ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 77/26)
21 Απριλίου, 2026
[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΠΕΝΕΤΗ ΜΕ Α.Δ.Τ. [ ] ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ PROHIBITION
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΗΜΕΡ. 09/02/2026, Η ΟΠΟΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ ΣΤΙΣ 18/03/2026, ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗΚΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΤΡΩΟ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ, ΜΕ ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6Α(4) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΟΜΟΥ – ΚΕΦ. 2.
Β. Ακάμας, για Βίκτωρ Φ. Ακάμας Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
...................
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση ημερ. 9.2.2026 του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 18.3.2026. Με την εν λόγω απόφαση αποφασίστηκε η διαγραφή του Αιτητή από το Μητρώο των Δικηγόρων, με άμεση εφαρμογή από την ημέρα κοινοποίησης της, δυνάμει του Άρθρου 6Α(4) του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2.
Επιπλέον, ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Prohibition με το οποίο να απαγορεύεται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου να εφαρμόζει την προσβαλλόμενη απόφαση μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας και της δια κλήσεως αίτησης και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ζητά επίσης την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας και της δια κλήσεως αίτησης και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση είναι οι ακόλουθοι:
1. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στερείτο δικαιοδοσίας και ή ενήργησε καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
2. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αφενός κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης η οποία κατοχυρώνεται από τα Άρθρα 12.5 και 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), και αφετέρου κατά παράβαση των άρθρων 15-17 του Κεφ. 2.
3. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας.
4. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 12.2 του Συντάγματος και του άρθρου 4 της ΕΣΔΑ, καθώς επίσης της αρχής του δεσμευτικού χαρακτήρα του δεδικασμένου.
5. Το άρθρο 6, και ειδικότερα το άρθρο 6Α(4), στα οποία στηρίχθηκαν η ακολουθητέα διαδικασία και η ποινή που επιβλήθηκε στον Αιτητή, είναι αντισυνταγματικά.
6. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δεόντως και ή καθόλου αιτιολογημένη, κατά παράβαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 45 της ΕΣΔΑ.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο Αιτητής, όπως αυτά περιγράφονται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, έχουν ως εξής:
(i) Ο Αιτητής είναι Έλληνας υπήκοος. Αφίχθη στην Κύπρο στις 4.4.2002, ως ιερέας Παναγιώτης Τριανταφύλλου, διορίστηκε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και υπηρετούσε σε διάφορες ενορίες.
(ii) Στις 23.12.2005 έλαβε από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ταυτότητα αλλοδαπού με ημερομηνία λήξης τις 23.12.2015.
(iii) Την 1.6.2011 έλαβε από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Βεβαίωση Εγγραφής Ευρωπαίου Πολίτη.
(iv) Στις 4.4.2012, κατά την άφιξη του από την Αθήνα στο αεροδρόμιο Λάρνακας, σε έλεγχο των αποσκευών του από το τελωνείο, ανευρέθηκε σε αποσκευή του κάνναβη συνολικού βάρους 2980 γρ.
(v) Συνελήφθη και κατηγορήθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας-Αμμοχώστου για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, εισαγωγής, κατοχής και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Κατόπιν παραδοχής του, και αφού λήφθηκαν υπόψη ακόμα δύο υποθέσεις για αδικήματα απάτης, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (η μία) και πώλησης δύο τάφων καθ’ ον χρόνο ήταν ιερέας (η δεύτερη), του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών.
(vi) Στις 5.2.2013 η Ιερά Σύνοδος τον καθαίρεσε και τον επανέφερε στην τάξη των λαϊκών.
(vii) Στις 25.2.2015, αφού έλαβε προεδρική χάρη για το ¼ της ποινής του, απολύθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές και αμέσως συνελήφθη από την ΥΑΜ και απελάθηκε αυθημερόν στην Ελλάδα δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του.
(viii) Σε Προσφυγή εναντίον των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του, αυτά ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση ημερ. 22.10.2015.
(ix) Στις 2.11.2015 τα στοιχεία του Αιτητή αφαιρέθηκαν από τον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορευόταν η είσοδος στη Δημοκρατία και αυτός επέστρεψε στην Κύπρο όπου επανενώθηκε με την σύζυγο και τα δύο παιδιά της.
(x) Στις 11.2.2016, ο Αιτητής έγινε δεκτός για σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.
(xi) Στις 24.8.2016 απέστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα, με κοινοποίηση στον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ενημερώνοντας τον για τη φοίτηση του και ρωτώντας κατά πόσο η καταδίκη του θα ήταν εμπόδιο στο μέλλον για απόκτηση της άδειας του δικηγόρου και άσκησης του επαγγέλματος αυτού.
(xii) Στις 3.10.2016 έλαβε επιστολή από τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, στην οποία αναφερόταν ότι το Νομικό Συμβούλιο έχει δικαίωμα να εξετάσει το κατά πόσο είναι κατάλληλος να εγγραφεί ως δικηγόρος, όταν αυτός υποβάλει αίτηση για εγγραφή ασκούμενου δικηγόρου.
(xiii) Στις 30.11.2016 έλαβε επιστολή από τον Γενικό Εισαγγελέα, στην οποία αναφερόταν ότι το Νομικό Συμβούλιο θα εξέταζε το κατά πόσο είναι κατάλληλος να εγγραφεί ως δικηγόρος, όταν θα υπέβαλλε αίτηση για εγγραφή ασκούμενου δικηγόρου, και τον κάλεσε να αποταθεί εκ νέου στο Νομικό Συμβούλιο όταν θα λάμβανε το πτυχίο Νομικής.
(xiv) Ο Αιτητής προέβη στις νενομισμένες διαδικασίες στην Ελλάδα και άλλαξε το επίθετο του σε Μπενέτης.
(xv) Στις 29.1.2018 αιτήθηκε την αλλαγή του επιθέτου του στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης το οποίο και εξέδωσε Βεβαίωση εγγραφής του με το νέο επίθετο του.
(xvi) Αφού έλαβε πτυχίο Νομικής από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, υπέβαλε στις 12.2.2020 αίτηση στο Νομικό Συμβούλιο για εγγραφή του στο Μητρώο των Ασκούμενων Δικηγόρων. Στην αίτηση επισύναψε Βεβαίωση από το δικηγορικό γραφείο στο οποίο είχε ξεκινήσει την άσκηση του, Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου από την Ελλάδα, χώρα καταγωγής του, «όπως του ζητήθηκε από το Νομικό Συμβούλιο», και αντίγραφο Ελληνικής ταυτότητας, στην οποία αναφερόταν το (νέο) όνομα του, Παναγιώτης Μπενέτης, και το πατρώνυμο Τριανταφύλλου.
(xvii) Στις 12.2.2020 έλαβε από τον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Βεβαίωση Εγγραφής Ασκούμενου Δικηγόρου.
(xviii) Στις 31.12.2020 έλαβε Βεβαίωση από το Νομικό Συμβούλιο για την επιτυχία στις εξετάσεις αυτού.
(xix) Στις 10.2.2021 αιτήθηκε από το Νομικό Συμβούλιο Πιστοποιητικό Βεβαίωσης για εγγραφή του ως δικηγόρος, επισυνάπτοντας τη βεβαίωση δικηγορικού γραφείου για την ολοκλήρωση της άσκησης του ως ασκούμενου δικηγόρου.
(xx) Στις 11.2.2021 έλαβε επιστολή από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου, Γενικό Εισαγγελέα, ότι το Νομικό Συμβούλιο εξέδωσε Πιστοποιητικό με το οποίο δικαιούτο να εγγραφεί ως δικηγόρος, το οποίο ο Αιτητής παρέλαβε αυθημερόν.
(xxi) Στις 12.2.2021 ο Αιτητής έλαβε Βεβαίωση από τον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία απευθυνόταν προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο ότι ενεγράφη στο Μητρώο των Δικηγόρων, καθώς και Πιστοποιητικό της εν λόγω εγγραφής του.
(xxii) Στις 29.6.2022 έλαβε Πιστοποιητικό από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών για την εγγραφή της δικηγορικής εταιρείας Αλταχέρ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., στην οποία ήταν ένας εκ των διευθυντών και με ακόμα μια δικηγόρο μέτοχοι κατά 50%.
(xxiii) Στις 21.6.2022 έλαβε κλήση στο πλαίσιο της υπόθεσης 68/2022, από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, για να παρουσιαστεί ενώπιον του στις 7.7.2022 μετά από ανώνυμη καταγγελία πολίτη προς την Αστυνομία, για πειθαρχική διερεύνηση ως προς τις συνθήκες εγγραφής του ως δικηγόρου.
(xxiv) Στις 7.7.2022 ο Αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μαζί με τον δικηγόρο του. Αφού το Συμβούλιο μελέτησε την υπόθεση, έκρινε ότι «δεν υπήρχε υπόθεση ενώπιον του ώστε να εκδικάσει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του» και με απόφαση από έδρας τον απάλλαξε από την υπόθεση.
(xxv) Στις 20.4.2023 ο τότε Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών απέστειλε επιστολή-καταγγελία στον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Γενικό Εισαγγελέα, με θέμα «Παραπληροφόρηση και Ψευδείς Πληροφορίες σε αιτούντες διεθνούς προστασίας από τη δικηγορική εταιρεία «Αλταχέρ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.». Μεταξύ άλλων, στην επιστολή γινόταν αναφορά στην προηγούμενη ιδιότητα του Αιτητή ως ιερέα και στην καταδίκη του και ζητούσε όπως ο Σύλλογος προβεί στις δικές του ενέργειες και τον ενημερώσει σχετικά.
(xxvi) Στις 14.11.2023 ο Αιτητής έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο Κυριάκο Χοίρα, ο οποίος είχε διοριστεί από το Πειθαρχικό Συμβούλιο ως ερευνών λειτουργός στο πλαίσιο νέας πειθαρχικής υπόθεσης 33/2023, με την οποία ζητούσε τις θέσεις της δικηγορικής εταιρείας αναφορικά με τις εν λόγω καταγγελίες.
(xxvii) Ο κ. Χοίρας εξέδωσε απόφαση στις 12.4.2024 με την οποία απέρριψε τις καταγγελίες. Στην παρ. 36 της απόφασης ανέφερε ότι «το γεγονός της καταδίκης, όπως και το ζήτημα της αλλαγής του επιθέτου έχουν εξεταστεί στα πλαίσια της πειθαρχικής υπόθεσης με αριθμό 68/2022, ως εκ τούτου δεν δύναται να επανανοίξει πειθαρχική υπόθεση εναντίον του κ. Μ. για τα ίδια πραγματικά περιστατικά…».
(xxviii) Με επιστολή ημερ. 19.12.2023, πριν την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος τον ενημέρωσε ότι τον παρέπεμψε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 17(3) του Κεφ.2, στη βάση του γεγονότος ότι προσκόμισε ψευδείς παραστάσεις για την εγγραφή του στο Νομικό Συμβούλιο ως ασκούμενου δικηγόρου και κατά συνέπεια την έγκριση και εγγραφή του στο Μητρώο Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα. Στην επιστολή αναφερόταν ότι «επισυνάπτονται σχετικά αποδεικτικά έγγραφα» που, κατά τον Αιτητή, καταδεικνύουν την προειλημμένη και μεροληπτική απόφαση του Συλλόγου ότι πέτυχε την εγγραφή του με ψευδείς παραστάσεις.
(xxix) Στις 12.6.2024 ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου απέστειλε επιστολή στον Αιτητή, με συνημμένα έγγραφα αναφορικά με την προσκόμιση ψευδών παραστάσεων για την εγγραφή του στο Νομικό Συμβούλιο ως ασκούμενος δικηγόρος και ζητούσε τις απόψεις του εντός δέκα ημερών.
(xxx) Πριν απαντήσει, στις 27.7.2024 υπήρξαν δημοσιεύματα στην εφημερίδα Πολίτης και δηλώσεις του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου αναφορικά με την εν εξελίξει έρευνα.
(xxxi) Στις 28.7.2024 ο Αιτητής απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παράπονο στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ζητώντας τη διαγραφή των δημοσιευμάτων.
(xxxii) Στις 29.7.2025, ο Αιτητής προέβη, μέσω των δικηγόρων του, σε έγγραφη καταγγελία στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, την οποία κοινοποίησε και στον Γενικό Εισαγγελέα, αναφορικά με τα εν λόγω δημοσιεύματα και τις δηλώσεις, αναφέροντας ότι αυτά έπλητταν το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη και το τεκμήριο της αθωότητας.
(xxxiii) Αφού του δόθηκε παράταση για να απαντήσει, στις 31.10.2024 ο Αιτητής απέστειλε επιστολή, μέσω των δικηγόρων του, στην οποία αναφέρει ότι ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος κωλύεται στην προώθηση της πειθαρχικής έρευνας καθότι (α) υπάρχει δεδικασμένο λόγω απαλλαγής του στην πειθαρχική υπόθεση 68/2022, (β) η μη δυνατότητα επανάνοιξης της υπόθεσης επαναλήφθηκε στην πειθαρχική υπόθεση 33/2023, (γ) το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν είχε εξουσία να εξετάσει τις συνθήκες εγγραφής του οι οποίες εξετάστηκαν από το Νομικό Συμβούλιο και (δ) λόγω των δημοσιευμάτων και των δηλώσεων του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου είχε παραβιαστεί το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη και το τεκμήριο της αθωότητας.
(xxxiv) Στις 30.4.2025 έλαβε επιστολή από το Πειθαρχικό Συμβούλιο στην οποία αναφερόταν πως το αποτέλεσμα του Πορίσματος ήταν «άκρως διαφωτιστικό» καθότι το Συμβούλιο δεν είχε εξουσία δυνάμει του άρθρου 17(1) του Κεφ. 2, να ενεργοποιήσει πειθαρχική διαδικασία και υπήρξε εισήγηση ότι ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος θα μπορούσε να εξετάσει τις συνθήκες εγγραφής του Αιτητή στο Μητρώο και κατά πόσο αυτή έγινε με ψευδείς παραστάσεις, δυνάμει του άρθρου 6Α(4) του Κεφ. 2.
(xxxv) Στις 21.7.2025 ο Αιτητής έλαβε επιστολή από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, με την οποία ενημερωνόταν ότι ο Σύλλογος αποφάσισε να προχωρήσει σε αυτεπάγγελτη διερεύνηση στη βάση του άρθρου 6Α(4) και του ζητήθηκε να απαντήσει γραπτώς σε σειρά ερωτημάτων που αφορούσαν την αλλαγή του ονόματος του, την καταδίκη του στην Κύπρο, ποια στοιχεία δήλωσε κατά την εγγραφή του και τη νομική βάση της εγγραφής του, εντός 30 ημερών.
(xxxvi) Με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 14.9.2025 ο Αιτητής απάντησε, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι ο Σύλλογος δεν είχε εξουσία να εξετάσει τις συνθήκες εγγραφής του καθότι αυτή την είχε αποκλειστικά το Νομικό Συμβούλιο και επιπλέον παρουσίασε όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει για την εγγραφή του στο Μητρώο Δικηγόρων.
(xxxvii) Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος επανήλθε με νέα επιστολή ημερ. 29.10.2025 με την οποία παρουσίαζε ένα ιστορικό και τα έγγραφα της υπόθεσης, ζητώντας του να τοποθετηθεί επί όλων των πτυχών αυτής.
(xxxviii) Ο Αιτητής απάντησε, με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 12.1.2016, στην οποία επανέλαβε τις θέσεις του.
(xxxix) Στις 18.3.2026 του επιδόθηκε η απόφαση ημερ. 9.2.2026 για τη διαγραφή του από το «Μητρώο Δικηγόρων» βάσει του άρθρου 6Α(4) του Κεφ. 2.
Το άρθρο 6Α(1) του Κεφ. 2, προνοεί ότι κάθε δικηγόρος που ασκεί το επάγγελμα εγγράφεται σε βιβλίο που τηρείται από το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου το οποίο καλείται «Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα». Το άρθρο 6Α(4) δίδει εξουσία στο Συμβούλιο, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αίτησης Επιτροπής του Τοπικού Δικηγορικού Συλλόγου, «να διαγράφει δικηγόρο από το Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η σχετική εγγραφή έγινε με ψευδείς παραστάσεις, χωρίς να συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις». Το εν λόγω άρθρο προβλέπει επίσης πως το Συμβούλιο «εκδίδει την απόφασή του για την αίτηση, αφού ακούσει τα ενδιαφερόμενα μέρη».
Η εγγραφή στο Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα γίνεται αυτομάτως με την εγγραφή στο Μητρώο των Δικηγόρων το οποίο τηρείται από τον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 6(3). Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6(1), η εγγραφή στο Μητρώο των Δικηγόρων από τον Αρχιπρωτοκολλητή γίνεται, αφότου πρόσωπο λάβει Πιστοποιητικό από το Νομικό Συμβούλιο ότι δικαιούται να εγγραφεί ως δικηγόρος και με την πληρωμή του εκεί προβλεπόμενου τέλους. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει επίσης πως «ο Αρχιπρωτοκολλητής ενημερώνει το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου για κάθε νέα εγγραφή δυνάμει του εδαφίου αυτού».
Αξίζει να σημειωθεί ότι της εγγραφής στο Μητρώο των Δικηγόρων, προηγείται η εγγραφή προσώπου ως ασκούμενου δικηγόρου, δυνάμει του άρθρου 4Α του Κεφ. 2. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι η εγγραφή γίνεται σε βιβλίο, το οποίο καλείται «Μητρώο Ασκούμενων» και τηρείται από τον Αρχιπρωτοκολλητή ο οποίος ενημερώνει το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου για κάθε νέα τέτοια εγγραφή.
Τέλος, το άρθρο 4 διέπει την εγγραφή στο Μητρώο και παρέχει τη δυνατότητα σε πρόσωπο να λάβει από το Νομικό Συμβούλιο Πιστοποιητικό ότι δικαιούται να εγγραφεί ως δικηγόρος αν ικανοποιήσει το Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, ότι «είναι καλού χαρακτήρα και δεν είναι ακατάλληλο πρόσωπο να γίνει δεκτό ως δικηγόρος λόγω οποιασδήποτε συμπεριφοράς η οποία θα δικαιολογούσε το Πειθαρχικό Συμβούλιο να λάβει μέτρα εναντίον του δυνάμει του άρθρου 17» - άρθρο 4(β).
Στην προκειμένη περίπτωση, διαφαίνεται ότι ο Αιτητής ενεγράφη στο Μητρώο Ασκούμενων στις 12.2.2020. Στις 11.2.2021 έλαβε Πιστοποιητικό από το Νομικό Συμβούλιο ότι δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο των Δικηγόρων που τηρείται από τον Αρχιπρωτοκολλητή. Ενεγράφη στο εν λόγω Μητρώο στις 12.2.2021 και αυθημερόν ο Αρχιπρωτοκολλητής ενημέρωσε σχετικά γραπτώς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Μετά την εγγραφή του εκεί, ενεγράφη στο Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα που τηρείται από το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Στις 29.6.2022 ίδρυσε δικηγορική εταιρεία η οποία ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών.
Διαφαίνεται επίσης ότι στις 12.5.2025 σε συνεδρία του το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου απεφάσισε να ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από το άρθρο 6Α(4) του Κεφ. 2, και αυτεπάγγελτα να προχωρήσει σε διερεύνηση της διαδικασίας απόκτησης της ιδιότητας του Αιτητή ως δικηγόρου και «καταληκτικά» την εκπλήρωση των προϋποθέσεων εγγραφής του στο Μητρώο Δικηγόρων. Αυτό αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 21.7.2025 που απευθύνεται προς τον Αιτητή, με την οποία ενημερώνεται για την εν λόγω απόφαση και του ζητείται όπως απαντήσει εντός 30 ημερών σε διάφορα ερωτήματα. Ο Αιτητής απάντησε με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 14.9.2025. Το Συμβούλιο του Συλλόγου επανήλθε με νέα επιστολή ημερ. 29.10.2025 με την οποία του ζητούσε να τοποθετηθεί επί όσων αναφέρονταν σε αυτή και ο Αιτητής απάντησε, με επιστολή των δικηγόρων του, ημερ. 12.1.2026. Ακολούθησε η προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου ημερ. 9.2.2026, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 18.3.2026.
Το πρώτο θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Αποτελεί θέση του Αιτητή ότι αναφορικά με τις αποφάσεις του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, σε αντίθεση με τις αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του εν λόγω Συλλόγου, δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου. Με παραπομπή στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Δικηγορικής Εταιρείας Γιάννης Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ, Πολ. Αίτηση Αρ. 70/2024, ημερ. 8.7.2024 και Αναφορικά με την Αίτηση της Δικηγορικής Εταιρείας, Demetrios A. Demetriades LLC, Πολ. Αίτηση Αρ. 104/2023, ημερ. 24.2.2025, εισηγήθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέχει πειθαρχικό χαρακτήρα και ως τέτοια δύναται να ελεγχθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν αποφάσεις του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου σε σχέση με δικηγορικές εταιρείες, με τις οποίες αποφάσεις επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές με βάση τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007, Ν.188(Ι)/2007.
Παρόμοια ποινή δυνάμει του ιδίου Νόμου είχε επιβληθεί και στη δικηγορική εταιρεία Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ η οποία επέλεξε να κινηθεί εναντίον του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, στη βάση του ότι η εν λόγω απόφαση ήταν διοικητικής φύσης. Πρόκειται για την υπόθεση Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. v. Συμβουλίου Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Υπόθεση Αρ. 477/2023, ημερ. 24.7.2023, στην οποία το Διοικητικό Δικαστήριο απεφάσισε ότι δεν είχε δικαιοδοσία και απέρριψε την Προσφυγή. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατ’ έφεση στην υπόθεση Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. v. Συμβουλίου Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 18/2023, ημερ. 30.10.2024. Η δικηγορική εταιρεία αποτάθηκε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο χορήγησε άδεια για την εκδίκαση νομικού θέματος δυνάμει του άρθρου 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν.33/1964, ήτοι του καθορισμού της φύσης των πράξεων του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ως Εποπτικής Αρχής υπό το πρίσμα και εν τη εννοία των άρθρων 2 και 59(1)(ε) του Ν.188(Ι)/2007. Με απόφαση του στην Αίτηση Αρ. 2/2025, Αναφορικά με την Αίτηση του Δικηγόρου για τους Εφεσείοντες στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 18/23 μεταξύ Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Συμβουλίου Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ημερ. 21.5.2025, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απεφάσισε ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν εκτελεστή διοικητική απόφαση αρμόδιας Εποπτικής Αρχής και επομένως ο έλεγχος αυτής είναι διοικητικός και επ’ ουδενί πειθαρχικός. Επομένως, παραμέρισε την εφετειακή και πρωτόδικη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να εξεταστεί η Προσφυγή.
Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι οι εν λόγω υποθέσεις διακρίνονται από την υπό κρίση περίπτωση, καθότι εκείνες αφορούσαν σε συγκεκριμένο Νόμο ο οποίος περιελάμβανε ρητές πρόνοιες ως προς τη φύση και τις εξουσίες του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Η παρούσα περίπτωση αφορά εξουσία του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δυνάμει άλλου Νόμου με άλλες εξουσίες, ήτοι του Κεφ. 2.
Το ερώτημα που εγείρεται απαντάται στον ίδιο τον Νόμο, ήτοι το Κεφ. 2. Συγκεκριμένα, το άρθρο 32Α του εν λόγω Νόμου, το οποίο προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.99(Ι)/2023, προβλέπει ως εξής:
«32Α. Για οποιοδήποτε θέμα εναντίον του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ή του Ταμείου Συντάξεων Δικηγόρων ή του Νομικού Συμβουλίου καταχωρείται αγωγή ή αίτηση ενώπιον δικαστηρίου εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.»
Επομένως, το ζήτημα διέπεται ρητώς από τον Νόμο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την απόφαση στην προαναφερόμενη Αίτηση Αρ. 2/2025 (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Το Κεφ.2 προβλέπει τα παραδεκτά ένδικα μέσα που ασκούνται κατά αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται από τα τρία σώματα των δικηγόρων. Στο Άρθρο 3(5) προβλέπεται πως «οι αποφάσεις του Νομικού συμβουλίου και η νομιμότητα αυτών εξετάζονται στα πλαίσια αγωγής ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου».
Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου υπόκεινται σε Έφεση δυνάμει του Άρθρου 17 του Κεφ.2.
Σε σχέση με τις αποφάσεις του Συμβουλίου δεν υφίστατο καμμιά διάταξη μέχρι τον τροποποιητικό νόμο, Ν.99(Ι)/23, όταν προστέθηκε το Άρθρο 32Α του Κεφ.2 το οποίο προβλέπει ότι «για οποιονδήποτε θέμα εναντίον του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού ή του Ταμείου Συντάξεων Δικηγόρων ή του Νομικού Συμβουλίου καταχωρείται αγωγή ή αίτηση ενώπιον Δικαστηρίου εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.» »
Στην Αίτηση Αρ. 2/25 (ανωτέρω), το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει το εγερθέν νομικό θέμα λόγω του ότι η εν λόγω τροποποιητική διάταξη δεν ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο καταχώρισης της Προσφυγής και επομένως δεν ετύγχανε εφαρμογής.
Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την υπό κρίση Αίτηση, η οποία και υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο