ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ.78/2026
28 Απριλίου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (ΩΣ ΤΡΟΠ.)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ TOY 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12.03.2026 ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 9820/2025
----------------------
Δ. Νικολετόπουλος με Γ. Καλογερίδη, για Ευστάθιος K. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Με την υπό συζήτηση αίτηση, ο αιτητής επιζητεί την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται η ενδιάμεση απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού, ημερ. 12.3.2026 η οποία εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση αρ. 9820/2025. Στην εν λόγω υπόθεση, ο αιτητής αντιμετωπίζει κατηγορίες για αδικήματα κατασκοπείας, δημοσίευσης ειδήσεων που αφορούν την άμυνα της Δημοκρατίας, παράνομης καταγραφής εικόνων απαγορευμένης περιοχής και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αδικήματα τα οποία, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ Απριλίου 2025 και Ιουνίου 2025.
Ως προκύπτει από την Έκθεση και ένορκη που συνοδεύουν την υπό συζήτηση αίτηση, πριν ο κατηγορούμενος απαντήσει στις ως άνω κατηγορίες, αιτήθηκε την «δικαστική επιθεώρηση μη αποκαλυφθέντος υλικού, το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή χαρακτηρίζει ως «classified», «εμπιστευτικό» και/ή ως υλικό σχετιζόμενο με το σύστημα SIENA της Europol, και το οποίο, κατά τη θέση της, δεν δύναται να αποκαλυφθεί στην Υπεράσπιση». Με την εκκαλούμενη απόφαση του, το Κακουργιοδικείο απέρριψε την αίτηση. Παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως και σε σχετική νομολογία, αξιολόγησε κάθε ένα από τα ως άνω έγγραφα, τα οποία ομαδοποιημένα τέθηκαν υπόψη του από το εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Ως κατέληξε, τα έγγραφα της δέσμης Α, που περιλαμβάνουν πληροφορίες οι οποίες λήφθηκαν από την Αστυνομία Κύπρου μέσω του δικτύου SIENA, τα έγγραφα της δέσμης Β, που αποτελούν ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του κυπριακού γραφείου της Interpol και αντίστοιχων γραφείων άλλων χωρών, όπως και τα έγγραφα της δέσμης Γ, εμπιστευτικά εσωτερικά μηνύματα της αστυνομίας, μηνύματα μεταξύ υπουργείων, βεβαίωση καταχώρησης σε μηχανογραφημένο σύστημα, συνοπτική αναφορά της υπόθεσης κ.λ.π., δεν αποτελούν αποδεικτικό υλικό, ούτε περιέχουν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να αποδυναμώσει ουσιωδώς την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ή να ενδυναμώσει ουσιωδώς την υπόθεση της Υπεράσπισης, πραγματικότητα που καθιστά αχρείαστη την εξέταση κατά πόσο τα έγγραφα προστατεύονται λόγω δημοσίου συμφέροντος.
Ικανός αριθμός λόγων για τους οποίους θα πρέπει να παρασχεθεί η αιτούμενη άδεια, προκρίνονται στην Έκθεση που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση. Το Κακουργιοδικείο Λεμεσού, προβάλλεται, απορρίπτοντας την αίτηση για δικαστική επιθεώρηση και/ή αποκάλυψη του επίδικου υλικού, υπερέβη και/ή άσκησε πλημμελώς τη δικαιοδοσία του, λόγω εφαρμογής εσφαλμένου νομικού κριτηρίου. Υπέπεσε σε ουσιώδη νομική πλάνη, αποκλείοντας υλικό το οποίο θα μπορούσε να είναι σχετικό, χρήσιμο ή ακόμη και κρίσιμο για την υπεράσπιση, εφαρμόζοντας κυκλική και αυτοαναιρούμενη λογική. Ούτε άσκησε την εξουσία του να προβεί σε δικαστική επιθεώρηση του επίδικου υλικού κατά τρόπο ουσιαστικό, προβαίνοντας σε πλήρη και επαρκή έλεγχο. Η παράλειψη στάθμισης του υλικού κατά το άρθρο 7(4) του Κεφ. 155, προβάλλεται, καθιστά την κρίση του Κακουργιοδικείου μονομερή και νομικά πλημμελή, παραβιάζοντας τελικά την αρχή της ισότητας των όπλων και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Η μη αποκάλυψη του επίδικου υλικού, σημειώνεται καταληκτικά, εκθέτει τον αιτητή σε σοβαρή και μη ανατρέψιμη βλάβη αφού ο τελευταίος καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του χωρίς να έχει γνώση ουσιωδών πτυχών της υπόθεσης και να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπιση του.
Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει διεξέλθει την εκκαλούμενη απόφαση, την Έκθεση και ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση όσο και τις αναφορές, τοποθετήσεις, θέσεις και εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, ως καταγράφονται στην γραπτή του αγόρευση αλλά και διά ζώσης προέβαλε, κατά την εξέταση της υπό συζήτηση αίτησης.
Τα προνομιακά εντάλματα ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων χορηγούνται με φειδώ και κατ’ εξαίρεση. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018). Μέσω της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τους χειρισμούς, ούτε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Διαδικασία ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας, ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων και του τρόπου άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους, προς επίλυση ζητημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους (Ηλία (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 869 και Νεοφύτου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1). Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών. Ως υπεδείχθη στην Θεοχαρίδου (2017) 1(Α) Α.Α.Δ 886:
«Η νομολογία έχει σταθερά αναφέρει ότι ζητήματα που εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογούν την παροχή άδειας για έκδοση προνομιακού εντάλματος διότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ενεργεί ως forum εποπτείας του τρόπου με τον οποίο το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε ή αποφάσισε να χειριστεί με συγκεκριμένο τρόπο την ενώπιον του υπόθεση, ασκώντας διακριτική ευχέρεια, (Γενικός Εισαγγελέα (Αρ. 3) (1993) 1 Α.Α.Δ. 442 και R. v. Northumberland Compensation Appeal Tribunal ex parte Shaw (1952) 1 All. E.R. 122, Χρίστου (1996) 1 Α.Α.Δ. 398). Ακόμη και λάθη ή παρανόηση ή λανθασμένη αντίληψη του Νόμου από το κατώτερο Δικαστήριο, δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος Certiorari προς ακύρωση της απόφασης. Τα προνομιακά εντάλματα δεν χρησιμοποιούνται ως έφεση υπό μεταμφίεση, ούτε και ως μέσο επανακρόασης των ζητημάτων που απασχόλησαν το κατώτερο Δικαστήριο, (Ξάνθου (Αρ. 3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 1066).»
Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, διαπιστώνεται πως μετά την υποβολή του σχετικού αιτήματος, το Κακουργιοδικείο δεν παρέλειψε να λειτουργήσει κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ως οι πρόνοιες του εδαφίου (5) του ως άνω άρθρου, προχώρησε στην εξέταση των λόγων της άρνησης πρόσβασης στα συγκεκριμένα έγγραφα. Αντίθετα με όσα η πλευρά του αιτητή προβάλλει, στην εκκαλούμενη απόφαση καταγράφεται πως το σύνολο των εν λόγω εγγράφων παραδόθηκαν στο Δικαστήριο για τον πιο πάνω σκοπό, το οποίο, κατά τον τρόπο που εξήγησε, εξέτασε κάθε ένα από αυτά, για να καταλήξει ότι δεν αποτελούν καν αποδεικτικό υλικό ούτε περιέχουν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να αποδυναμώσει ουσιωδώς την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ή την υπόθεση της Υπεράσπισης. Κατάληξη που ως έκρινε, παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις, καθιστούσε αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα.
Είναι προφανές, πως παρά την προσπάθεια να προβληθούν ζητήματα νομιμότητας της απόφασης, ό,τι αμφισβητείται στην υπο συζήτηση περίπτωση, είναι η ορθότητα της κατάληξης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματος. Η ως άνω διαπίστωση, στη βάση της καλά εδραιωμένης νομολογίας επί του ζητήματος, ουσιαστικά τερματίζει την περεταίρω συζήτηση επί του θέματος. Η δυνατότητα της πλευράς του αιτητή, εφόσον διαφωνεί με την ορθότητα της απόφασης, να την προσβάλει με το ένδικο μέσο της έφεσης, είναι δεδομένη. Τούτο, ενόψει και της εδραιωμένης θέσης της νομολογίας πως ακόμα και στις περιπτώσεις που αποκαλύπτεται συζητήσιμο ζήτημα, πλην όμως προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, όπως η Έφεση, τέτοια άδεια δεν δίδεται, εκτός και αν καταδειχθούν, με επάρκεια, εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα (Hellenger Trading Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 1965, xxx Μαρκίδης κ.α (2004) 1 Α.Α.Δ. 552, Base Metal Trading Ltd v. Fastact Devel Developments Ltd κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. (2012)1 Α.Α.Δ. 878). Στην παρούσα περίπτωση, η απουσία εξαιρετικών περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν την παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα, σφραγίζει την τύχη της υπο συζήτηση αίτησης.
Πριν την ολοκλήρωση της παρούσας, κρίνεται χρήσιμη η επανάληψη της επισήμανσης στην πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου, Πολ. Αιτ. 79/2026 ημερ. 07/04/2026,. Στην εν λόγω υπόθεση απασχόλησε επίσης σχετικό αίτημα για εξασφάλιση άδειας καταχώρησης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, σε σχέση με απόφαση του ως άνω Κακουργιοδικείου να απορρίψει όμοιο αίτημα για αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού. Ως και στην υπο συζήτηση περίπτωση ισχύει, σημειώθηκε το γεγονός ότι η προνομιακή εξουσία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική θεραπεία στην πλευρά του αιτητή, αφού τυχόν ακύρωση μέσω του προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari της απόφασης του Κακουργιοδικείου, δεν θα επέφερε την έγκριση της αρχικής αίτησης του αιτητή, ούτε θα απέληγε, υπο τις περιστάσεις, ουσιαστικά και πρακτικά ωφέλιμη, για τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Αντίθετα, κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό στην περίπτωση που η ως άνω απόφαση παραμεριζόταν κατ’ έφεση με το Εφετείο, αν έκρινε αναγκαίο, να προχωρά στην έκδοση των σχετικών διαταγμάτων.
Τα πιο πάνω, σε συνάρτηση πάντα με την βασική αρχή ότι η ακυρωτική δικαιοδοσία, μέσω της εξαιρετικής και κατά προνόμιο αποδιδόμενης δικαιοδοσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων, δεν ασκείται δικαιωματικά. Ως υποδείχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Α. & Π. ΦΩΚΑΣ ΛΤΔ Πολιτική Έφεση Αρ. 314/2017, ημερ. 01/11/2018, ECLI:CY:AD:2018:A474:
«….Απαιτείται δε, το ακυρωτικό αποτέλεσμα να έχει πρακτική αξία. Ένα διάταγμα certiorari δεν εκδίδεται για σκοπούς αναγνώρισης νομικού σφάλματος και μόνο. Ακόμα και αν καταδειχθεί καλός λόγος, η έκδοση του δεν μπορεί να είναι αλυσιτελής, χωρίς συγκεκριμένη πρακτική συνέπεια. Όπως αναφέρεται στους Halsbury’s Laws of England, 3rd Ed. Vol. 11, σελ. 141:
«Where grounds are made out upon which the Court might grant the order, it will not do so where no benefit could arise from granting it.»»
Υπό το φως των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας.
Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο