ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 76/2026)
(i-justice)
22 Απριλίου, 2026
[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ X.Σ. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/02/2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 27 ΚΑΙ 28 ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 155 ΚΑΙ 29(3) ΤΟΥ Ν. 29/1977.
Δ. Λοχίας για ΔΗΜΗΤΡΗΣ Μ. ΛΟΧΙΑΣ ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.
___________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας υποστηριζόμενο από Ένορκη Δήλωση του Α/Αστ. 2244, Δ. Καρακώστα, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») εξέδωσε στις 20/2/2026 εναντίον του Αιτητή και ενός άλλου προσώπου Ένταλμα Έρευνας, επί τη βάσει εύλογης υποψίας να πιστεύεται ότι στην οικία του, καθώς και στα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής [ ], [ ] και [ ] παράνομα αποκρύπτονται τεκμήρια, όπως το/τα κινητό/τα τηλέφωνο/να ή και κάρτα/ες κινητού/ών τηλεφώνου/ων, τα οποία σχετίζονται με τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων, τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 23/10/2025 στη Λεμεσό:
1) Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (Άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154).
2) Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλ. ποσότητα κάνναβης συνολικού βάρους 6 κιλών και 999,1 γρ. (Άρθρο 6(1)(2) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμου, Ν. 29/1977) και
3) Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, δηλ. της πιο πάνω αναφερόμενης ποσότητας κάνναβης (Άρθρο 6(3) και Άρθρο 30Α του Ν. 29/1977).
Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari για ακύρωση του Εντάλματος Έρευνας ημερ. 20/2/2026, το οποίο εξεδόθη από το κατώτερο Δικαστήριο.
Η Αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση και από Ένορκη Δήλωση της Μιχαέλας Σωτήρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή.
Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη αναφορά, εν συντομία, στα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό κρίση Εντάλματος Έρευνας και με βάση τα οποία κρίθηκε αναγκαία και επιθυμητή η έκδοση του, όπως αυτά αναδύονται από την Ένορκη Δήλωση του Α/Αστ. 2244, Δ. Καρακώστα, της ΥΚΑΝ Λεμεσού.
Κατόπιν πληροφορίας που δόθηκε στην ΥΚΑΝ με βάση την οποία ο Μ.Α. κατείχε, διακινούσε και προμήθευε μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης και κάνναβης σε πρόσωπα τα οποία τον επισκέπτονταν τόσο στην οικία του, όσο και σε άλλα σημεία στα οποία μετέβαινε ο ίδιος, στις 23/10/2025 μέλη της ΥΚΑΝ εντόπισαν το εν λόγω πρόσωπο να οδηγεί συγκεκριμένο όχημα και αμέσως δόθηκαν οδηγίες για διακριτική του παρακολούθηση. Κατά την παρακολούθηση του αυτός θεάθηκε περί ώρα 15:35 να σταματά έξω από οικία στην [ ] στη Λεμεσό και εκεί άγνωστος νεαρός άνδρας, αφού εξήλθε από την εν λόγω οικία κρατώντας μπλε νάιλον σακούλι σκουπιδιών, άνοιξε την πίσω αριστερή πόρτα του οχήματος του Μ.Α., τοποθέτησε το σακούλι που κρατούσε πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού και, αφού έκλεισε την πόρτα, επέστρεψε στην οικία του και ο Μ.Α. αναχώρησε. Αμέσως δόθηκαν οδηγίες για ανακοπή του Μ.Α. με την πρώτη ευκαιρία. Όντως επετεύχθη η ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο Μ.Α. και ο Μ.Α. υπέδειξε στα μέλη της ΥΚΑΝ το μπλε νάιλον σακούλι σκουπιδιών το οποίο βρισκόταν πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού, στο ίδιο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως το άγνωστο πρόσωπο να τοποθετεί ένα όμοιο μπλε σακούλι σκουπιδιών. Από έλεγχο που έγινε στο νάιλον σακούλι στη συνέχεια, εντοπίστηκαν τρεις νάιλον διαφανείς συσκευασίες οι οποίες περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη συνολικού βάρους 2 κιλών και 998,5 γρ.
Όσον αφορά τον άγνωστο άνδρα, ο οποίος είχε εξέλθει από την πιο πάνω οικία στην [ ] και η οποία οικία είχε στο μεταξύ τεθεί υπό παρακολούθηση, αργότερα την ίδια μέρα περί ώρα 16:33 το άτομο αυτό εντοπίστηκε να εξέρχεται της οικίας κρατώντας δύο νάιλον μπλε σακούλια σκουπιδιών γεμάτα, όμοια με το σακούλι που έβαλε προηγουμένως στο όχημα του Μ.Α. και, αφού εισήλθε σε όχημα στη θέση του οδηγού, αναχώρησε. Δόθηκαν και σε αυτή την περίπτωση οδηγίες για ανακοπή και έλεγχο. Τελικώς το εν λόγω όχημα ανακόπηκε και κατά τη διάρκεια του ελέγχου του εντοπίστηκαν στο κάθισμα και στο χαλάκι της θέσης του συνοδηγού τα δύο μπλε νάιλον σακούλια που είχε τοποθετήσει προηγουμένως εντός του οχήματος. Από έλεγχο στα στοιχεία του οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Μ.Κ. Από έρευνα που ακολούθησε εντός του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στο μπλε νάιλον σακούλι που βρισκόταν πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού, διαπιστώθηκε ότι εντός αυτού υπήρχαν δύο νάιλον διαφανείς συσκευασίες που περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη συνολικού βάρους 2 κιλών και 0,8 γρ. Από περαιτέρω έρευνα εντός του αυτοκινήτου διαπιστώθηκε ότι και στο δεύτερο μπλε νάιλον σακούλι που βρισκόταν στο χαλάκι της θέσης του συνοδηγού υπήρχαν ακόμη δύο νάιλον διαφανείς συσκευασίες που περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη συνολικού βάρους 1 κιλού και 999,8 γρ. Σε υπόδειξη και σε ερώτηση που του έγινε αρχικά όσον αφορά τα εν λόγω δύο νάιλον σακούλια, αυτός απάντησε «ένι ξέρω τι ένι, είπαν μου να τα πάρω Τραχώνι του π.». Διενεργήθηκε έρευνα στο αυτοκίνητο του και εντοπίστηκε η ύπαρξη σε διάφορες συσκευασίες πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και ο Μ.Κ. συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα. Τόσο ο Μ.Κ. όσο και ο Μ.Α. συνελήφθησαν δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων και ακολούθως, αφού οδηγήθηκαν ενώπιον Δικαστηρίου, εκδόθηκε εναντίον τους διάταγμα προσωποκράτησης.
Στις 19/1/2026 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα πρόσβασης στο περιεχόμενο των ανευρεθέντων κινητών τηλεφώνων του Μ.Α. και του Μ.Κ. Από το περιεχόμενο του κινητού τηλεφώνου του Μ.Κ. που παραλήφθηκε από το αυτοκίνητο του κατά την ανακοπή του, εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, συνομιλία μεταξύ του Μ.Κ. και του Αιτητή, όπου φαίνεται ο Αιτητής να του δίνει οδηγίες για τη διακίνηση των επτά συνολικά συσκευασιών με κάνναβη, συνολικού βάρους 6 κιλών και 999,1 γρ. που εντοπίστηκαν στα αυτοκίνητα των Μ.Α. και Μ.Κ.
Πιο συγκεκριμένα, σε ένα από τα ηχητικά μηνύματα που στέλνει ο Αιτητής στον Μ.Κ., ημερομηνίας 23/10/2025 και ώρα 15:33, αναφέρει επακριβώς: «Τζαι ένας τωρά δώστου τρία. Τα άλλα τέσσερα φέρτα Τραχώνι». Επισημαίνεται ότι μετά από δύο λεπτά περίπου ήταν η στιγμή που ο Μ.Α. εντοπίστηκε να σταθμεύει έξω από το σπίτι του Μ.Κ. και ακολούθως να παραλαμβάνει τις τρεις συσκευασίες με την κάνναβη.
Πέραν της καταχώρισης από το Μ.Κ. του αριθμού τηλεφώνου του Αιτητή με το όνομα του, στο ένα από τα δύο κινητά τηλέφωνα του Μ.Α. εντοπίζεται ο ίδιος αριθμός κινητού τηλεφώνου καταχωρημένος με το όνομα «P.». Περαιτέρω σε συνομιλία που εντοπίζεται μεταξύ του Μ.Α. και του Μ.Κ. την προηγούμενη μέρα της αυτόφωρης σύλληψης τους, ο Μ.Α. ενημερώνει τον Μ.Κ. ότι σε λίγο θα τον πιάσει ο «P.» για μια δουλειά και πράγματι φαίνεται μετά από τρία περίπου λεπτά ο Μ.Κ. να ξεκινά να έχει για πρώτη φορά τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αιτητή και έπειτα να ακολουθούν πολλές τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ τους οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι και λίγο πριν από τη σύλληψή του.
Μετά την ανακοπή του Μ.Κ. στις 23/10/2025, σε υπόδειξη και σε ερώτηση που του έγινε αρχικά αναφορικά με τα δύο νάιλον σακούλια με την κάνναβη, αυτός απάντησε «ένι ξέρω τι ένι, είπαν μου να τα πάρω Τραχώνι του Π.».
Έχοντας αναφερθεί εν συντομία στα γεγονότα, όπως αυτά καταγράφονται στον Όρκο της Αστυνομίας, επανέρχομαι στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα του Αιτητή για άδεια στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως αυτοί εξειδικεύονται στην Έκθεση. Αυτοί έχουν ως ακολούθως:
(1) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της εξουσίας και/ή της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου ή και με έκδηλη πλάνη Νόμου, αφού δεν υφίστατο αναγκαιότητα έκδοσής του. Ειδικότερα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου προέκυπτε πως η Αστυνομία είχε ήδη εξασφαλίσει όλη τη μαρτυρία που χρειαζόταν προκειμένου να στοιχειοθετήσει υπόθεση εναντίον του Αιτητή, όπως τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή χωρίς πρώτα να επιθεωρηθεί ή και εξεταστεί το περιεχόμενο της συσκευής τηλεφώνου του που εντόπισε και κατάσχεσε η Αστυνομία.
(2) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της εξουσίας και/ή της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου ή/και με έκδηλη πλάνη Νόμου, καθότι τούτο ήταν μέτρο δυσανάλογο υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Ειδικότερα ενόψει του δεδομένου ότι η Αστυνομία αναζητούσε συγκεκριμένα αντικείμενα, ήτοι το τηλέφωνο μέσω του οποίου είχε κατ’ ισχυρισμό επικοινωνία ο Αιτητής με τρίτα πρόσωπα, αλλά και της νομολογιακής προσέγγισης ότι εύλογα πιστεύεται πως τέτοια αντικείμενα βρίσκονται στην κατοχή του προσώπου και κατ’ επέκταση στο χώρο που θα ερευνηθεί, αρκούσε η έκδοση Εντάλματος Σύλληψης του Αιτητή, αφού σύμφωνα με το Άρθρο 10 του Κεφ. 155, Αστυνομικός δύναται να ερευνήσει συλληφθέντα ή να κατασχέσει οτιδήποτε το οποίο εύλογα πιστεύει πως σχετίζεται με την υπό διερεύνηση υπόθεση.
(3) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας ως μέτρο δυσανάλογο στις περιστάσεις της υπόθεσης. Ειδικότερα, αντινομικά επέτρεψε το κατώτερο Δικαστήριο έρευνα της οικίας, των υποστατικών και συγκεκριμένων οχημάτων, δεδομένου ότι η Αστυνομία αναζητούσε συγκεκριμένο αντικείμενο. Υπό τις περιστάσεις, το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας, αφού επέτρεψε «διευρυμένη» έρευνα στην οικία, τα υποστατικά και σε τρία οχήματα, ενώ το αντικείμενο που αναζητείτο εύλογα πιστεύετο πως ευρίσκετο στην κατοχή του ιδίου του Αιτητή.
(4) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε δόλια και/ή καταχρηστικά, δηλ. με αλλότρια κίνητρα. Η Αστυνομία δεν επιθυμούσε μόνο να εντοπίσει το κινητό τηλέφωνο του Αιτητή, αλλά να ερευνήσει γενικά την οικία, τα υποστατικά και τα τρία οχήματα υπό την κατοχή και/ή χρήση του τελευταίου. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που περιβάλλουν την εκτέλεση του Εντάλματος, ενώ τα μέλη της Αστυνομίας εντόπισαν αμέσως μετά την είσοδο τους τη συσκευή του κινητού τηλεφώνου του Αιτητή, αντινομικά ή/και κατά παράβαση των όρων του Εντάλματος συνέχισαν να ερευνούν την οικία, τα υποστατικά και τα τρία οχήματα.
(5) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε συνεπεία απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα απεκρύβη από το κατώτερο Δικαστήριο ότι ο Αιτητής δεν διατηρούσε ή/και είχε καταχωρημένο στο όνομα του οποιοδήποτε άλλο αριθμό τηλεφώνου, ενώ η Αστυνομία πρόβαλε ότι αναζητούσε τηλέφωνα, κάρτες τηλεφώνων και άλλα παρεμφερή στον πληθυντικό, ενώ γνώριζε ή/και είχε μαρτυρία που καταδείκνυε πως ο Αιτητής κατείχε μόνο ένα τηλέφωνο και ένα αριθμό κινητής τηλεφωνίας.
Έχω διεξέλθει με προσοχή το προσβαλλόμενο Διάταγμα, την Έκθεση και Ένορκη Δήλωση που συνοδεύουν την υπό συζήτηση Αίτηση, ως επίσης και ό,τι ο Αιτητής μέσω του ευπαίδευτου συνηγόρου του έχει θέσει ενώπιον μου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρημάτων και εισηγήσεων που αναπτύχθηκαν τόσο γραπτώς, όσο και δια ζώσης.
Μέσω του 1ου Λόγου προβάλλεται ζήτημα μη ύπαρξης αναγκαιότητας έκδοσης του προσβαλλόμενου Εντάλματος Έρευνας στη βάση του ότι, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Μ. Σωτηρίου, επτά μέρες μετά την έκδοση του Εντάλματος, ήτοι στις 27/2/2026, είχε καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή «χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε διερευνητική ενέργεια σε σχέση με το κινητό τηλέφωνο του αιτητή» με βάση το μαρτυρικό υλικό που του παραδόθηκε. Όπως δε περαιτέρω προβάλλεται, η έλλειψη αναγκαιότητας έκδοσης του προσβαλλόμενου Εντάλματος διαπιστώνετο και από το γεγονός ότι από την τεθείσα ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου μαρτυρία προέκυπτε πως η Αστυνομία είχε ήδη εξασφαλίσει όλη τη μαρτυρία που χρειαζόταν για σκοπούς στοιχειοθέτησης υπόθεσης εναντίον του Αιτητή.
Με βάση τον Όρκο που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, είναι προφανές πως το αίτημα της Αστυνομίας για εξασφάλιση του υπό κρίση Εντάλματος στηρίχθηκε στην ανάγκη «ενίσχυσης», όπως εξάλλου ρητώς αναφέρθηκε στον Όρκο, της ήδη υπάρχουσας μαρτυρίας σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, παράγοντας απόλυτα θεμιτός στο εγχείρημα της στοιχειοθέτησης μιας υπόθεσης. Δεν πρέπει, δε, να λησμονείται ότι ο πυρήνας του Άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο προς έκδοση εντάλματος έρευνας, είναι η δεόντως εξουσιοδοτημένη αναζήτηση πράγματος ή πραγμάτων που παρέχουν μαρτυρία ή απόδειξη για αξιόποινες πράξεις. Το ότι υπήρχε και άλλη μαρτυρία που ενέπλεκε τον Αιτητή με τα υπό διερεύνηση αδικήματα δεν είναι λόγος για τη μη εξασφάλιση, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών, περαιτέρω μαρτυρίας. Αναμφίβολα δε η χρήση εντάλματος έρευνας συνιστά εργαλείο για την ανίχνευση κατ’ ισχυρισμόν ποινικών αδικημάτων νοουμένου, βεβαίως, ότι πληρούνται οι καθοριζόμενες στο Άρθρο 27 του Κεφ. 155 προϋποθέσεις.
Ο 2ος Λόγος εγείρει ζήτημα αναλογικότητας. Αναφέρεται ότι θα αρκούσε η έκδοση εντάλματος σύλληψης του Αιτητή αφού, όπως υποστηρίχθηκε, με βάση το Άρθρο 10 του Κεφ. 155, αστυνομικός δύναται να ερευνήσει συλληφθέντα και να κατάσχει οτιδήποτε το οποίο εύλογα πιστεύει πως σχετίζεται με την υπό διερεύνηση υπόθεση. Εκλαμβάνεται ότι ο Αιτητής κρατούσε και μετέφερε μαζί του το τηλέφωνο μέσω του οποίου, με βάση τα όσα καταγράφονται στον Όρκο, είχε επικοινωνία με το τρίτο πρόσωπο. Με βάση τον Όρκο που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου αυτό το ζήτημα δεν διευκρινιζόταν. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Α.Γ., Πολιτική Έφεση Αρ. 15/2024, ημερ. 17/10/2024, αφού επισημάναμε ότι κινητά τηλέφωνα και σχετικές κάρτες κινητής τηλεφωνίας, αποτελούν, πλέον, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, σημειώσαμε ότι δεν μεταφέρονται πάντα από τον κάτοχο, το χρήστη ή τον ιδιοκτήτη τους και ότι τέτοια αντικείμενα ενίοτε φυλάσσονται ή ακόμα αποκρύπτονται από τον κάτοχο, το χρήστη ή τον ιδιοκτήτη τους, οι οποίοι, επί σκοπού επιλέγουν να μην τα μεταφέρουν και να τα έχουν μαζί τους. Εν πάση περιπτώσει επαναλαμβάνουμε ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν υπήρξε μαρτυρία ότι ο Αιτητής κρατούσε και μετέφερε μαζί του το τηλέφωνο μέσω του οποίου, με βάση τα όσα καταγράφονται στον Όρκο, είχε επικοινωνία με το τρίτο πρόσωπο. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Α.Γ. (ανωτέρω), υποδείξαμε, περαιτέρω, πως ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν γίνεται ρητή αναφορά στον Όρκο ότι τέτοια αντικείμενα βρίσκονται στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου διαμένει ο Αιτητής και στο όχημα του τελευταίου, η διασύνδεση τέτοιων αντικειμένων, καθημερινής χρήσης, με την οικία και οχήματα του, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση της Σιακαλλής (Αρ.1) (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 282, όπου το ένταλμα αφορούσε ελεγχόμενα φάρμακα (ναρκωτικά), αποτελεί μια καθόλα εύλογη πιθανότητα. Υπό αυτά τα δεδομένα, η εισήγηση του Αιτητή ότι στις περιστάσεις της υπόθεσης η έκδοση Εντάλματος Έρευνας ήταν μέτρο δυσανάλογο, δεν είναι βάσιμη.
Αναφορικά με τον 3ο Λόγο, το παράπονο του Αιτητή σχετίζεται με την εκτέλεση του Εντάλματος Έρευνας όπως εξάλλου τούτο προκύπτει και από τις αναφορές στην ένορκη δήλωση της Μ. Σωτήρη στο τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση του Εντάλματος Έρευνας. Ό,τι εξετάζεται εν προκειμένω είναι η νομιμότητα του Εντάλματος κατά την έκδοση του που δεν επηρεάζεται από τον τρόπο εκτέλεσης του. Κατά συνέπεια, αυτό που ενέχει σημασία, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι το τι εξουσιοδοτήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Δεν είναι, δε, αντιληπτές οι αναφορές που προβλήθηκαν από μέρους του Αιτητή ότι το κατώτερο Δικαστήριο επέτρεψε «διευρυμένη», όπως χαρακτηρίσθηκε, έρευνα στην οικία, τα υποστατικά της οικίας και σε τρία οχήματα και ότι εξέδωσε ένταλμα «απεριόριστης εμβέλειας». Το τι το κατώτερο Δικαστήριο εξουσιοδότησε μέσω του υπό κρίση Εντάλματος Έρευνας είναι σαφές. Την αναζήτηση και εντοπισμό κινητού ή κινητών τηλεφώνων, καθώς και κάρτες κινητού τηλεφώνου. Τίποτα περισσότερο.
Ούτε μπορεί να γίνεται λόγος για έκδοση του προσβαλλόμενου Εντάλματος Έρευνας δόλια και με αλλότρια κίνητρα, ως προβάλλεται μέσω του 4ου Λόγου, επειδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, συνεχίστηκε η έρευνα στην οικία, υποστατικά και οχήματα του Αιτητή μετά τον εντοπισμό του κινητού του τηλεφώνου. Ο δόλος - όπως και η ψευδορκία - αναγνωρίζονται ως λόγοι ακύρωσης μιας πράξης κατώτερου Δικαστηρίου, όταν, όμως, πρόκειται για σαφή και ολοφάνερη περίπτωση. Το ζήτημα εξηγείται στο Σύγγραμμα Προνομιακά Εντάλματα, Π. Αρτέμης, σελ. 130-136. Δεν τίθεται θέμα προσαγωγής εκατέρωθεν μαρτυρίας και εκτίμησης της, ή έστω εκτίμησης εκατέρωθεν θέσεων επί γεγονότων. Ο δόλος - καθώς και η ψευδορκία - πρέπει να προκύπτουν σαφώς και ολοφάνερα από το ίδιο το πρακτικό της διαδικασίας. Όπως ελέχθη στην υπόθεση R. v. Ashford (Kent) Justices, ex-parte, Richley [1955] 3 All ER 604:
«…an order of Certiorari to quash proceedings on the ground that they were procured by fraud or perjury should seldom if ever be made unless the facts regarding the alleged fraud or perjury have either been the subject of a conviction in regular criminal proceedings against the person to whom the fraud or perjury is imputed, or else have been admitted by something amounting to a confession by such person …» (βλ. επίσης In Re Charalambous (1985) 1 CLR 746).
Στην προκείμενη περίπτωση δεν ευρισκόμεθα ενώπιον τέτοιας περίπτωσης όπου έχει καταδειχθεί ζήτημα δόλου ως αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Με τον 5ο Λόγο προβάλλεται ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας και του δικαίου ότι η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών ή πληροφοριών ή ενεργειών που έπρεπε να προηγηθούν της αίτησης για ένταλμα, θεωρείται ότι αφαιρεί το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος. Ο αιτών το ένταλμα αστυφύλακας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. Η επαρκής αποκάλυψη είναι, αναμφίβολα, βασική προϋπόθεση νομιμότητας σε σχέση με την έκδοση κάθε εντάλματος έρευνας (Αναφορικά με την Αίτηση των (1) Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά. (2015) 1Γ Α.Α.Δ. 2560).
Στην προκείμενη περίπτωση δεν διεφάνη να είχε τεθεί οτιδήποτε που να υποστηρίζει ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα ως «ουσιώδη στοιχεία» ήταν, αφενός, στη γνώση της Αστυνομίας, η οποία μάλιστα εσκεμμένα τα απέκρυψε, και, αφετέρου, ότι δεν επρόκειτο για απλούς ισχυρισμούς. Επ' αυτού του θέματος λοιπόν, δεν έχει καταδειχθεί ούτε κακόβουλη ενέργεια, ούτε κακή πίστη της Αστυνομίας, ώστε, κατ' ελάχιστον να κρινόταν ότι δεν αποκαλύφθηκαν όλα τα δεδομένα που έπρεπε να αποκαλυφθούν σε σχέση με την αναγκαιότητα έκδοσης του Εντάλματος.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση προς ικανοποίηση του αιτήματος για παροχή άδειας.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο