ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 1/2026)
6 Μαΐου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 269/2025
ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤA ΑΡΘΡA 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν. 33/1964)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Α.Κ. ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ [ ] ΚΑΙ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΚΙΡΓΙΣΤΑΝ ΜΕ ΑΡ. [ ] KAI Δ.Ε.Α.[ ] ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ HABEAS CORPUS AD SUBJICIENDUM
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ (ΚΥΡΩΤΙΚΟ ΝΟΜΟ) (Ν. 95/70) ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟ (Ν. 97/70)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 6, 7, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 17,18, 19, 22, 28, 30 ΚΑΙ 35 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 ΚΑΙ 17 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 2 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 20 ΚΑΙ 21 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ (Ν. 97/70)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΟΥ ΜΕ ΑΡ. 1/2025 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 31/10/2025 ΚΑΤΑ ΤΟΥ Α.Κ. ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΝ Α.Κ. ΣΤΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ
Π. Βορκάς με Π. Καύκαρο για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και για Χρύσω Σάββα ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.
Στ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο.
______________________________________________________________
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με Απόφαση του ημερ. 31/10/2025 ενέκρινε αίτημα για την έκδοση στη Ρωσική Ομοσπονδία του Εφεσείοντα για να δικαστεί για «αδικήματα φοροδιαφυγής από εταιρεία σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα», κατά παράβαση του Άρθρου 199(2)(β) του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα και διέταξε την κράτησή του.
Ο Εφεσείων, ενεργώντας δυνάμει του Άρθρου 10(1) του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν. 97/1970, όπως έχει τροποποιηθεί, καταχώρισε την Αίτηση 269/2025 στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Habeas Corpus ad Subjiciendum για να ελεγχθεί η νομιμότητα της απόφασης για κράτηση και έγκριση της αίτησης για έκδοσή του και να ακυρωθεί το διάταγμα κράτησης του και να διαταχθεί η άμεση αποφυλάκισή του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην άσκηση της πρωτογενούς δικαιοδοσίας του δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος, αφού εξέτασε τα παράπονα του Εφεσείοντα, απέρριψε την Αίτηση.
Ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Εφεσείων επεδίωξε την έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus ήταν γιατί, κατά την εισήγησή του, εφόσον εκδιδόταν στη Ρωσική Ομοσπονδία, θα υπόκειτο σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και δεν θα τύγχαναν σεβασμού τα ανθρώπινα του δικαιώματα, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη.
Άλλος λόγος που προωθήθηκε αφορούσε στη θέση ότι η δίωξη του Εφεσείοντα δεν επιδιώκετο με καλή πίστη, αλλά προς εξυπηρέτηση αλλότριων κινήτρων, να εξαναγκαστεί δηλαδή να κατηγορήσει συγκεκριμένα πρόσωπα και να μαρτυρήσει ψευδώς εναντίον τους, ώστε πρόσωπα εξουσίας στη Ρωσική Ομοσπονδία να υφαρπάξουν την περιουσία τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του δεν οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος Εφεσείων, στο περιβάλλον ως καταδείχθηκε ότι επικρατεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε παραβίαση των δικαιωμάτων του και εξευτελιστική ή ταπεινωτική μεταχείριση εφόσον εκδιδόταν στη χώρα αυτή για να δικαστεί. Απερρίφθη, επίσης, η θέση του ότι εφόσον εκδιδόταν για να δικαστεί στη Ρωσική Ομοσπονδία υφίστατο σοβαρός λόγος να πιστεύεται ότι το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη θα παραβιαζόταν.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν είχαν παρουσιαστεί ενώπιον του τέτοια στοιχεία που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στη διαπίστωση κακοπιστίας.
Ο Εφεσείων άσκησε Έφεση με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της πρωτόδικης Απόφασης, ημερ. 12/1/2026, προωθώντας έξι συνολικά Λόγους Έφεσης.
Με το Λόγο Έφεσης 1 προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη αιτιολόγηση και σε μη εφαρμογή θεμελιώδους νομολογίας του ΕΔΑΔ και δη στη μη εξέταση της απόφασης στην υπόθεση Othman (Abu Qatada) v. The United Kingdom, No. 8139/09, 17/1/2012. Με το Λόγο Έφεσης 2 προσβάλλεται ως εσφαλμένη και ανεπαρκής η αξιολόγηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο των προσωπικών περιστάσεων του Εφεσείοντα, σε συνάρτηση με τη δυσμενή κατάσταση στην οποία θα τεθεί σε περίπτωση έκδοσης του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Μέσω του 3ου Λόγου Έφεσης, ο Εφεσείων προβάλλει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αντιφατικά ευρήματα ως προς τη δυσμένεια των δικαιωμάτων του σε περίπτωση έκδοσης του στη Ρωσική Ομοσπονδία, αφού, αφενός ορθώς διαπιστώθηκε ότι οι παρεχόμενες εγγυήσεις από την αιτούσα χώρα ήταν μη ικανοποιητικές, ενώ, αφετέρου και εξ αντιθέτου κατέληξε πως δεν προκύπτει ότι «η κατάσταση στις ρωσικές φυλακές ή κέντρα κράτησης είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το δικαστήριο ότι υπάρχει εύλογη ή σοβαρή πιθανότητα ο εφεσείων, απλά και μόνο ως νεοαφιχθείς, να υποστεί από συγκρατούμενους του βασανισμούς ή ταπεινωτική ή εξευτελιστική αντιμετώπιση». Με το Λόγο Έφεσης 4 προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει και/ή ότι αξιολόγησε ανεπαρκώς και/ή μη συνδυαστικά τη γενική κατάσταση σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Ρωσία με τις προσωπικές συνθήκες και τα αλλότρια κίνητρα στα οποία εδράζετο η αίτηση για έκδοση του Εφεσείοντα στη Ρωσική Ομοσπονδία. Μέσω του Λόγου Έφεσης 5 προβάλλεται πως ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς προέβη σε εύρημα ότι δεν είναι ικανοποιητικές οι παρεχόμενες εγγυήσεις και/ή διαβεβαιώσεις της αιτούσας χώρας και ότι η κατάσταση σε σχέση με τη μεταχείριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ουσιαστικά δικαιολογεί τη γενική απαγόρευση εκδόσεων προς τη χώρα αυτή, εντούτοις, εσφαλμένα δεν προέβη ένεκα των ανωτέρω per se στην έγκριση της αίτησης. Με το Λόγο Έφεσης 6 ο Εφεσείων διατείνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη επαρκώς σε εξέταση των νόμιμων ορίων της ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας επί της έκδοσης των ευρημάτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην απόφαση του, ημερ. 31/10/2025, στην Αίτηση για έκδοση φυγοδίκου υπ’ αρ. 1/2025.
Στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου Έφεσης 1 ο κ. Βορκάς, εκ μέρους του Εφεσείοντα, υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν εξέτασε την Αίτηση του τελευταίου στη βάση των έντεκα κριτηρίων που θεσπίστηκαν από το ΕΔΔΑ, επικαλούμενος προς τούτο την υπόθεση Othman (Abu Qatada) (ανωτέρω) τα οποία, ως σημείωσε, συνιστούν το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο αξιολόγησης αιτημάτων έκδοσης σε σχέση με τον κίνδυνο παραβίασης του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ[1] και την αξιοπιστία των διπλωματικών διαβεβαιώσεων[2].
Στην ως άνω υπόθεση τονίσθηκε ότι σε κάθε εξέταση για το κατά πόσον ο προσφεύγων αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης στη χώρα στην οποία πρόκειται να μεταβεί, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τόσο τη συνολική κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εν λόγω χώρα, όσο και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προσφεύγοντα. Σε περίπτωση όπου έχουν δοθεί από το Κράτος υποδοχής διασφαλίσεις, αυτές συνιστούν μια επιπλέον, σχετική παράμετρο, την οποία θα λάβει υπόψη του το Δικαστήριο. Ωστόσο, οι διασφαλίσεις δεν επαρκούν από μόνες τους για να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη προστασία από τον κίνδυνο της κακομεταχείρισης. Θα πρέπει πάντα να εξετάζεται κατά πόσον οι διασφαλίσεις παρέχουν, κατά την πρακτική εφαρμογή τους, επαρκή εγγύηση ότι ο προσφεύγων θα προστατεύεται από τον κίνδυνο της κακομεταχείρισης. Το βάρος που πρέπει να δίνεται στις διασφαλίσεις του Κράτους υποδοχής εξαρτάται, σε κάθε περίπτωση, από τις συνθήκες που επικρατούν τον κρίσιμο χρόνο (βλ. Παράγραφο 187 της Απόφασης). Ως προς δε την αξιολόγηση της ποιότητας των διασφαλίσεων και αν αυτές μπορεί να θεωρηθούν αξιόπιστες, στην υπόθεση Othman (Abu Qatada) (ανωτέρω) διατυπώθηκαν έντεκα παράμετροι οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται από το Δικαστήριο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε εν πρώτοις το κατά πόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση οι διαβεβαιώσεις οι οποίες είχαν δοθεί με επιστολή, ημερ. 28/1/2025, του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Τεκμήριο 9), με βάση τις οποίες αναφέρετο ότι θα παρασχεθούν όλες οι δυνατότητες υπεράσπισης, περιλαμβανομένης νομικής αρωγής, ενώ θα κρατηθεί σε εξειδικευμένο ίδρυμα στο οποίο οι συνθήκες ανταποκρίνονται στα προβλεπόμενα πρότυπα του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966, και ότι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πρεσβείας της Κύπρου στη Ρωσική Ομοσπονδία θα μπορούσαν να τον επισκέπτονται για να ελέγχουν την τήρηση των εγγυήσεων, ήταν ικανοποιητικές.
Στο πλαίσιο αυτό έλαβε υπόψη του το γεγονός πως ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου είχε τεθεί ότι η Ρωσική Ομοσπονδία, από τις 16/3/2022, είχε παύσει να είναι κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και συμβαλλόμενο κράτος στην ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα οι Ρώσοι πολίτες να μην έχουν, σε σχέση με μεταγενέστερες παραβιάσεις, τη δυνατότητα να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ΕΔΔΑ.
Αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε τα πιο πάνω, εξέτασε στη συνέχεια τη σχετική νομολογία και συγκεκριμένα την υπόθεση D.A.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Aρ. 214/2021, ημερ. 8/7/2022, η οποία αφορούσε έφεση μετά την απόρριψη αίτησης για Habeas Corpus από τον εφεσείοντα η έκδοση του οποίου στη Ρωσία, αφού απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο, εγκρίθηκε κατ' έφεση. Είχαν προηγηθεί σχετικές διαβεβαιώσεις με αναφορά και στα Άρθρα 3 και 6[3] της Ε.Σ.Δ.Α., τις οποίες παρά το ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε αποδεχτεί, είχε απορρίψει την αίτηση έκδοσης. Σε αυτή τη βάση στην έφεση ανετράπη η πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε η κράτηση του εκζητούμενου για το σκοπό έκδοσης του. Αίτηση του για Habeas Corpus που καταχωρίστηκε στη συνέχεια απορρίφθηκε και ακολούθησε η καταχώριση έφεσης. Προτού εκδοθεί η απόφαση, στην έφεση μεσολάβησε η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης και η απόφαση της ίδιας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με την οποία η τελευταία αποχώρησε από την Ε.Σ.Δ.Α.. Κρίθηκε σε αυτή τη βάση ότι οι διαβεβαιώσεις που είχαν προηγηθεί έπαυσαν να υφίστανται, ότι έτσι, η εφετειακή απόφαση είχε χάσει το υπόβαθρο της και εκδόθηκε ένταλμα Habeas Corpus. Ακολούθησε η υπόθεση B.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 3/2023, ημερ. 22/12/2023, ECLI:CY:AD:2023:D33, στην οποία αναφέρθηκε ότι στην D.A.A. (ανωτέρω):
«Κρίθηκε ότι η παραχώρηση εγγυήσεων από τη Ρωσική Ομοσπονδία για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης με βάση την ΕΣΔΑ, δεν θα μπορούσε, πλέον, να θεωρηθεί επαρκής ενόψει του γεγονότος ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έπαυσε να αποτελεί μέλος της ΕΣΔΑ και οι πολίτες της δεν έχουν πρόσβαση στο ΕΔΔΑ, αναγνώρισε και ορθώς, ότι οι όποιες διαβεβαιώσεις από τη χώρα αυτή δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ικανοποιητικές.
Έκρινε, ωστόσο, στη συνέχεια ότι το ζήτημα δεν τελείωνε με την πιο πάνω επισήμανση αφού ο Εκζητούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση ή δεν θα τύχει δίκαιης δίκης ή ότι, γενικά, θα καταπατηθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε δικαστική διαδικασία αυτής της μορφής, ήτοι έκδοσης, επιβάλλεται η κατάθεση μαρτυρίας και η υποχρέωση βαρύνει τον αιτητή, τoν Εφεσείοντα εν προκειμένω, να αποδείξει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως, σε περίπτωση έκδοσης του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.»
Κατ’ ακολουθίαν της πιο πάνω νομολογίας το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως οι διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί για την περίπτωση του Εφεσείοντα, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο τους, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ικανοποιητικές. Επισημαίνοντας, ορθά σημειώνουμε, πως παρέμενε το βασικό ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή ο Εφεσείων είχε αποδείξει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως, σε περίπτωση έκδοσης του, θα εκτίθετο σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.
Με δεδομένο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή της νομολογίας που επικαλέστηκε, ως πιο πάνω έχει εκτεθεί, έκρινε τις παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις μη ικανοποιητικές, δεν ετίθετο πλέον ζήτημα οποιασδήποτε περαιτέρω εξέτασης της γενικότερης αξιοπιστίας αυτών και δη υπό το πρίσμα των έντεκα κριτηρίων που τέθηκαν στην υπόθεση Othman (Abu Qatada) (ανωτέρω), ως ήταν η εισήγηση του Εφεσείοντα.
Τόσο στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου Έφεσης 1, όσο και του Λόγου Έφεσης 2, υποστηρίχθηκε επίσης ότι, με δεδομένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί για την περίπτωση του Εφεσείοντα, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ικανοποιητικές, η κατάληξη του να επιτρέψει την έκδοση του «τείνει προς πλήρη αντίφαση». Αποτέλεσε συναφώς θέση του Εφεσείοντα, πως η ανυπαρξία εγγυήσεων θα έπρεπε, κατ’ ουσίαν, να οδηγήσει, άνευ ετέρου, στην μη έκδοση ενός φυγοδίκου. Όπως συγκεκριμένα τέθηκε, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τις εγγυήσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα πως δεν είναι ικανοποιητικές, θα έπρεπε «αναπόδραστα και αυτομάτως να το οδηγήσει στην έγκριση της Αιτήσεως που ευρίσκετο ενώπιον του». Συναφής με τους Λόγους Έφεσης 1 και 2 είναι και ο Λόγος Έφεσης 5 με βάση τον οποίο προβάλλεται ότι κατόπιν των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη παροχής ικανοποιητικών εγγυήσεων και/ή διαβεβαιώσεων από την αιτούσα χώρα, καθώς το ότι δυνητικά θα έπρεπε να επιβληθεί γενική απαγόρευση στην έκδοση προσώπων προς τη Ρωσική Ομοσπονδία, εσφαλμένα δεν κατέληξε, ως εκ των ανωτέρω, στην έγκριση της αίτησης για έκδοση Habeas Corpus. Ειδικότερα και στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου Έφεσης 5 έγινε επίκληση της απόφασης στην υπόθεση D.A.A. (ανωτέρω).
Οι πιο πάνω θέσεις και τοποθετήσεις δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.
Το ζήτημα δεν τελείωνε με την πιο πάνω διαπίστωση αναφορικά με τις διαβεβαιώσεις. Και τούτο γιατί, όπως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε με ειδικότερη παραπομπή στην υπόθεση B.S. (ανωτέρω), είναι ο Εκζητούμενος που σε διαδικασία αυτής της μορφής, δηλ. έκδοσης, έχει το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση έκδοσης του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Τέτοιος κίνδυνος πρέπει να καταδεικνύεται με μαρτυρία από την οποία να προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία, στη βάση των οποίων να μπορεί εύλογα να καταλήξει κάποιος ότι ο κίνδυνος είναι ορατός και πραγματικός και όχι απλώς μια δυνατότητα, η έλευση της οποίας δεν μπορεί να προεξοφληθεί.
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση της Ολομέλειας Αναφορικά με την Αίτηση της Ν.Κ., Πολιτική Έφεση Αρ. 231/2020, ημερ. 14/6/2022:
«Το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ απαγορεύει, ουσιαστικά, τη διαμεταγωγή προσώπου σε χώρα στην οποία υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση. Το βάρος απόδειξης του κινδύνου αυτού φέρει το εκζητούμενο πρόσωπο (Saadi v. Italy [2009] 49 EHRR 30 και R v. Special Adjudicator ex p Ullah [2004] UKHL 26). Ο προβλεπτός κίνδυνος καταδεικνύεται με μαρτυρία από την οποία προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία, στη βάση των οποίων μπορεί εύλογα να καταλήξει κάποιος ότι ο κίνδυνος είναι ορατός και πραγματικός και όχι απλώς μια απλή δυνατότητα, η έλευση της οποίας δεν μπορεί να προεξοφληθεί.
Όπως εξηγείται στην υπόθεση AS & DD (Libya) v. Secretary of State for the Home Department & Anor [2008] EWCA Civ 289:
« .. the requirement that there must be substantial grounds for believing that there would be a real risk of ill-treatment contrary to art 3 on return, means no more than that there must be a proper evidential basis for concluding that there was such a real risk. This is made clear in Saadi v Italy, which is a decision of the Grand Chamber of the ECtHR, application 37201/06.»
Μέσω του Λόγου Έφεσης 2 ο Εφεσείων διατείνεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη και/ή ανεπαρκή αξιολόγηση των προσωπικών του περιστάσεων, σε συνάρτηση με τη δυσμενή κατάσταση στην οποία θα τεθεί σε περίπτωση έκδοσης του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Υποστηρίχθηκε δε ότι, ενώ τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σωρεία εκθέσεων οι οποίες δεικνύουν τις παθογένειες του Ρωσικού σωφρονιστικού συστήματος οι οποίες, ως σημειώθηκε, είναι αναπόφευκτες για οποιουσδήποτε κρατούμενους, και δη με τα χαρακτηριστικά του Εφεσείοντα, αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη. Σε ό,τι δε αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις αναφορά έγινε, μεταξύ άλλων και στην Ουκρανική του καταγωγή. Συναφής είναι και ο Λόγος Έφεσης 3 μέσω του οποίου ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αντιφατικά ευρήματα ως προς τη δυσμένεια των δικαιωμάτων του σε περίπτωση έκδοσης του στη Ρωσική Ομοσπονδία, αφού ενώ ορθώς διαπιστώθηκε ότι οι παρεχόμενες εγγυήσεις από την αιτούσα χώρα ήταν μη ικανοποιητικές, παρά ταύτα κατέληξε αντιφατικά ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι ανησυχίας παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Εφεσείοντα, παραγνωρίζοντας τις συνέπειες της μη ύπαρξης ικανοποιητικών εγγυήσεων καθώς και την τεθείσα μαρτυρία, ήτοι τις Εκθέσεις και/ή καταγγελίες Διεθνών Οργανισμών, και έγκριτων μη κυβερνητικών οργανώσεων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τα ενώπιον του στοιχεία σε συνάρτηση με τις σχετικές εισηγήσεις εκ μέρους του Εφεσείοντα κατέληξε ως εξής:
« Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, προκύπτει ότι οι παραβιάσεις από μέρους των αρχών αφορούν σε δικαιώματα προσώπων που θεωρούνται ότι έχουν πολιτική δράση, ακτιβιστές, επικριτικούς δημοσιογράφους και άλλα πρόσωπα που κρίνεται ότι εκφράζονται εναντίον του καθεστώτος. Ο Αιτητής δεν περιλαμβάνεται σε αυτές τις κατηγορίες προσώπων και οι κατηγορίες που του προσάπτονται αφορούν αδικήματα φοροδιαφυγής κατά παράβαση του κοινού ποινικού δικαίου.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση στις ρωσικές φυλακές ή κέντρα κράτησης είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι υπάρχει εύλογη ή σοβαρή πιθανότητα ο Αιτητής, απλά και μόνο ως νεοαφιχθείς, να υποστεί από συγκρατούμενους του βασανισμούς ή ταπεινωτική ή εξευτελιστική αντιμετώπιση.
Θα πρέπει επομένως να εξεταστούν οι περιστάσεις που περιβάλλουν το πρόσωπο του. Ο παππούς και η γιαγιά του Αιτητή από τον πατέρα του ήταν ουκρανοί. Η μητέρα του είναι ρωσίδα. Ο ίδιος γεννήθηκε στη Μόσχα και έχει ρωσικό διαβατήριο και είναι πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Τα προσωπικά του αυτά δεδομένα αυτά δεν καταδείχθηκε ότι δικαιολογούν την εισήγηση του ή ότι τον κατατάσσουν σε κατηγορία ατόμων των οποίων τα δικαιώματα καταπατούνται.»
Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή. Το κατά πόσο ένας εκζητούμενος δεν θα τύχει δίκαιης δίκης ή θα παραβιαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του σε περίπτωση έκδοσης του, δεν μπορεί να εξετάζεται γενικά και αόριστα ή στη βάση άλλων περιπτώσεων και καταστάσεων που έχουν εντοπιστεί στην αιτούσα χώρα, είτε από Εκθέσεις, είτε από μελέτες διαφόρων Οργανισμών ή ατόμων. Ό,τι θα πρέπει να εξετάζεται, είναι το κατά πόσο, στην προκείμενη περίπτωση, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό στη βάση συγκεκριμένων και απτών στοιχείων που προσκόμισε ο εκζητούμενος, ο οποίος, ως ήδη έχει αναφερθεί φέρει και το βάρος απόδειξης, ότι κατά το χρόνο έκδοσης του, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να μην τύχει δίκαιης δίκης, να τύχει δυσμενούς μεταχείρισης ή να παραβιασθούν τα ανθρώπινα του δικαιώματα.
Προφανώς, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υιοθετήσει, εξαρχής και προκαταβολικά, μια γενική και καθολική προσέγγιση για το ζήτημα, αποκλείοντας γενικώς την έκδοση οποιουδήποτε εκζητούμενου στη Ρωσική Ομοσπονδία. Μια τέτοια προσέγγιση, παρακάμπτοντας την αναγκαιότητα για εξειδικευμένη και κατά περίπτωση πραγμάτευση του ζητήματος, με αναφορά πάντα στο πρόσωπο του συγκεκριμένου εκζητούμενου και στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών και παραμέτρων που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, για παράδειγμα, στην περίπτωση που η διεθνής κοινότητα μέσω αρμόδιων αρχών και διεθνώς αναγνωρισμένων οργάνων ή οργανισμών, κατά τρόπο δεσμευτικό για τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας, αναγνώρισε και διακήρυσσε, ως θέμα αρχής, την απαγόρευση της έκδοσης οποιουδήποτε εκζητούμενου στη Ρωσική Ομοσπονδία. Δεν είναι τέτοια, η περίπτωση που εδώ απασχολεί.
Με το Λόγο Έφεσης 4 προσβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει και/ή ότι αξιολόγησε ανεπαρκώς τα αλλότρια κίνητρα στα οποία εδράζετο η αίτηση για έκδοση του Εφεσείοντα στη Ρωσική Ομοσπονδία. Όπως υποστηρίχθηκε, η ποινική δίωξη του Εφεσείοντα δεν είναι γνήσια αλλά εδράζεται σε αλλότρια κίνητρα καθότι, στην πραγματικότητα, αποσκοπεί στη μεταφορά του στη Ρωσία ούτως ώστε αυτός να εξαναγκαστεί ως πρώην οικονομικός σύμβουλος να μαρτυρήσει εναντίον του ιδιοκτήτη των εταιρειών στις οποίες ο Εφεσείων εργαζόταν, ονόματι A. Khotin, για να διευκολυνθούν οι διαδικασίες δήμευσης και/ή κατάσχεσης της περιουσίας του και η εξυπηρέτηση συμφερόντων ισχυρών προσώπων.
Κατ’ επανάληψη η νομολογία έχει διακηρύξει πως το βάρος της απόδειξης, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η δίωξη γίνεται για αλλότρια κίνητρα, το φέρει το εκζητούμενο πρόσωπο. Χρειάζεται προς τούτο όχι απλή υποψία από πλευράς του αιτητή, αλλά και η παρουσίαση μαρτυρίας με θετικό τρόπο. Το βάρος απόδειξης αποσείεται με την τεκμηρίωση ύπαρξης «σοβαρών λόγων» ότι η δίωξη γίνεται για αλλότρια κίνητρα. Και αυτό, όπως είναι γνωστό, αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ώστε σ’ ό,τι αφορά τη διαδικασία έκδοσης φυγόδικου να δίνεται περιεχόμενο στην έννοια του όρου «σοβαροί λόγοι» που προνοείται από το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο, Ν. 95/1970 για τη μη έκδοση του[4] (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. N. Konovalona (2015) 1Β Α.Α.Δ. 2052). Η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του POLCHENKO, Αίτηση Αρ. 16/2021, ημερ. 12/7/2021 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε, έθεσε το ζήτημα του τρόπου εξέτασης ισχυρισμού πως η δίωξη ενός προσώπου γίνεται για αλλότρια κίνητρα στις ορθές του διαστάσεις, αναφέροντας συναφώς τα ακόλουθα:
«Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του εκζητούμενου να καταδείξει πειστικά («convincingly show») ότι το αίτημα για την έκδοση του γίνεται με αλλότρια κίνητρα. Και το βάρος απόδειξης είναι ψηλό (Khodorkovskiy and Lebedev v. Russia, Appl. Nos.11082/06 and 13772/05, 25.10.2013). Η διαφορετική εκδοχή του εκζητούμενου ως προς τα γεγονότα, παρά το ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν εξετάζεται ζήτημα κακοπιστίας, δεν τεκμηριώνει, χωρίς άλλο, κακή πίστη. Η μαρτυρία πρέπει να είναι ισχυρή και να περιβάλλεται από συγκεκριμένα στοιχεία που να οδηγούν στην διαπίστωση κακοπιστίας. Η υποβολή προς τους μάρτυρες κατά τη διαδικασία εκδίκασης του αιτήματος έκδοσης, ότι η δίωξη του εκζητούμενου διενεργείται κακόπιστα, δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης για το ζήτημα. Κάτι τέτοιο θα επέβαλλε την προσκόμιση ενδεχομένως μεγάλου μέρους της πρωτογενούς μαρτυρίας για την αντίκρουση της μαρτυρίας του εκζητούμενου, μετατρέποντας τη διαδικασία έκδοσης σε «δίκη» για τα αδικήματα για τα οποία διώκεται στην αιτήτρια χώρα ο εκζητούμενος.»
Στην υπόθεση Khodorkovskiy v. Russia Appl. No. 5829/04, ημερ. 31/5/2011, απ' όπου άντλησε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Αιτητής (Khodorkovskiy) υπέβαλε στο ΕΔΑΔ ότι ολόκληρη η ποινική δίωξη των διευθυντών, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού του, είχε πολιτικά και οικονομικά κίνητρα. Το ΕΔΑΔ απορρίπτοντας την εισήγηση αυτή ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν ένας αιτητής ισχυρίζεται ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του περιορίζονται για ανάρμοστο λόγο θα πρέπει να δείξει με πειστικό τρόπο ότι ο πραγματικός στόχος των Αρχών δεν είναι όπως διατείνονται. Απλή υποψία ότι οι αρχές χρησιμοποιούν τις εξουσίες τους για κάποιο άλλο λόγο απ' αυτούς που καθορίζονται στη Σύμβαση, δεν είναι αρκετή απόδειξη παραβίασης του Άρθρου 18 (βλ. σκέψη 255[5]). Περαιτέρω έκρινε ότι το βάρος απόδειξης αυτού του ισχυρισμού το έχει ο αιτητής (βλ. σκέψη 256[6]) και ότι το επίπεδο απόδειξης είναι πολύ υψηλό (βλ. σκέψη 260[7]).[8]
Καθοδηγούμενο το πρωτόδικο Δικαστήριο ως ανωτέρω έκρινε πως στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν είχαν παρουσιαστεί τέτοια στοιχεία που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στη διαπίστωση κακοπιστίας, καταλήγοντας ως ακολούθως:
«Ο Αιτητής παρουσιάζει τη δική του εκδοχή, που μπορεί και να είναι η πραγματικότητα, μπορεί όμως και να είναι επιτιδευμένη, με ανακριβή ή ψευδή στοιχεία, με σκοπό να αποφύγει την έκδοση του».
Δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε μεμπτό στην ως άνω αντίκρυση και αξιολόγηση του σχετικού ζητήματος από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα για σύνδεση του αιτήματος έκδοσης του με μια ευρύτερη εκστρατεία εναντίον κάποιου Α.Κ. βασίστηκαν στις προσωπικές πιθανολογήσεις και υποψίες του Εφεσείοντα. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Εφεσείων τελούσε χρέη οικονομικού διευθυντή σε εταιρεία συμφερόντων του Α.Κ. και ήταν διοικητικός σύμβουλος αυτού, δεν ήταν αρκετό για να εξαχθεί το συμπέρασμα πως πίσω από τη δίωξη του κρύβονταν τα κίνητρα που υποστηρίζει[9]. Δεν είναι λοιπόν αρκετό να εγείρονται υποψίες ύπαρξης τέτοιων κινήτρων, αλλά θα πρέπει ο φυγόδικος να τεκμηριώσει με θετικό τρόπο, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τη θέση του ότι όντως η δίωξη του γίνεται για αλλότρια κίνητρα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. N. Konovalona (2015) 1Β Α.Α.Δ. 2052).
Μέσω του Λόγου Έφεσης 6 προβάλλεται, ως ήδη πιο πάνω έχει καταγραφεί, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη επαρκώς σε εξέταση των νόμιμων ορίων της ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας επί της έκδοσης των ευρημάτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην απόφαση του, ημερ. 31/10/2025, στην Αίτηση για έκδοση φυγοδίκου υπ’ αρ. 1/2025. Όπως δε εξειδικεύεται στην αιτιολογία του εν λόγω Λόγου Έφεσης, το παράπονο του Εφεσείοντα εστιάζεται επί των ευρημάτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης ή μη, στην υπό συζήτηση περίπτωση, αλλότριων κινήτρων.
Δεν συγκλίνουμε με την ως άνω εισήγηση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού καθοδηγήθηκε ορθά ως προς τις αρχές που διέπουν τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται αίτησης για Habeas Corpus στο πλαίσιο του Ν. 97/1970, επισημαίνοντας ότι δεν ενεργεί ως Εφετείο πάνω σε θέματα γεγονότων και δεν μπορεί να αναθεωρήσει τα ευρήματα του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε της έκδοσης ή να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εφόσον κινήθηκε μέσα στα νόμιμα όρια της και ότι η αρμοδιότητα του είναι να διαπιστώσει κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον του που δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος ότι δηλαδή υπάρχει, από αντικειμενική θεώρηση, επαρκής μαρτυρία για την έκδοση, εξέτασε το ζήτημα των αλλότριων κινήτρων στην ορθή του διάσταση. Σχετικά επί του προκειμένου είναι τα όσα αναφέρονται στο πλαίσιο εξέτασης του Λόγου Έφεσης 4.
Εν κατακλείδι, δεν έχει καταδειχθεί λόγος που να δικαιολογεί την παρέμβαση μας προς ανατροπή της πρωτόδικης Απόφασης.
Η Έφεση απορρίπτεται.
Ουδεμία διαταγή για έξοδα.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
[1] «Κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία».
[2] Δέστε παράγραφο 189. “More usually, the Court will assess first, the quality of assurances given and, second, whether, in light of the receiving State’s practices they can be relied upon. In doing so, the Court will have regard, inter alia, to the following factors:
(i)-(xi)”
[3] Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
[4][4] «(1) Δεν χωρεί έκδοσις, εάν η παράβασις, δι΄ ην αιτείται αύτη, θεωρείται υπό ετέρου Μέρους, ως πολιτική τοιαύτη ή ως πράξις συμφυής προς τοιαύτην παράβασιν.
(2) Ο αυτός κανών ισχύει, εάν το καλούμενον προς έκδοσιν Μέρος έχη σοβαρούς λόγους να πιστεύη, ότι η αίτησις εκδόσεως αιτιολογηθείσα διά τίνος παραβάσεως του Κοινού δικαίου υπεβλήθη επί τω σκοπώ διώξεως ή κολάσεως ατόμου διά τα φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτικά τούτου φρονήματα ή εθνικά τοιαύτα, ή ότι η θέσις του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνον να επιδεινωθή από τον ένα ή τον έτερον των ως άνω λόγων.»
[5] 255. The Court reiterates that the whole structure of the Convention rests on the general assumption that public authorities in the member States act in good faith. Indeed, any public policy or an individual measure may have a “hidden agenda”, and the presumption of good faith is rebuttable. However, an applicant alleging that his rights and freedoms were limited for an improper reason must convincingly show that the real aim of the authorities was not the same as that proclaimed (or as can be reasonably inferred from the context). A mere suspicion that the authorities used their powers for some other purpose than those defined in the Convention is not sufficient to prove that Article 18 was breached.
(Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
[6] 256. When an allegation under Article 18 is made the Court applies a very exacting standard of proof; as a consequence, there are only few cases where the breach of that Convention provision has been found. ….. Particularly, the Court notes that there is nothing in the Court’s case-law to support the applicant’s suggestion that, where a prima facie case of improper motive is established, the burden of proof shifts to the respondent Government. The Court considers that the burden of proof in such a context should rest with the applicant.
[7] 260. Finally, the Court turns to the findings of several European courts in the proceedings involving former Yukos managers and Yukos assets. Those findings are probably the strongest argument in favour of the applicant’s complaint under Article 18 of the Convention. However, the evidence and legal arguments before those courts might have been different from those in the case under examination. More importantly, assuming, that all courts had the same evidence and arguments before them, the Court reiterates that its own standard of proof applied in Article 18 cases is very high and may be different from those applied domestically. The Court admits that the applicant’s case may raise a certain suspicion as to the real intent of the authorities, and that this state of suspicion might be sufficient for the domestic courts to refuse extradition, deny legal assistance, issue injunctions against the Russian Government, make pecuniary awards, etc. However, it is not sufficient for this Court to conclude that the whole legal machinery of the respondent State in the present case was ab initio misused, that from the beginning to the end the authorities were acting with bad faith and in blatant disregard of the Convention. This is a very serious claim which requires an incontrovertible and direct proof. Such proof, in contrast to the Gusinskiy case, cited above, is absent from the case under examination.
(Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
[8] Δέστε, επίσης, Γενικός Εισαγγελέας ν. Shimkevich, Πολιτική Έφεση Αρ. 235/2012, ημερ. 30/3/2017.
[9] Δέστε παράγραφο 12 του Τεκμηρίου 2 στην Ένορκη Δήλωση Χατζηκώστα, που αποτελεί τη Γραπτή Δήλωση του Εφεσείοντα:
«12. Το δικό μου συμπέρασμα για τα κίνητρα αυτών που επιδιώκουν την έκδοση μου είναι ο εξαναγκασμός μου να με κατηγορούν ψευδώς για εγκλήματα άλλων προσώπων ή να ψευδομαρτυρήσω εναντίον των ιδιοκτητών των εταιρειών στις οποίες εργαζόμουν στη Ρωσία για να καταστεί κατορθωτό πρόσωπα με τεράστια εξουσία και δύναμη να υφαρπάξουν περιουσία η οποία συνδέεται με τις εν λόγω εταιρείες. Δυστυχώς, δεν έχω ακριβή γνώση του τι συνέβη με τις συγκεκριμένες εταιρείες, αλλά αυτό που υποψιάζομαι ότι έλαβε χώρα είναι η προσπάθεια προσώπων τα οποία έχουν εξουσία στη Ρωσία να εξαγοράσουν τις επιχειρήσεις στις οποίες εργαζόμουν ή τα περιουσιακά στοιχεία αυτών σε εξευτελιστική τιμή από τον ιδιοκτήτη ή ακόμη να επιτευχθεί η δήμευση τους. Οι τελευταίοι πιθανότατα αρνήθηκαν και τότε αυτό που φαίνεται να συνέβη είναι η χειραγώγηση των φορολογικών ή άλλων αρχών της Ρωσίας από τα πρόσωπα που φέρεται να έχουν εξουσία και οι οποίοι μέσω διεφθαρμένων λειτουργών των φορολογικών και άλλων ρωσικών αρχών εκκίνησαν μια εκστρατεία εξουδετέρωσης των ιδιοκτητών των εταιρειών στις οποίες εργαζόμουν με απώτερο στόχο, ως προανέφερα, να υφαρπάξουν μέσω ενορχηστρωμένων διαδικασιών εκποίησης ή κρατικοποίησης αρχικά και μετά πώλησης στους εαυτούς τους σε εξευτελιστικές τιμές ή εν πάση περιπτώσει μέσω εξαναγκασμού των ιδιοκτητών την περιουσία των εν λόγω εταιρειών στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το μεγάλης χρηματικής αξίας “Cherry Tower”.»
(Ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο