ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ ΚΩΣΤΑ κ.α. v. ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.211/2015, 7/5/2026
print
Τίτλος:
ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ ΚΩΣΤΑ κ.α. v. ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.211/2015, 7/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

  Πολιτική Έφεση Αρ.211/2015

 

   07 Μαΐου 2026

 

 [ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

1.   ΘΕΟΓΝΩΣΙΑ ΚΩΣΤΑ

2.   ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ

 

              Εφεσείοντες

ν.

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

              Εφεσίβλητος

 

………………………………………..

 

Σ. Ερωτοκρίτου (κα), για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

 

Μ. Αναστασίου, για Ευαγόρας Αναστασίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

 

   ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το     Δικαστή Δαυίδ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 19/11/2007 στην οδό Μίλτωνος στη Λεμεσό, με εμπλεκόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [   ] και τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής [   ], την οποία οδηγούσε ο εφεσίβλητος, είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του τελευταίου. Με αγωγή που ο ως άνω μοτοσικλετιστής καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (αγωγή Αρ.4078/08), τόσο εναντίον της οδηγού του πιο πάνω αυτοκινήτου (εφεσείουσας 1), όσο και της εταιρείας η οποία της παρείχε ασφαλιστική κάλυψη (εφεσείουσας 2), αξίωνε αποζημιώσεις για γενικές και ειδικές ζημιές που υπέστη.

 

Μέσω της Έκθεσης Απαίτησης, ως τελικώς τροποποιούμενη διαμορφώθηκε, ο εφεσίβλητος προέβαλε πως ενώ αυτός οδηγούσε κανονικά κατά μήκος της ως άνω οδού προσπερνώντας σταθμευμένα οχήματα, η εφεσείουσα 1, η οποία βρισκόταν σταθμευμένη στην αριστερή πλευρά του δρόμου, προέβη αιφνίδια σε ελιγμό προς τα δεξιά και/ή επαναστροφή, αποκόπτοντας την πορεία του, με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Αποτέλεσμα του ατυχήματος ήταν ο εφεσίβλητος να υποστεί σειρά τραυμάτων, κυρίως στον δεξί αγκώνα, με ενδεχόμενο επακόλουθο την ανάγκη να υποβληθεί σε μελλοντικές επεμβάσεις και θεραπείες, ενώ ταυτόχρονα, ο τραυματισμός του συνέδραμε στο να επηρεαστεί η ικανότητα του για εργασία.

 

Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την εκδοχή του εφεσίβλητου ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, αποδίδοντας την  ευθύνη προς τούτο στον τελευταίο. Προέβαλαν τη θέση ότι η εφεσείουσα 1 οδηγούσε κανονικά επί της οδού Μίλτωνος και, αφού έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό σηματοδότη του οχήματος της, επιχείρησε στροφή προς τα δεξιά για να σταθμεύσει, οπότε συγκρούστηκε με τη μοτοσυκλέτα του εφεσίβλητου, ο οποίος επιχείρησε να την προσπεράσει από δεξιά.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκαν εννέα συνολικά μάρτυρες. Έξι από την πλευρά του εφεσίβλητου και τρεις από την πλευρά της Υπεράσπισης.

 

Όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, κατέθεσαν αστυνομικός εξεταστής της Τροχαίας Λεμεσού (Μ.Ε.1), ο οποίος μετέβη στη σκηνή και ετοίμασε σχετικό σχεδιάγραμμα, ο ίδιος ο εφεσίβλητος (Μ.Ε.2), καθώς και ιδιοκτήτρια περιπτέρου επί της οδού Μίλτωνος, ως αυτόπτης μάρτυρας (Μ.Ε.6). Κατέθεσε επίσης η εφεσείουσα 1 (Μ.Υ. 3), η οποία υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε και συνεκτίμησε τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του, διατυπώνοντας επιμέρους επιφυλάξεις  σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπλεκόμενων οδηγών, κατέληξε στα πιο κάτω ευρήματα, σημειώνοντας πως οι δύο πλευρές συμφωνούν ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Ως ειδικότερα κατέληξε:

«Ο ενάγων στις 19.11.2007 και γύρω στις 15.45 οδηγώντας την μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής [   ] εισήλθε από πάροδο στην οδό Μίλτωνος.  Η πάροδος απείχε γύρω στα 100 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος.  Οδηγούσε με νότια κατεύθυνση με ταχύτητα 50 χ.α.ω. και προσπερνούσε σταθμευμένα αυτοκίνητα όταν σε απόσταση γύρω στα 20 μέτρα είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγομένη με αριθμό εγγραφής [   ] να βρίσκεται λοξά στο δρόμο.  Ο ενάγων οδήγησε δεξιότερα προφανώς για να το προσπεράσει όταν το αυτοκίνητο εκίνησε και του απέκοψε το δρόμο.  Όταν το αυτοκίνητο του απέκοψε το δρόμο τους χώριζαν 5 μέτρα, φρέναρε αλλά η σύγκρουση δεν απετράπη, κτύπησε στο δεξιό μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου με το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας του.  Η οδός Μίλτωνος έχει πλάτος 10.30 μ. και το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται 0.75 μ. εντός της δεξιάς λωρίδας.  Στη τελική του θέση το αυτοκίνητο βρέθηκε να απέχει 3.70 μ. από την δεξιά άκρια της ασφάλτου, δηλαδή εισήλθε 1.45 μέτρα εντός της δεξιάς λωρίδας σε σχέση με την πορεία των οχημάτων των διαδίκων.  Η ορατότητα από το σημείο συγκρούσεως με βόρεια κατεύθυνση εκτίνεται γύρω στα 200 μέτρα».

 

Υπαγάγοντας στη συνέχεια τα γεγονότα της υπόθεσης στο νόμο και παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, κατέληξε ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν ο απότομος ελιγμός της εφεσείουσας 1 προς τα δεξιά και η είσοδος -σχεδόν κάθετα- εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, χωρίς να λάβει τα δέοντα μέτρα προκειμένου να καταστήσει την ενέργεια της αυτή ασφαλή, τόσο προτού όσο και αφότου ξεκίνησε τη διαδικασία της στροφής δεξιά, με αποτέλεσμα να αποκοπεί η πορεία της μοτοσικλέτας του εφεσίβλητου. Επιπρόσθετα, απέδωσε συντρέχουσα αμέλεια στον τελευταίο, υποδεικνύοντας ότι υπό τις περιστάσεις (μειωμένη ταχύτητα του αυτοκινήτου και λειτουργία του δεξιού σηματοδότη), θα μπορούσε να είχε προβλέψει το ενδεχόμενο δεξιάς στροφής του οχήματος της εφεσείουσας 1, ως επιβάλλει το καθήκον αυτοπροστασίας σε τέτοιες περιπτώσεις.

 

Ως εκ των ανωτέρω, επιμέρισε την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, αποδίδοντας την σε ποσοστό 75% στην εφεσείουσα 1, ενώ στον εφεσίβλητο απέδωσε συντρέχουσα ευθύνη, για το υπόλοιπο 25%.

 

Εξετάζοντας στη συνέχεια το ζήτημα των τραυματισμών του εφεσίβλητου και των προβαλλόμενων ζημιών (γενικών και ειδικών), το Δικαστήριο προέβη σε ανάλυση και αξιολόγηση της σχετικής προς τούτο μαρτυρίας, την οποία προσέφεραν, πέραν του εφεσίβλητου (Μ.Ε.2), ο θεράπων χειρουργός - τραυματιολόγος του εφεσίβλητου  (Μ.Ε.3), ο πατέρας του (Μ.Ε.4), αλλά και Πολιτικός Μηχανικός (Μ.Ε.5), που κατέθεσε για την εργασιακή δραστηριότητα και απασχόληση του εφεσίβλητου ως οικοδόμου. Επί του ειδικότερου αυτού ζητήματος, από την πλευρά των εφεσειόντων προσήχθη μαρτυρία από αξιωματικό (Ανθυπολοχαγό) της Εθνικής Φρουράς (Μ.Υ.1), σχετική με τη στρατιωτική υπηρεσία του εφεσίβλητου, και από Επιθεωρήτρια Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Μ.Υ.2), η οποία κατέθεσε για τις «δηλωμένες» κατά καιρούς εργοδοτήσεις του εφεσίβλητου, τις εισφορές του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τα εισοδήματα του τελευταίου.

 

Παρεμβάλλεται ότι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, συμφωνήθηκαν ως παραδεκτά, επί πλήρους ευθύνης, συγκεκριμένα κονδύλια ειδικών ζημιών του εφεσίβλητου, συνολικού ύψους €15.028,64.

 

Καταληκτικά, με αναφορά στη φύση των τραυμάτων που υπέστη ο εφεσίβλητος και στη βάση του καταμερισμού ευθύνης που ως ανωτέρω απεφάνθη, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση απόφασης υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων για τα ποσά των:

€33.750 ως γενικές αποζημιώσεις,

€16.914 ως ειδικές αποζημιώσεις,

€22.500 για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων και

€10.500 για μελλοντικές εγχειρήσεις,

πλέον ανάλογους κατά περίπτωση τόκους και έξοδα.

 

Οι εφεσείοντες, διαφωνώντας με την ως άνω τελική απόφαση, τόσο για το ζήτημα της ευθύνης όσο και για αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν, όπως και με προηγηθείσα ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 24.04.2013, με την οποία επιτράπηκε η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του εφεσίβλητου, καταχώρησαν την παρούσα Έφεση. Η πλευρά του εφεσίβλητου, αμφισβητώντας τόσο την απόδοση στον ίδιο συντρέχουσας ευθύνης για το δυστύχημα όσο και το ύψος των ποσών που επιδικάστηκαν σε αυτόν ως γενικές αποζημιώσεις και για τις απώλειες μελλοντικών εισοδημάτων, καταχώρησε επίσης Ειδοποίηση Αντέφεσης, την οποία, όμως, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας απέσυρε.

 

Η ενδιάμεση απόφαση, δια της οποίας το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, κατόπιν σχετικής αίτησης που υπεβλήθη σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας (μετά την κατάθεση του αστυνομικού εξεταστή (Μ.Ε.1.), προσβάλλεται ειδικά με τον 4ο Λόγο Έφεσης, με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης να στρέφονται κατά επιμέρους πτυχών της τελικής απόφασης. Αρχικά, δια των Λόγων Έφεσης 1-3 προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και, κατ’ επέκταση, η απόδοση ευθύνης στην εφεσείουσα 1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, προβάλλεται, όφειλε να μην καταλογίσει ευθύνη στην εφεσείουσα 1 ή τουλάχιστον να αποδώσει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στον εφεσίβλητο, προκρίνοντας ότι εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα προέβη στο συμπέρασμα ότι οι δύο πλευρές συμφωνούν ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος (1ος Λόγος Έφεσης). Περαιτέρω, προσβάλλεται ως πλημμελής η αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο του εφεσίβλητου (Μ.Ε.2) όσο και της αυτόπτη μάρτυρος (Μ.Ε.6), με τον ισχυρισμό ότι η μαρτυρία τους ήταν αναξιόπιστη και δη, όσον αφορά την τελευταία, κατασκευασμένη (2ος Λόγος Έφεσης). Ως εσφαλμένο, αυθαίρετο και αντίθετο με την πραγματική μαρτυρία, προσβάλλεται επίσης το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος οδηγούσε με ταχύτητα 50 Χ.Α.Ω (3ος Λόγος Έφεσης). Μέσω του 5ου και 6ου Λόγων Έφεσης, εγείρονται επίσης ζητήματα πλημμελούς αξιολόγησης της μαρτυρίας, εν προκειμένω όσον αφορά την επιδίκαση των αποζημιώσεων. Αφενός σε σχέση με την μαρτυρία του ιατρού Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Ε.3) και την επιδίκαση του ποσού για μελλοντικές επεμβάσεις (5ος Λόγος Έφεσης) και αφετέρου, σε σχέση με τα ποσά που αποδόθηκαν για απώλεια εισοδημάτων, μελλοντικών απολαβών και μειωμένη εισοδηματική ικανότητα (6ος Λόγος Έφεσης). Τέλος, με τον 7ο Λόγο Έφεσης, εγείρεται ζήτημα εσφαλμένης επιδίκασης όλων των εξόδων της διαδικασίας υπέρ του εφεσίβλητου.

 

Εξετάζοντας κατά προτεραιότητα τον 4ο Λόγο Έφεσης αναφορικά με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 30/04/2013, θα πρέπει εξαρχής να σημειώσουμε ότι δεν υιοθετούμε την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσίβλητου πως το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε, καθιστά τον λόγο έφεσης υποκείμενο σε απόρριψη.  Στην υπόθεση Μετζίτη ν. Παυλίδου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. Ε206/2015, ημερ. 07/06/2023, ECLI:CY:AD:2023:A200, όπου η εφεσείουσα προσέβαλε την ενδιάμεση απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για τροποποίηση των εκθέσεων απαίτησης της σε δύο συνενωμένες αγωγές, στο πλαίσιο της απόφασης στην έφεση που καταχωρήθηκε κατά της τελικής απόφασης, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων, ότι:

«Φαίνεται ότι το πλέον πρόσφορο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι στην έφεση κατά της τελικής απόφασης να περιλαμβάνεται λόγος έφεσης που να πλήττει την ορθότητα της ενδιάμεσης απόφασης, όπως ρητά επιτρέπεται από τη διαχρονική επιφύλαξη του Άρθρου 25(1) του Νόμου στις διάφορες μορφές που έχει λάβει, ώστε να παρέλκει η εκδίκαση της έφεσης κατά της ενδιάμεσης απόφασης».

 

Το ζήτημα έχει αποσαφηνιστεί και νομοθετικά, μέσω της επιφύλαξης στο άρθρο 25(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, σύμφωνα με την οποία, ως έχει τροποποιηθεί: «Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, διάδικος δεν αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης».

 

Αποτελεί εισήγηση της πλευράς των εφεσειόντων ότι δια της κατάληξης υπέρ της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, επετράπη ουσιαστικά η πλήρης και εκ βάθρων αλλαγή και εκτροχιασμός των δικογραφημένων θέσεων και γεγονότων που προώθησαν οι εφεσείοντες. Στον αντίποδα, ο εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι σκοπός της αιτούμενης τροποποίησης ήταν η διόρθωση και συμπλήρωση των διατυπωμένων θέσεων τους προκειμένου να καλύπτουν πλήρως  και ορθώς τα γεγονότα ως έχουν διαδραματιστεί σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, σφάλμα ή/και παράλειψη που διεφάνη αμέσως μετά την κατάθεση του Μ.Ε.1. 

 

Οι νομολογιακές αρχές επί του ζητήματος της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφων, έχουν καθοριστεί με σαφήνεια από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation κ.α (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ 33 και Kayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2) (2013) 1(Α) ΑΑΔ 543). Έχοντας αυτές κατά νού, η ως άνω θέση των εφεσειόντων, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, επιτράπηκε στην πλευρά του εφεσίβλητου να θέσει ολοκληρωμένα και συμπληρωμένα την εκδοχή του, προκειμένου να προσκομίσει την κατάλληλη προς τούτο μαρτυρία, με την πλευρά της Υπεράσπισης να διατηρεί το δικαίωμα να αντεξετάσει και να προσκομίσει όποια μαρτυρία θεωρεί κατάλληλη, χωρίς ταυτόχρονα να τίθεται σε δυσμενέστερη θέση η οποία να μην μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση και καταβολή εξόδων. Σημειώνεται πως δια της συζητούμενης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, δεν επήλθε ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης, ούτε εισήχθη νέα βάση αγωγής, ενώ οι προσθήκες συσχετίζονταν άμεσα με τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής, ήτοι την αμελή οδική συμπεριφορά της εφεσείουσας 1 κατά τον επίδικο χρόνο. Πρόκειται για θέσεις που συμπληρώνουν και συγκεκριμενοποιούν το υφιστάμενο αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (1994) 1 A.A.Δ. 426 και Πολιτική Έφεση 43/2013, Forcan v. Hemslade Trading Ltd κ.α., ημερ. 6/11/2018).

 

Εν πάση περιπτώσει, η τάση να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου, ακόμα και όπου τούτο είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ούτε απολήγει εμπόδιο στην απονομή της δικαιοσύνης, έχει πλέον, εδραιωθεί.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο 4ος Λόγος Έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Με δεδομένο ότι στους προβαλλόμενους Λόγους Έφεσης 1, 2, 3, 5 και 6, προβάλλονται ζητήματα που άπτονται της αξιολόγησης μαρτυρίας και της κατάληξης εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχετικά ευρήματα, έρχονται στο προσκήνιο οι αρχές που διέπουν την εξουσία επέμβασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη κρίση σχετικά με τα πιο πάνω.  Σύμφωνα με την πάγια νομολογία και τις γενικές αρχές επί του ζητήματος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν αυτά, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν βρίσκουν έρεισμα ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή μέρη αυτής ή είναι καταφανώς εσφαλμένα. Εκεί όπου με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να καταλήξει στις υπό αμφισβήτηση σχετικά με την αξιοπιστία διαπιστώσεις, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Φραντζής κ.ά. ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 254, Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 668 και  Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Πολ. Έφ. Αρ.94/2013, ημερ. 30/6/2022), ECLI:CY:AD:2022:D288.  Άλλωστε, η ευχέρεια του Δικαστηρίου για μερική αποδοχή μαρτυρίας, με αυτονόητη προϋπόθεση την επάρκεια της αντίστοιχης αιτιολόγησης, είναι δεδομένη (βλ. Kades v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R. 212, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 Α.Α.Δ. 1199 και Χριστοφή ν. Γρηγορίου (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2154).

 

Ούτε η μαρτυρία των ειδικών μαρτύρων, αξιολογείται στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές. Η μαρτυρία τους δε, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας. (βλ. Αλέξη Αλεξάνδρου ν. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ.301/2015, ημερ. 1/12/2025 και Novichkova v. Βλάμη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111).

 

Έχουμε εξετάσει με προσοχή όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον μας με τις αγορεύσεις τους.

 

Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, θα εξετάσουμε αρχικά σε κοινό πλαίσιο, τους Λόγους Έφεσης 1-3, οι οποίοι αφορούν στην αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος της ευθύνης.

 

Σε σχέση με το παράπονο των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε πως οι δύο πλευρές συμφωνούν ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, παραπέμποντας προς τούτο στις διιστάμενες εκδοχές που οι εμπλεκόμενοι οδηγοί προέβαλαν, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι η αδόκιμη εκ μέρους του χρήση του όρου «συμφωνούν ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος» είναι προφανές ότι παραπέμπει στις γενικότερες συνθήκες του δυστυχήματος, με το πρωτόδικο Δικαστήριο, όχι μόνο να εντοπίζει αλλά και να πραγματεύεται τις διαφορετικές τοποθετήσεις των εμπλεκομένων οδηγών ως προς την εξέλιξη συγκεκριμένων γεγονότων κατά τον ουσιώδη χρόνο. 

 

Επανερχόμενοι στην αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη προσέγγιση επί του συζητούμενου. Επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, τόσο του εφεσίβλητου, τον οποίο χαρακτήρισε ως σταθερό στις βασικές του θέσεις «παρά τις κάποιες φαινομενικές αδυναμίες στη μαρτυρία του», όσο και της αυτόπτου μάρτυρος Μ.Ε.6., την οποία έκρινε ως ανεξάρτητη, δεν δικαιολογείται.  Πτυχές της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, όπως η θέση του αρχικά ότι δεν θυμόταν εάν βγήκε στην οδό Μίλτωνος από πάροδο, πλην όμως στη συνέχεια, αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε τούτο ή ακόμα, το γεγονός ότι δεν προσδιόρισε σωστά και με ακρίβεια την απόσταση από το σημείο σύγκρουσης, δεν κρίνονται ικανές να δημιουργήσουν ρήγμα στην αξιοπιστία του.  Ομοίως, η εισήγηση περί κατασκευής της μαρτυρίας της Μ.Ε.6, παρέμεινε μετέωρη. Το γεγονός ότι η εν λόγω μάρτυς δεν εντοπίστηκε από την Αστυνομία κατά την αρχική διερεύνηση, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν είναι ασυνήθιστο, ούτε υπονομεύει, αφ’ εαυτού, την αξιοπιστία της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας την ευχέρεια άμεσης παρακολούθησης της μαρτυρίας της, συνολικά θεωρούμενης με την  υπόλοιπη τεθείσα υπόψη του και αποδεκτή μαρτυρία, έκρινε αυτή, καθόλα δικαιολογημένα, πέραν από ανεξάρτητη και πειστική. 

 

Ως έχει ήδη σημειωθεί, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν πως το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ταχύτητα του εφεσίβλητου ήταν 50 Χ.Α.Ω., ως ο ίδιος την προσδιόρισε, ήταν λανθασμένο. Παραπέμποντας στη βιαιότητα της σύγκρουσης και στο σημείο που ο εφεσίβλητος κατέληξε, ήταν η θέση τους πως η ταχύτητα με την οποία ο ως άνω μοτοσικλετιστής εκινείτο, ήταν ιλιγγιώδης. Πέραν όμως από τις συμπερασματικές τους απολήξεις επί του ζητήματος, δεν τέθηκε υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία ικανή να καταδείξει την ως θέση τους, η οποία παρέμεινε «απλή εικασία».  Το πρωτόδικο Δικαστήριο ως είχε την δυνατότητα προς τούτο, κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα έχοντας υπόψη και αποδεχόμενο τη μαρτυρία του εφεσίβλητου επί του ζητήματος, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενη με το σύνολο των στοιχείων και της πραγματικής μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του. Ως υπεδείχθη, στην Shakolas v. Agathangelou and Another (1983) 1 C.L.R. 1007):

«All the above dicta related to particular instances in which the trial Judges had turned themselves into experts in a manner unwarranted by the situation before them and, therefore, do not lead to the conclusion that a trial judge is prevented from looking at the real and other relevant evidence establishing the totality of the circumstances in which an accident has happened, and from drawing inferences and reaching conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion but as a matter of sheer common sense; and this is what has happened in the present case in relation to the complained of passage in the judgment of the trial Court which has been quoted above.»

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Όλα τα πιο πάνω λεχθέντα α (dicta) αφορούσαν συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου οι πρωτόδικοι Δικαστές μετέτρεψαν εαυτούς σε εμπειρογνώμονες κατά τρόπο αδικαιολόγητο υπό τις περιστάσεις ενώπιον τους και, ως εκ τούτου, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένας πρωτόδικος Δικαστής εμποδίζεται να εξετάσει την πραγματική και κάθε άλλη σχετική μαρτυρία που θεμελιώνει το σύνολο των περιστάσεων  υπό τις οποίες συνέβη ένα ατύχημα και να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την ύπαρξη ευθύνης λόγω αμέλειας, όχι υπό τη μορφή εμπειρογνωμοσύνης αλλά ως ζήτημα απλής κοινής λογικής· και αυτό ακριβώς συνέβη στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με το υπό συζήτηση απόσπασμα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο παρατέθηκε ανωτέρω.»

 

Είναι αυτονόητο ότι ο οδηγός οχήματος υπέχει καθήκον επιμέλειας έναντι των υπόλοιπων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Καθήκον που περιλαμβάνει την υποχρέωση να ενεργεί κατά τρόπο που να μην δημιουργεί κινδύνους, λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε συνθήκες και την παρουσία άλλων οχημάτων (βλ. Φιλίππου κ.ά. ν. Παναγή κ.ά. (2000) 1(B) Α.Α.Δ. 1275).  Στο πλαίσιο αυτό, κάθε οδηγός υποχρεούται να επιδεικνύει τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) σε κάθε στιγμή και κάτω από όλες τις περιστάσεις (Constantinou v. Katsouris and Another (1975) 1 C.L.R. 188). Υποχρέωση που κρίνεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της κάθε περίπτωσης και των οδικών συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκεται ένας οδηγός (Παύλου ν. Παπακυπριανού (2000) 1(B) Α.Α.Δ. 974). Σαφέστατα αυτή εντοπίζεται στην περίπτωση που ο προπορευόμενος οδηγός προτίθεται να προβεί σε οποιοδήποτε ελιγμό π.χ. να σταματήσει (βλ. Σαββίδης ν. Ηρακλέους (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1290), να ελαττώσει ταχύτητα, να στρίψει δεξιά ή αριστερά (βλ. Constantinou, (ανωτέρω) ή να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Πιερίδη (1997) 1(B) Α.Α.Δ. 1194).

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση των γεγονότων που διαπίστωσε ότι την περιβάλλουν, το πρωτόδικο Δικαστήριο  κατέληξε ότι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν ο απότομος ελιγμός της εφεσείουσας 1 προς τα δεξιά και η είσοδός της, σχεδόν κάθετα, εντός της δεξιάς, αντίθετης κατεύθυνσης πορείας. Εύρημα που συνάδει και επιβεβαιώνεται από αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα στοιχεία, όπως τα σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος και τη μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή της σκηνής, τα οποία και δεν αμφισβητούνται. Ως προκύπτει από την εν λόγω μαρτυρία, το σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται 0,75 μέτρα εντός της δεξιάς πλευράς του δρόμου, με το όχημα της εφεσείουσας 1 να βρίσκεται  σε απόσταση 3,70 μέτρων από τη δεξιά άκρη της ασφάλτου, γεγονός που καταδεικνύει ότι είχε εισέλθει κατά 1,45 μέτρα εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Ανεξαρτήτως της πρόθεσης της, είτε επρόκειτο για στροφή, επαναστροφή ή στάθμευση, γεγονός παραμένει ότι ως αποτέλεσμα του ελιγμού στον οποίο προέβη, το όχημα της εισήλθε στην αντίθετη κατεύθυνση, δημιουργώντας μια επικίνδυνη κατάσταση. Καθ’ όλη δε τη διάρκεια της εν λόγω ενέργειας, η οποία έχρηζε αυξημένης προσοχής και παρατηρητικότητας, απεδείχθη ότι παρέλειψε να βεβαιωθεί ότι αυτή μπορούσε να εκτελεστεί με ασφάλεια, όπως επιβάλλεται από το καθήκον επιμέλειας που υπέχει κάθε οδηγός έναντι όσων χρησιμοποιούν το δρόμο. Συνεπώς, ορθά συνεκτιμώντας τα πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε ότι η εφεσείουσα 1 απέτυχε να εκπληρώσει το πιο πάνω καθήκον της, με την εισήγηση ότι η τελευταία δεν φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα, δικαιολογημένα να απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τη θέση των εφεσειόντων, ότι θα έπρεπε να καταλογιστεί στον εφεσίβλητο μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης, επαναλαμβάνουμε την αρχή ότι ο καταμερισμός της ευθύνης, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επέμβαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνον όταν ο καταμερισμός αυτός κρίνεται καταφανώς εσφαλμένος (Σαμαρά κ.ά. ν. Πιπονίδου κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 629). Εν προκειμένω, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, τα ειδικότερα περιστατικά της υπόθεσης και τον τρόπο δράσης και αντίδρασης των εμπλεκομένων οδηγών, ο καταμερισμός ευθύνης στον οποίο προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν κρίνεται καταφανώς εσφαλμένος, ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, οι Λόγοι Έφεσης 1 – 3, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Οι εφεσείοντες παραπονούνται επίσης ότι ήταν εσφαλμένη η αξιολόγηση και της μαρτυρίας του ιατρού Μ.Ε.3, με αποτέλεσμα να λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιδικάσει υπέρ του εφεσίβλητου το ποσό των €14.000 για μελλοντικές επεμβάσεις (5ος Λόγο Έφεσης).

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα που προέκυψαν από την μαρτυρία του Μ.Ε.3, που ως αξιόπιστη αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο εφεσίβλητος υπέστη σοβαρό τραυματισμό στον δεξιό αγκώνα με καταστροφή του αρθρικού χόνδρου, γεγονός το οποίο αναπόφευκτα, ως ιατρικώς εξήγησε ο ως άνω μάρτυρας, με την πάροδο του χρόνου οδηγεί σε οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις, που στην περίπτωση του εφεσίβλητου, είχαν ήδη ξεκινήσει να αναπτύσσονται. Ως περαιτέρω ανέφερε, τούτο, σε συνάρτηση με το βαθμό επιδείνωσης της κατάστασης και τον πόνο που βιώνει ο ασθενής, η οστεοαρθρίτιδα δύναται να αντιμετωπιστεί χειρουργικά, αρχικά με αρθροσκόπηση και σε μεταγενέστερο στάδιο, ενδεχομένως με αρθροπλαστική, προσδιορίζοντας παράλληλα το σχετικό κόστος των επεμβάσεων αυτών. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.3, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη χωρίς να αντικρουστεί με οποιαδήποτε αντίθετη ιατρική μαρτυρία. Η αντεξέταση δε στην οποία ο τελευταίος υπεβλήθη, δεν ανέτρεψε τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του, ούτε έπληξε την αξιοπιστία του, περιοριζόμενη σε διευκρινίσεις ως προς επιμέρους πτυχές της εξέλιξης της συγκεκριμένης κατάστασης του εφεσίβλητου και των θεραπευτικών επιλογών.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση όλων όσων αποδέχτηκε για το ζήτημα, καθόλα δικαιολογημένα κατέληξε  στο εύρημα ότι υφίσταται ουσιαστική και ιατρικά τεκμηριωμένη πιθανότητα μελλοντικής χειρουργικής παρέμβασης επιδικάζοντας το ανάλογο ποσό αποζημίωσης. Δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε σφάλμα αρχής, ούτε προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε προδήλως εσφαλμένο συμπέρασμα, ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Εφετείου.

 

Η θέση των εφεσειόντων ότι η εν λόγω μαρτυρία είναι αντιφατική αφού άλλοτε γίνεται λόγος για «αρχόμενη» και άλλοτε για «μελλοντική» οστεοαρθρίτιδα, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η αναφορά του μάρτυρα σε μελλοντική επιδείνωση της κατάστασης, δεν συνιστά αντίφαση. Αποτυπώνει τη φυσική εξέλιξη της πάθησης, όπως εξηγήθηκε από τον ίδιο, ήτοι την προοδευτική μελλοντικά επιδείνωση των ήδη υφιστάμενων αλλοιώσεων.  Η αναφορά σε αυξημένη πιθανότητα περαιτέρω εκδήλωσης ή επιδείνωσης, δεν αναιρεί το γεγονός της ήδη διαπιστωθείσας παθολογίας. Με δεδομένες τις αναφορές του ως άνω μάρτυρος σε ακτινολογικά ευρήματα που επιβεβαίωναν την ύπαρξη τους, η εισήγηση περί μη αντικειμενικής τεκμηρίωσης των οστεοαρθρικών αλλοιώσεων, δεν θα μπορούσε να υιοθετηθεί. Η μη προσκόμιση περαιτέρω απεικονιστικών εξετάσεων, όπως μαγνητικής τομογραφίας ή αρθροσκόπησης, δεν αναιρεί τη μαρτυρία αυτή, ιδίως στην απουσία οποιασδήποτε αντίθετης ιατρικής μαρτυρίας. Ομοίως, η επιλεκτική απομόνωση γενικής αναφοράς του πιο πάνω μάρτυρα, ότι η παρέλευση χρόνου απομακρύνει την πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας, παραγνωρίζει την ειδικότερη εξήγηση και τοποθέτηση του τελευταίου επί του ζητήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι δηλαδή λόγω της φύσης του τραυματισμού και της καταστροφής του χόνδρου, η εμφάνιση οστεοαρθρίτιδας είναι αναπόφευκτη και ήδη διαπιστωθείσα, διαφοροποιώντας έτσι την παρούσα περίπτωση από τη γενική θεωρητική αναφορά.

 

Συνακόλουθα και ο 5ος Λόγος Έφεσης, αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Στρέφοντας την προσοχή στον 6ο Λόγο Έφεσης, εντοπίζεται ότι ο εφεσίβλητος, δια της μαρτυρίας που προσήγαγε προς υποστήριξη της απαίτησης του για απώλεια εισοδήματος (βλ. Μ.Ε.4 και 5), επιχείρησε να καταδείξει ότι προ του δυστυχήματος εργαζόταν ως οικοδόμος με συγκεκριμένο εβδομαδιαίο εισόδημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω εκδοχή ως κατασκευασμένη και μη υποστηριζόμενη από αξιόπιστη μαρτυρία, καταλήγοντας ότι «δεν είχε σταθερό επάγγελμα» και ότι, «άλλοτε εργαζόταν σαν οικοδόμος και άλλοτε σαν διευθυντής καφενείου, χωρίς προφανώς σταθερό εισόδημα». Παρά την απόρριψη της μαρτυρίας επί της οποίας ερείδετο η αξίωση για απώλεια εισοδήματος, καθοδηγούμενο από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά. (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 687,  προχώρησε στην επιδίκαση του κατ’ αποκοπήν ποσού των €8.200 για την περίοδο των 12 μηνών κατά την οποία δεν ήταν σε θέση να εργαστεί λόγω των τραυμάτων του, στη βάση του τεκμαρτού εισοδήματος που ο ίδιος είχε δηλώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοεργοδοτούμενος διευθυντής καφενείου, ήτοι Λ.Κ.100 εβδομαδιαίως, σύμφωνα με αποδεκτή, αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Υ.2.

 

Στην ως άνω απόφαση, χωρίς να παραγνωρίζεται η αρχή ότι ο ενάγων βαρύνεται να αποδείξει με «καθαρή μαρτυρία» τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδικές ζημιές, εντός αυστηρών πλαισίων, κρίθηκε ότι η κατ’ αποκοπή επιδίκαση ενός συνολικού ποσού εύλογης αποζημίωσης εκεί που τα αποδεικτικά στοιχεία είναι συγκεχυμένα ή αμφίβολα, εμπίπτει στο πλαίσιο των νόμιμων επιλογών του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, η απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσίβλητου ως προς την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος με συγκεκριμένο, σταθερό και υψηλότερο εισόδημα, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και αδυναμία επιδίκασης αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενεργώντας εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ορθώς αναζήτησε και στηρίχθηκε στο δηλωθέν εισόδημα του εφεσίβλητου στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, στοιχείο ανεξάρτητο και αντικειμενικό, επιβεβαιωθέν μέσω αποδεκτής μαρτυρίας (Μ.Υ.2), και το οποίο αντανακλούσε, έστω και κατ’ ελάχιστο, την εισοδηματική του ικανότητα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε, επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €30.000 ως κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος από 31/12/2008, ήτοι το τέλος της περιόδου της αναρρωτικής άδειας του εφεσίβλητου μέχρι την ημέρα έκδοσης της απόφασης, έχοντας λάβει υπόψη την ηλικία του, την επαγγελματική του κατάρτιση καθώς και τη φύση της ανικανότητας του για εργασία (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά (1995) 1 Α.Α.Δ. 66).

 

Εξαρχής θα πρέπει να σημειώσουμε πως δεν συμπλέουμε με την εισήγηση της πλευράς των εφεσειόντων, ότι η απαλλαγή του εφεσίβλητου από τη στρατιωτική του θητεία, ένεκα διαταραχής προσωπικότητας, καταδεικνύει γενική ανικανότητα προς εργασία. Η σχετική απαλλαγή, δεν ταυτίζεται ούτε προδικάζει αδυναμία άσκησης κάθε μορφής επαγγελματικής δραστηριότητας, ούτε αναιρεί τα ειδικά και συγκεκριμένα ιατρικά ευρήματα που αποδεικνύουν την έκταση της λειτουργικής του ανικανότητας μετά το δυστύχημα.

 

Ως το πρωτόδικο Δικαστήριο σημέιωσε, ο εφεσίβλητος, παρά το γεγονός ότι δεν είχε σταθερό επάγγελμα, αποδεδειγμένα, «… άλλοτε εργαζόταν σαν οικοδόμος». Παράλληλα ως η αποδεκτή εκ μέρους του Δικαστηρίου μαρτυρία (Μ.Ε.3), ο εφεσίβλητος «δεν μπορεί να ασκήσει, πλέον, το επάγγελμα του οικοδόμου» και, «σίγουρα δεν μπορεί να εξασκεί επαγγέλματα που πρέπει να σηκώνει βαριά αντικείμενα πέραν των 10 κιλών». Στη βάση όλων όσων τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά, ο εφεσίβλητος, έστω και χωρίς σταθερή επαγγελματική πορεία, είχε τη δυνατότητα να απασχολείται σε χειρωνακτικές εργασίες, δυνατότητα η οποία, ως δικαιολογημένα υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει πλέον ουσιωδώς περιοριστεί, επηρεάζοντας ταυτόχρονα την εισοδηματική του ικανότητα. 

 

Έχει νομολογικά αναγνωρισθεί πως ακόμη και στην  απουσία συγκεκριμένων στοιχείων, τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον καθορισμό των μελλοντικών εισοδημάτων με τη μέθοδο του πολλαπλασιαστή και του πολλαπλασιαστέου, εφόσον υπάρχει αποδεδειγμένη ανικανότητα που επηρεάζει την επαγγελματική και εισοδηματική προοπτική κάποιου, δύναται να επιδικαστεί κατ’ αποκοπήν ποσό (βλ. Θεοφάνους ν. Κουρουκλά (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 528, Κολάνη ν. Ταμπούρα (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1108, Jamal v. Αντωνίου κ.ά. (2014) 1(A) Α.Α.Δ. 347 και Πασάντας κ.α v. Mόρου (2008) 1(A) Α.Α.Δ. 690). Οι παράγοντες που το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη.\, για τον καθορισμό του πιο πάνω ποσού, όπως η ηλικία, η επαγγελματική κατάσταση και κατάρτιση του, η φύση και η έκταση της ανικανότητας του εφεσίβλητου, έχουν κατ’ επανάληψη αναγνωριστεί ως τέτοιοι από τη νομολογία, καταδεικνύοντας την ορθότητα της προσέγγισης του όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης του είδους και, τελικά, το εύλογο και δικαιολογημένο του ποσού που επιδίκασε.  

 

Υπό το φως των πιο πάνω,  η παρέμβαση του Δικαστηρίου δεν δικαιολογείται.  Ο 6ος Λόγος Έφεσης, αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Ως ο καθιερωμένος από τη νομολογία κανόνας, τα έξοδα εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός εάν υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από τον ως άνω, γενικό κανόνα. Όπως αναφέρθηκε στη Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12  και επιβεβαιώθηκε στη Σωκράτους v. Σιβιτανίδη (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1602, παρέκκλιση από τον ως άνω κανόνα «δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρος αυτής».

 

Στην παρούσα υπόθεση, υποστηρίζουν οι εφεσείοντες,  συντρέχουν τέτοιοι ικανοί λόγοι, ισχυριζόμενοι ότι ο εφεσίβλητος ενήργησε δόλια και κακόπιστα, προβάλλοντας κατασκευασμένη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να επιμηκυνθεί αδικαιολόγητα η διαδικασία και να προκληθεί σπατάλη δικαστικού χρόνου, αφού αναγκάστηκαν να προσκομίσουν  πρόσθετη μαρτυρία, μεταξύ άλλων από το Υπουργείο Άμυνας και το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προς ανατροπή ισχυρισμών του εφεσίβλητου, τους οποίους χαρακτηρίζουν ως ψευδείς, ιδιαίτερα σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του και τη δήθεν απασχόλησή του.

 

Δεν συμπλέουμε με την ως άνω προσέγγιση.  Η προσκόμιση της εν λόγω μαρτυρίας εκ μέρους της Υπεράσπισης, δεν συνιστά αφ’ εαυτής λόγο παρέκκλισης από τον πιο πάνω κανόνα  Εντάσσεται στη συνήθη αποδεικτική διαδικασία και δεν καταδεικνύεται ότι προκλήθηκε από οποιαδήποτε καταχρηστική ή δικονομικά επιλήψιμη συμπεριφορά του εφεσίβλητου. Ούτε ευσταθεί η εισήγηση των εφεσειόντων περί ανύπαρκτης αξίωσης. Οι αξιώσεις του εφεσίβλητου δεν απορρίφθηκαν ως αβάσιμες. Αντίθετα, στο βαθμό και την έκταση που κρίθηκαν δικαιολογημένες και υπό το πρίσμα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, ικανοποιήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Δεν παρέχεται πεδίο παρέμβασης στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος. Συναφώς, ο 7ος Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Εν κατακλείδι και υπό το φως όλων των πιο πάνω, η υπό συζήτηση έφεση, στο σύνολο της, δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

         Επιδικάζονται υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων έξοδα ύψους €4.000, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.

 

     

                                     Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.      

                                                      

 

                                                         Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

 

         Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.       


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο