
Η αίτηση να καταχωριστεί μέσα σε 7 ημέρες και να επιδοθεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τουλάχιστο 4 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Εφόσον καταχωριστεί αίτηση ως ανωτέρω, ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει την 29.4.2026 η ώρα 09:00.
Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της αίτησης με κλήση.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
[1] Άρθρο 4(1) του Ν.188(Ι)/2007.
[2] Άρθρο 4(2)(γ) του Ν.188(Ι)/2007.
[3] Άρθρο 4(2)(δ) του Ν.188(Ι)/2007.
[4] Άρθρο 4(2)(στ) του Ν.188(Ι)/2007.
[5] (1) Ο ανακριτής δύναται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης για ποινικό αδίκημα, αν αυτός θεωρεί την παρουσίαση κάποιου εγγράφου αναγκαία ή επιθυμητή για τους σκοπούς της ανάκρισης, να εκδώσει γραπτή διαταγή στο πρόσωπο υπό την κατοχή ή τον έλεγχο του οποίου βρίσκεται το έγγραφο αυτό ή πιστεύεται ότι βρίσκεται, απαιτώντας από αυτό την παρουσίαση του εγγράφου σε τέτοιο εύλογο τόπο και χρόνο ως ήθελε καθοριστεί στη διαταγή.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο