ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν.33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 21/2025
28 Μαΐου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
Αναφορικά με την Αίτηση της IBTISAM CHRISTOFOROU
Αναφορικά με νομικά θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση Ε99/2019, ημερ. 26/03/2025, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΜΕΤΑΞΥ:
IBTISAM CHRISTOFOROU
Αιτήτριας/Εφεσείουσας στο Εφετείο
ΚΑΙ
1. CLENCHBY PROPERTIES LIMITED
2. ΕΥΕΛΘΩΝ ΑΥΓΟΥΣΤΗ
3. EVELTHON DEVELOPMENTS LIMITED
4. TYRUSLAND LIMITED
5. LANDRIAN ESTATES LIMITED
Καθ’ ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι στο Εφετείο.
…………………………………………
Ε. Επιφανίου (κα), για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, για Αιτήτρια
Μ. Δημοσθένους, για Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε, για Καθ’ ων η Αίτηση
--------------------
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Δικαστή Δαυίδ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 11.8.2017, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα έρευνας, τύπου Anton Piller, με το οποίο αριθμός εναγόμενων στην αγωγή αρ. 2364/2017 που εκκρεμούσε ενώπιον του, διατάσσονταν να επιτρέψουν σε κατονομαζόμενα πρόσωπα να εισέλθουν σε συγκεκριμένα υποστατικά τους και να αναζητήσουν, επιθεωρήσουν και φωτοτυπήσουν διάφορα έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια, να παραδώσουν στο Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού για ασφαλή φύλαξη.
Στις 4.2.2019 αριθμός εκ των ως άνω εναγόμενων, καταχώρισαν αίτηση με την οποία ζήτησαν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την ενάγουσα, τους εμπλεκόμενους στην έρευνα δικηγόρους, τον προαναφερόμενο Πρωτοκολλητή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλαβε τα έγγραφα τα οποία αναφέρονταν σε κατάλογο, να τα παραδώσει στους προαναφερόμενους εναγόμενους ή τους δικηγόρους τους. Περαιτέρω, ζητούσαν διάταγμα που να απαγορεύει στους πιο πάνω όπως κρατήσουν και χρησιμοποιήσουν αντίγραφα των εγγράφων, ως επίσης, να διατάσσει την ενάγουσα και τους εμπλεκόμενους δικηγόρους να αποκαλύψουν ενόρκως σε ποια πρόσωπα έχουν κοινοποιήσει τα έγγραφα και ποια φυσικά πρόσωπα της δικηγορικής εταιρείας της ενάγουσας, τα κατέχουν.
Παρά την ένσταση της Αιτήτριας στην παρούσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφαση του, ημερ. 24.4.2019, κατέληξε ότι αριθμός συγκεκριμένων εγγράφων (17 έγγραφα), τα οποία λήφθηκαν κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνιστούσαν αλληλογραφία που προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος. Με δεδομένο δε, ως υπέδειξε, ότι δεν ίσχυε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που επιτρέπουν τούτο, έκρινε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα παραλήφθηκαν από την ενάγουσα κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των αιτητών και χωρίς τέτοια παραλαβή να έχει εξουσιοδοτηθεί με το διάταγμα τύπου Anton Piller, ημερ. 11.08.2017. Περαιτέρω, σημείωσε πως το γεγονός ότι ζήτημα παραλαβής εγγράφων κατά παράβαση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, ηγέρθηκε προγενέστερα, μέσω παρόμοιας αίτησης, ημερ. 15.12.2007, η οποία όμως είχε αποσυρθεί από τους εναγόμενους που την προώθησαν, δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε η προώθηση της αίτησης ημερ. 4.2.2019, θα μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική. Τελικά, η αίτηση ημερ. 4.2.2019, εγκρίθηκε σε σχέση με τα συγκεκριμένα 17 έγγραφα, καταλήγοντας ότι η παραλαβή τους έγινε κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των αιτητών (Άρθρο 17) και χωρίς αυτή να εξουσιοδοτηθεί με το διάταγμα ημερ. 11.8.2017. Ταυτόχρονα, καθορίστηκε χρόνος συμμόρφωσης με το σχετικό διατακτικό της αίτησης που εγκρίθηκε.
Στις 26.3.2025, το Εφετείο απέρριψε σχετική έφεση της Αιτήτριας στην παρούσα κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ημερ. 24.4.2019. Έκρινε ότι ουδείς εκ των εννέα συνολικά προβαλλόμενων λόγων έφεσης ήταν βάσιμος και επικύρωσε την εκκαλούμενη, πρωτόδικη απόφαση. Μεταξύ άλλων, έκρινε αβάσιμο το παράπονο της εφεσείουσας ότι οι εφεσίβλητοι δεν έθεσαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία ότι τα αναφερόμενα έγγραφα συνιστούσαν αλληλογραφία και συνομιλίες τους, παραπέμποντας, για να καταδείξει το αστήρικτο του ισχυρισμού, στην ρητή αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «το Δικαστήριο έχει διέλθει τα έγγραφα του καταλόγου. Είναι πρόδηλο ότι τα έγγραφα 1-7 και 9-18 συνιστούν αλληλογραφία που προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος.». Περαιτέρω, υιοθέτησε τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την μη ύπαρξη δεδικασμένου, συναρτώμενου με τα ζητήματα που είχαν εγερθεί σε προγενέστερη ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 15.12.2017, που οι εφεσίβλητοι είχαν προωθήσει, πλην όμως απέσυραν χωρίς να εκδοθεί απόφαση επί του ζητήματος της προστασίας του Άρθρου 17 του Συντάγματος. Άλλωστε, ως υπέδειξε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την απόφαση ημερ. 2.11.2018, η οποία μεσολάβησε, μέσω της οποίας απορρίφθηκε αίτημα για ακύρωση του εντάλματος έρευνας Anton Piller, διασαφηνίστηκε ότι στο πλαίσιο του εν λόγω διατάγματος δεν εζητήθη ούτε επετράπη η παρέμβαση σε συνομιλίες ή αλληλογραφία.
Ακολούθησε η καταχώριση της υπό συζήτηση αίτησης, μέσω της οποίας επιζητείται η εξασφάλιση άδειας για την υποβολή αίτησης εκδίκασης από το Ανώτατο Δικαστήριο «Νομικών Θεμάτων» που, ως αναφέρεται, προκύπτουν από την ως άνω απόφαση του Εφετείου. Τούτο, κατ’ επίκληση του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024 (στο εξής «Ο Νόμος»).
Στην Έκθεση «Νομικών Θεμάτων» που επισυνάπτεται στην αίτηση για άδεια, καταγράφονται δύο «Νομικά Θέματα», τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία. Μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα, χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει. Ειδικότερα, προβάλλεται:
«i) Κατά πόσον ο αποκλεισμός των επίδικων εγγράφων από τη δικαστική κρίση, με επίκληση της συνταγματικής προστασίας του άρθρου 17 του Συντάγματος, συνάδει με την υποχρέωση διασφάλισης του δικαιώματος της Αιτήτριας σε δίκαιη δίκη, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 30(2) του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (σχετικές οι αναφορές του Εφετείου στις σελίδες 10-11 της απόφασής του), και
ii) Κατά πόσον είναι ορθή και συμβατή με το άρθρο 30(2) του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία, δικαστική απόφαση άλλου ομόβαθμου δικαστηρίου – με την οποία οριστικοποιήθηκαν ενδιάμεσα διατάγματα – μπορεί να θεωρηθεί ως «νέο δεδομένο» κανό να δικαιολογήσει την παράκαμψη του δεδικασμένου. »
Οι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια, προκρίνει η Αιτήτρια, αφορούν το γεγονός ότι από την απόφαση του Εφετείου προκύπτουν νομικά θέματα, τα οποία συναρτώνται με τη διασφάλιση του δικαιώματος δίκαιης δίκης καθώς και της εφαρμογής του δόγματος του δεδικασμένου. Μείζονα ζητήματα, γενικής δημόσιας σημασίας και συμφέροντος, ως η εισήγηση, η επίλυση των οποίων από το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αναγκαία, για τη διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου και τη διατήρηση της ασφάλειας της έννομης τάξης. Από τα ερωτήματα, προστίθεται, προκύπτουν ζητήματα που συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας πρωτογενούς ή δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διάταξης. Ο αποκλεισμός των επίδικων εγγράφων, κατ’ επίκληση της Συνταγματικής προστασίας (Άρθρο 17), αποκαλύπτει κρίσιμο νομικό ζήτημα ως προς το κατά πόσο συνάδει με την υποχρέωση διασφάλισης του δικαιώματος της Αιτήτριας για δίκαιη δίκη, ως διασφαλίζεται στο Άρθρο 30(2) του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Συνιστά εσφαλμένη νομική στάθμιση, οδηγώντας στην ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 11.8.2017, χωρίς τα σχετικά έγγραφα να ελεγχθούν επαρκώς και χωρίς να διασφαλίζονται τα δικαιώματα τής Αιτήτριας σε ακρόαση και σε δίκαιη δίκη. Περαιτέρω, τίθεται ζήτημα εφαρμογής του δόγματος του δεδικασμένου, και ειδικότερα κατά πόσο μπορεί η έκδοση απόφασης άλλου, ομόβαθμου Δικαστηρίου, σε διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας οριστικοποιήθηκαν ενδιάμεσα διατάγματα, να οδηγήσει σε παράκαμψη της θεμελιώδους αρχής περί τελεσίδικης κρίσης, κατά τρόπο που να πλήττεται η αρχή της ασφάλειας του δικαίου την οποία εγγυάται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Το ζήτημα, προβάλλεται, αφορά την τελεσιδικία των αποφάσεων , της ασφάλειας δικαίου και του κράτους δικαίου, που απαιτεί όπως οι αποφάσεις ομόβαθμων Δικαστηρίων τυγχάνουν σεβασμού, εκτός αν ανατραπούν από ιεραρχικά ανώτερα Δικαστήρια.
Με την ένσταση τους οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τα προβαλλόμενα ως «Νομικά Θέματα», δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τα ζητήματα που αναφέρονται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου. Η Αιτήτρια, προβάλλουν, καταχρηστικά και/ή παραπλανητικά επιδιώκει να διευρύνει το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς, όπως αυτό είχε καθοριστεί με τα δικόγραφα της, για να πετύχει την εξασφάλιση της αιτούμενης άδειας, ενώ μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, δεν επιχειρεί την εξέταση κάποιου νομικού ζητήματος αλλά την αναθεώρηση ευρημάτων του Εφετείου επί γεγονότων. Υποστηρίζοντας πως καμία τεκμηρίωση υπάρχει για τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μελέτησε τα επίδικα έγγραφα που εξαίρεσε από το διάταγμα ημερ. 11.8.2017, υποδεικνύουν πως το Ανώτατο Δικαστήριο, ουσιαστικά καλείται να ενεργήσει ως Εφετείο του Εφετείου σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ούτε το δεύτερο «Νομικό Θέμα», υποστηρίζουν, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης σε διαδικασία ως η υπό συζήτηση. Το γεγονός ότι ζήτημα παραλαβής εγγράφων, κατά παράβαση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, ηγέρθηκε με την αίτηση ημερ. 15.12.2017, η οποία όμως αποσύρθηκε, κατ’ εφαρμογή πάγιας νομολογίας στην οποία παρέπεμψε το Εφετείο, δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ειδικότερα όταν δεν έχει εξεταστεί τα αίτημα επί της ουσίας. Καταληκτικά, αποτελεί θέση τους πως η αίτηση προωθείται καταχρηστικά, με μόνο σκοπό την αναψηλάφηση των ήδη αποφασισθέντων από το Εφετείο ζητημάτων και γεγονότων. Ό,τι επιδιώκει η πλευρά της Αιτήτριας, υποδεικνύουν, είναι έφεση επί της έφεσης, επικαλούμενη τυπικά τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σχετικής άδειας, χωρίς ωστόσο να παρατίθεται και εν πάση περιπτώσει να υπάρχει, το αναγκαίο ή απαιτούμενο υπόβαθρο για τη χορήγηση της.
Το άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας πολιτικής ή ποινικής δικαιοδοσίας:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου·»
Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, τα νομικά θέματα τα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιλύσει, πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και θα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Ό,τι πρωτίστως απασχολεί στις αιτήσεις του είδους, είναι η διαπίστωση, ως προαπαιτούμενης προϋπόθεσης, της διατύπωσης νομικού θέματος. Εάν δεν διατυπώνεται νομικό θέμα, η άδεια δεν μπορεί να δοθεί. Νομικό είναι το ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του Νόμου, προϋποθέτει δε αναντίλεκτα ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα.
Στρέφοντας την προσοχή στο πρώτο ζήτημα που προβάλλεται από την πλευρά της Αιτήτριας, με ευκολία διακρίνεται πως ουσιαστικά, ό,τι επιζητείται, είναι η πραγμάτευση και, εν τέλει, ο έλεγχος των ευρημάτων του Εφετείου αναφορικά με το κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο διεξήλθε ή όχι των επίδικων εγγράφων που έκρινε ότι τυγχάνουν της Συνταγματικής προστασίας (Άρθρο 17). Το Δικαστήριο, καλείται να ελέγξει και αν χρειαστεί να αναθεωρήσει, όχι μόνο τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και του Εφετείου επί του ζητήματος, αποφαινόμενο το ίδιο αν τα συγκεκριμένα 17 έγγραφα, καλύπτονταν ή όχι από το διάταγμα Anton Piller.
Είναι προφανές ότι η ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, την οποία επιβεβαίωσε το Εφετείο, ότι δηλαδή το διάταγμα ημερ. 11.8.2017, τύπου Anton Piller δεν συμπεριλαμβάνει τα 17 έγγραφα που θεώρησε ότι εμπίπτουν στο δίκτυ προστασίας του Άρθρου 17 του Συντάγματος, δεν αποτελεί ζήτημα που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, ως τροποποιήθηκε και ισχύει. Ούτε, βεβαίως, το ερώτημα επί πραγματικού, κατά πόσο διήλθε και έλεγξε ή όχι το πρωτόδικο Δικαστήριο τα εν λόγω έγγραφα. Τυχόν διάσταση ή διαφωνία ως προς την εξέλιξη γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, δεν μπορεί να αποτελέσουν το έναυσμα για εξασφάλιση άδειας του είδους.
Στρέφοντας την προσοχή στο δεύτερο ζήτημα που προωθείται από την πλευρά της αιτήτριας, γίνεται κατανοητό ότι η τελευταία επιχειρεί να συσχετίσει την απόφαση ημερ. 2.11.2018, στο πλαίσιο της οποίας απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης του διατάγματος τύπου Anton Piller, με την απόφαση ημερ. 24.4.2019, η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο της έφεσης που απασχολεί. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η τελευταία αφορούσε αποκλειστικά την απαγόρευση κατοχής και χρήσης συγκεκριμένων εγγράφων που λήφθηκαν κατά παράβαση του διατάγματος ημερ. 11.8.2017, τύπου Anton Piller, το οποίο, οι καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα, απέτυχαν να ακυρώσουν (απόφαση ημερ. 2.11.2018). Η καταγραφή από το Εφετείο του γεγονότος ότι μεσολάβησε η έκδοση της απόφασης ημερ. 2.11.2018, από μόνη της, δεν δικαιολογεί την εισήγηση περί παραβίασης των αρχών του δεδικασμένου. Πέραν του γεγονότος ότι το αντικείμενο κάθε αίτησης, ήταν διαφορετικό, σημειώνεται η επισήμανση του Εφετείου ότι μέσω της απόφασης 2/11/2018 (την ορθότητα της οποίας η αιτήτρια στην παρούσα δεν προσέβαλε), δόθηκε μια περαιτέρω ερμηνεία και ή διασάφηση ως προς το περιεχόμενο του διατάγματος ημερ. 11.8.2017 παραπέμποντας στην ίδια την απόφαση ημερ. 2/11/2018, στην οποία καταγράφεται πως «Ούτε εζητήθη αλλά ούτε και επετράπη με τα υπό κρίση Διατάγματα, η παρέμβαση σε συνομιλίες ή αλληλογραφία».
Πέραν όμως από την επισήμανση ότι η καταγραφή εκ μέρους του Εφετείου των ως άνω πραγματικών γεγονότων και δικονομικών εξελίξεων, δεν διαφοροποιεί τις πάγιες και καλά καθιερωμένες αρχές του δεδικασμένου, τις οποίες επικαλέστηκε και εφάρμοσε το Εφετείο στην εκκαλούμενη απόφαση του, ουσιαστικά επικροτώντας την επί του ζητήματος προσέγγιση και κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί και τούτο. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η απόρριψης της εισήγησης για παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου, δεν συσχετίστηκε από το Εφετείο με την απόφαση ημερ. 2.11.2018 που αφορούσε την ακύρωση και παραμερισμό του διατάγματος Anton Piller. Ό,τι απασχόλησε, ήταν κατά πόσο οι καλά εδραιωμένες αρχές του δεδικασμένου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανάχωμα στην εξέταση της αίτησης ημερ. 4.2.2019, εξαιτίας του γεγονότος ότι παρόμοια ζητήματα που προβλήθηκαν με την συγκεκριμένη αίτηση, είχαν προβληθεί σε προγενέστερο στάδιο μέσω της αίτησης ημερ. 15.12.2017, η οποία αποσύρθηκε χωρίς συζήτηση επί της ουσίας. Αυτή ήταν και η θέση που η αιτήτρια προώθησε πρωτόδικα, η οποία, με δεδομένο ότι απορρίφθηκε, ακολούθησε η προσφυγή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και τελικά η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω και παρά την ευρύτερη διάσταση που επιχειρείται να δοθεί στα ζητήματα που παραβάλλει η πλευρά της Αιτήτριας, διαπιστώνεται πως ό,τι ουσιαστικά επιδιώκεται, είναι η εκ νέου συζήτηση τόσο του πραγματικού πλέγματος γεγονότων όσο και των νομικών ζητημάτων που συζητήθηκαν και απασχόλησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο και το Εφετείο, ενόψει διαφωνίας της Αιτήτριας με την απόφαση του Εφετείου επί τούτων. Ακόμα και η συζήτηση ζητημάτων που δεν απασχόλησαν καν στην Έφεση. Δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε οιαδήποτε διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, πρωτογενής ή δευτερογενής ουσιαστική νομοθετική διάταξη η οποία χρήζει ερμηνείας, ούτε και μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, ως προνοείται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Στη βάση όλων των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη μας ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας, προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου ως προβλέπεται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται υπέρ της καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών €2.000 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.
Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο