ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 27/2026)
20 Μαΐου, 2026
[ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 03/07/2025, ΕΚΔΟΘΕΝ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΡ. 102/2025
Μεταξύ:
ΙΩΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΜΟΝΑΧΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΤΕΩΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΑΒΒΑΚΟΥΜ
ΑΙΤΗΤΉ
ΚΑΙ
ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ/Υ.Δ.Ο.Ε. ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ)
Ε. Ευσταθίου με Μ. Κέστορος (κα), για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Β. Μπίσσας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, με Β. Τσαούση (κα), ασκούμενη δικηγόρο, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Καθ’ ου η Αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari αναφορικά με το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων ημερ. 3.7.2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Σημειώνεται ότι το πρωτόδικο (παρόν) Δικαστήριο είχε απορρίψει τη μονομερή αίτηση για τη χορήγηση άδειας για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση εντάλματος Certiorari. Η εν λόγω απόφαση ανετράπη κατ’ έφεση με την απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Γεωργίου Μοναχός Νεκτάριος, Πολ. Έφεση Αρ. 22/2025, ημερ. 9.2.2026, με την οποία κρίθηκε πως αποκαλύπτετο συζητήσιμη υπόθεση και χορηγήθηκε άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως ως οι λόγοι 1, 3 και 4 στην Έκθεση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση.
Αυτοί οι λόγοι είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι:
(i) Το διάταγμα εξεδόθη καθ’ υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, καθότι εξεδόθη χωρίς να προϋπήρχε νόμιμη κατάσχεση, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 32 και 32Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
(ii) Το κατώτερο Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα τελούσε σε ουσιώδη πλάνη επί νομικού ζητήματος, καθότι δεν υπήρχε νόμιμη κατάσχεση και δεν έλαβε υπόψη ούτε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός ΕΕ 2016/679) και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018, Ν.125(Ι)/2018, επειδή τα τεκμήρια αφορούσαν ειδικά και ή ευαίσθητα προσωπικά και ή θρησκευτικά δεδομένα.
(iii) Η κατακράτηση και ενδεχόμενη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση του Αιτητή και τη λήψη των απαιτούμενων θεσμικών εγγυήσεων της νομιμότητας και της αναλογικότητας, παραβιάζουν τα άρθρα 7-9 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα άρθρα 8 και 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ήτοι τον σεβασμό στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τη θρησκευτική ελευθερία.
Στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ο Αιτητής περιγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στην κατακράτηση των εν λόγω τεκμηρίων και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση.
Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής:
1. Η έκδοση του διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων είναι καθόλα νομότυπη και έγκυρη.
2. Το προσβαλλόμενο διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων αφορούσε τεκμήρια τα οποία παραδόθηκαν οικειοθελώς από τρίτο πρόσωπο στην Αστυνομία, επομένως δεν υπήρχε ανάγκη έκδοσης εντάλματος έρευνας, ούτε και έκδοσης διατάγματος κατακράτησης τους.
3. Η έκδοση διατάγματος κατακράτησης δεν οδηγεί σε ακυρότητα αυτού.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Υπαστ. Ν. Φουλίδη, ο οποίος είναι το πρόσωπο που αιτήθηκε την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος. Και αυτός, με τη σειρά του, αναφέρθηκε στις συνθήκες παραλαβής των τεκμηρίων και ισχυρίστηκε ότι, από τη στιγμή που αυτά παραδόθηκαν οικειοθελώς, μπορούσαν να κατακρατηθούν χωρίς την έκδοση διατάγματος κατακράτησης τους.
Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Siyu, Πολ. Έφεση Αρ. 49/2021, ημερ. 12.10.2021 και Αναφορικά με την Αίτηση των Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 7/2020, ημερ. 7.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A239, τα προνομιακά εντάλματα παραχωρούνται κατ’ εξαίρεση και όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή πλάνη περί τον Νόμο ή παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης.
Η αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων στηριζόταν στα άρθρα 25-27 και 32 του Κεφ.155. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για την έκδοση του διατάγματος κατακράτησης, αναφέρεται ότι διερευνώντο αδικήματα κατά παράβαση του περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018, Ν.125(Ι)/2018, τα οποία φέρονταν να διαπράχθηκαν μεταξύ 2023 και 5.3.2024. Συγκεκριμένα, στις 8.3.2024 ο Μητροπολίτης Ταμασού & Ορεινής Ησαΐας Κυκκώτης προέβη σε καταγγελία για τη διάπραξη αδικημάτων οικονομικής φύσης από τον Αιτητή που ήταν ο ηγούμενος στη Μονή Οσίου Αββακούμ. Όπως ο καταγγέλλων ανέφερε, τα γεγονότα περιήλθαν εις γνώση του κατόπιν πληροφόρησης από μέλος της αδελφότητας της Μονής, ήτοι τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα ο οποίος είχε πρόσβαση στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που υπήρχε εγκατεστημένο στη Μονή. Εν γνώσει του Αιτητή και των υπόλοιπων μελών της αδελφότητας της Μονής, είχε τοποθετηθεί σε διάφορα σημεία της Μονής οπτικοακουστικό σύστημα παρακολούθησης, στο οποίο όλα τα μέλη είχαν πρόσβαση. Κατόπιν συνέχισης της παρακολούθησης, με οδηγίες του Μητροπολίτη, ο τελευταίος αποφάσισε να προβεί σε εκκλησιαστικές ανακρίσεις βάσει του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου. Στο πλαίσιο των ανακρίσεων, στις 5.3.2024 παρελήφθη κινητή περιουσία από τη Μονή, μεταξύ άλλων και το καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης το οποίο μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη Ταμασού. Σύμφωνα πάντα με τον όρκο, στις 9.3.2024 οι μοναχοί της Μονής, συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή, προέβησαν σε καταγγελία εναντίον του Μητροπολίτη και άλλων προσώπων για διάφορα ποινικά αδικήματα τα οποία φέρονταν να διαπράχθηκαν μεταξύ 5 και 6 Μαρτίου του 2024, μεταξύ των οποίων και αδικήματα κατά παράβαση του Ν.125(Ι)/2018. Για τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων, συγκροτήθηκε ειδική αστυνομική ομάδα. Στο πλαίσιο διερεύνησης των γεγονότων που κατήγγειλε ο Μητροπολίτης, ο Αρχιμανδρίτης Βαρνάβας παρέδωσε οικειοθελώς στην Αστυνομία τρεις ηλεκτρονικές συσκευές οι οποίες περιείχαν δεδομένα, βίντεο με οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής. Συγκεκριμένα, ο Αρχιμανδρίτης παρέδωσε το καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (DVR) (τεκμήριο 1), από το οποίο έγινε εξαγωγή των καταγεγραμμένων σε αυτό δεδομένων και παραδόθηκε σε σκληρό δίσκο στην ανακριτική ομάδα. Η Αστυνομία προέβη σε αντιγραφή των δεδομένων από τις εν λόγω ηλεκτρονικές συσκευές σε εξωτερικό σκληρό δίσκο (τεκμήριο 2). Σε έλεγχο των δεδομένων στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων (ΔΕΗΔ), διαπιστώθηκε πως υπήρχαν καταγραφές – βίντεο με οπτικοακουστικό υλικό, οι πλείστες από εσωτερικές κάμερες στο γραφείο του Αιτητή, όπου είχε συναντήσεις με διάφορα πρόσωπα. Περιλαμβάνουν εξομολογήσεις και κάποια από τα πρόσωπα που φαίνονται στα βίντεο επιβεβαίωσαν τις συναντήσεις τους με τον Αιτητή. Οι δύο σκληροί δίσκοι παραδόθηκαν στην ανακριτική ομάδα για σκοπούς εξετάσεων της υπό διερεύνηση υπόθεσης. Αφού τα βίντεο διέρρευσαν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η Επίτροπος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων προχώρησε στη διενέργεια αυτεπάγγελτου ελέγχου και εντόπισε ποινικές ευθύνες εναντίον του Μητροπολίτη και άλλων για την εγκατάσταση, λειτουργία και επεξεργασία των εκεί καταγραφόμενων δεδομένων. Έτσι σχηματίστηκε ο ποινικός φάκελος και στα πλαίσια των εξετάσεων παραλήφθηκε ένας ψηφιακός δίσκος (τεκμήριο 3) ο οποίος περιελάμβανε τα βίντεο που είχαν διαρρεύσει στη δημοσιότητα. Με τη συμπλήρωση των ανακρίσεων, ο φάκελος διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία και δόθηκαν οδηγίες για την ποινική δίωξη του Μητροπολίτη και άλλων για αδικήματα κατά παράβαση του Ν.125(Ι)/2018. Εξ ου και ζητείται η κατακράτηση των τριών ως άνω αναφερόμενων τεκμηρίων, ήτοι του DVR, του σκληρού δίσκου και του ψηφιακού δίσκου, για την ολοκλήρωση των εξετάσεων και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.
Το κατώτερο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου τέθηκε η αίτηση, κατέγραψε πως, αφού ανέγνωσε την αίτηση και την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αυτής, έκρινε το αίτημα δικαιολογημένο και διέταξε την κράτηση των τεκμηρίων, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας σε σχέση με αυτά. Διέταξε επίσης όπως, σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 32Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, πιστό αντίγραφο του διατάγματος και της αίτησης με την ένορκη δήλωση επιδοθούν στο πρόσωπο από το οποίο τα τεκμήρια έχουν κατασχεθεί, το αργότερο εντός τεσσάρων ημερών από την έκδοση του κρινόμενου διατάγματος κατακράτησης.
To άρθρο 32 του Κεφ. 155 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κατακράτηση τεκμηρίων τα οποία κατασχέθηκαν δυνάμει εντάλματος έρευνας το οποίο εκδόθηκε με βάση το άρθρο 27 του ιδίου Νόμου. Είναι προφανές ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν είχε εκδοθεί ένταλμα έρευνας και πάντως τα αντικείμενα δεν κατασχέθηκαν στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας.
Το άρθρο 25 του Κεφ. 155 δίδει εξουσία στην Αστυνομία να διεξαγάγει έρευνα χωρίς την έκδοση εντάλματος έρευνας και προβλέπει τα εξής:
«25.—(1) Κάθε αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα —
……………………………………………………………………………….
(β) να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο —
(ι) αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτό πρόκειται να διαπραχτεί ή διαπράττεται, ή έχει πρόσφατα διαπραχτεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται µε θανατική ποινή ή µε φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτό οποιοδήποτε όργανο µε το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα·
………………………………………………………………………………
(ιν) σε οποιαδήποτε περίπτωση κατά την οποία δύναται να εισέλθει και ερευνήσει οποιοδήποτε τόπο χωρίς ένταλμα δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει εκάστοτε.
(2) Οτιδήποτε βρεθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού το οποίο θα μπορούσε να κατασχεθεί αν η έρευνα διεξαγόταν δυνάμει εντάλματος, δύναται να κατασχεθεί και τύχει μεταχείρισης κατά τον ίδιο τρόπο ως αν αυτό ήταν πράγμα που κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος, εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 32, µε τις αναγκαίες προσαρμογές, σε οποιοδήποτε τέτοιο πράγμα.»
Με βάση το περιεχόμενο του όρκου, προκύπτει ότι η Αστυνομία μετέβη στον χώρο της Μητρόπολης για σκοπούς «ανακρίσεων» και «ερευνών» σε σχέση με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, αλλά δεν πήγε εκεί για να προβεί σε έρευνα του χώρου, στη βάση του ότι είχε λόγο να πιστεύει ότι σε αυτόν είχαν διαπραχθεί ποινικά αδικήματα, εν τη εννοία του άρθρου 25. Τα εν λόγω τεκμήρια δεν τα εντόπισε ή παρέλαβε η Αστυνομία, κατόπιν έρευνας του χώρου, αλλά παραδόθηκαν οικειοθελώς.
Ως εκ τούτου, η παραλαβή και κατάσχεση των εν λόγω τεκμηρίων δεν εμπίπτει ούτε και εντός των προνοιών του άρθρου 25 του Κεφ. 155, το οποίο απαιτεί όπως η κατάσχεση αντικειμένων γίνει στο πλαίσιο έρευνας.
Με βάση τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, προκύπτει πως στο πλαίσιο των ανακρίσεων και ερευνών της Αστυνομίας για την ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση του Ν.125(Ι)/2018, παραδόθηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία τα εν λόγω τεκμήρια. Από τη στιγμή που αυτά δεν τα παρέλαβε η Αστυνομία, είτε δυνάμει του άρθρου 25, είτε δυνάμει του άρθρου 27, του Κεφ. 155, τότε δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 32 του Κεφ. 155, καθότι αυτό περιορίζεται και αφορά σε αντικείμενα τα οποία κατάσχονται δυνάμει των άρθρων 25 και 27. Το άρθρο 32 αποσκοπεί στη διασφάλιση νόμιμης κατακράτησης τεκμηρίων τα οποία κατάσχονται από μέλη της Αστυνομίας στο πλαίσιο της νόμιμης τους εξουσίας να τα λαμβάνουν και κρατούν για σκοπούς διερεύνησης και προώθησης ποινικής διαδικασίας. Όπως έχει νομολογιακά αναφερθεί, το άρθρο 32 προνοεί για τρία στάδια. Κρίνω χρήσιμη την παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Ησαΐα κ.ά. v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 669:
«… Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 360 η οποία ήταν η πρώτη υπόθεση στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει τα πλαίσια εφαρμογής του Άρθρου 32 του Κεφ. 155. Όπως αναφέρθηκε:-
«Το Άρθρο 32(3) Το Άρθρο 32(3) του νόμου αποτελεί τμήμα των διατάξεων της ποινικής δικονομίας που διέπουν και ρυθμίζουν την κατάσχεση αντικειμένων για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων, και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη.
Οι διατάξεις που αφορούν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων (για ανακριτικούς και αποδεικτικούς σκοπούς) είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το νόμο. Το Άρθρο 27 διέπει την εξουσία για την κατάσχεση αντικειμένων. Αυτά μπορεί να κατασχεθούν κατά την εκτέλεση εντάλματος ερεύνης εφόσο η εξέτασή τους κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς της αστυνομικής έρευνας. Η κατάσχεση αντικειμένου, βάσει του Άρθρου 27, παρέχει μόνο περιορισμένο δικαίωμα κράτησης, μέχρι την παρουσίασή του, το συντομότερο δυνατό, ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 32(1) του νόμου. Κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, είναι το Δικαστήριο. Οι πρόνοιες του Άρθρου 32(1) παρέχουν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές Αρχές μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες.
… … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … …
Οι διατάξεις του Άρθρου 32(1) παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων από τις αστυνομικές Αρχές, που κατασχέθηκαν βάσει του Άρθρου 27 για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Η εξουσία η οποία παρέχεται από το Άρθρο 32(3) για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του Άρθρου 32 του νόμου, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης.»
Δεν συμφωνούμε. Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας, ανωτέρω και C.T. Tobacco Ltd κ.ά. ν. Τμήματος Τελωνείων (2003) 2 Α.Α.Δ. 212, η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο δικαστής δυνάμει των Άρθρων 27-34 του Κεφαλαίου έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.»
Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις CH. & G. Emporium Cars Ltd v. Αστυνομίας (2016) 2(Β) Α.Α.Δ. 741, Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v. Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ, Ποιν. Έφεση Αρ. 205/2021, ημερ. 26.10.2022, Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Αίτηση Αρ. 10/22, ημερ. 17.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:D71, Φραγκούδης, Πολ. Αίτηση Αρ. 159/2021, ημερ. 12.8.2021, ECLI:CY:AD:2021:D376.
Η παρούσα περίπτωση δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Κεφ. 155. Η μη εφαρμογή του εν λόγω άρθρου έχει ως συνέπεια το ότι στην πραγματικότητα δεν απαιτείτο η αίτηση για την έκδοση διατάγματος κατακράτησης των εν λόγω αντικειμένων, όπως, εννοείται, ούτε και το ίδιο το διάταγμα. Η Αστυνομία κατείχε αντικείμενα τα οποία παραδόθηκαν οικειοθελώς από τον κάτοχο τους και επομένως, είχε δικαίωμα να τα κρατήσει για σκοπούς των ερευνών και για όσο χρονικό διάστημα απαιτείτο κατά την κρίση της, χωρίς την ανάγκη οποιουδήποτε δικαστικού διατάγματος, μέχρι ο παραδώσας αυτά να απαιτούσε την επιστροφή τους και ή να προέκυπτε κάποιο δικαστικό διάβημα το οποίο να προνοούσε για την επιστροφή τους.
Η ύπαρξη του διατάγματος κατακράτησης δεν επηρεάζει την κράτηση των αντικειμένων, καθότι η Αστυνομία ήδη τα κρατούσε νόμιμα, ανεξαρτήτως δηλαδή του μεταγενέστερου και εκ του περισσού εκδοθέντος διατάγματος και του περιεχόμενου αυτού. Βασικά, το εκ των υστέρων εκδοθέν διάταγμα δεν είναι ικανό να επιδράσει στην προϋπάρχουσα νόμιμη εξουσία της Αστυνομίας στην παραλαβή και κράτηση των εν λόγω αντικειμένων. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Παπαδόπουλου, Πολ. Αίτηση Αρ. 243/2021, ημερ. 22.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:D583, η έκδοση διατάγματος Certiorari χωρεί στην περίπτωση υπέρβασης εξουσίας από το κατώτερο Δικαστήριο, όχι όμως αν αυτό ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των εξουσιών του αλλά με τρόπο λανθασμένο.
Παράλληλα η Αστυνομία έχει υποχρέωση να τηρεί τους νόμους αναφορικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων του Αιτητή. Το κατά πόσο τα εν λόγω αντικείμενα περιείχαν προσωπικά δεδομένα του Αιτητή ή κατά πόσο η Αστυνομία προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία, κατά τον Αιτητή, ενδεχομένως να συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής και ή άλλων συνταγματικών του δικαιωμάτων, δεν αφορά την κράτηση αυτών αλλά ενδεχομένως άλλες ενέργειες της Αστυνομίας, για τις οποίες ο Αιτητής έχει άλλα ένδικα μέσα για την προστασία του.
Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η Αίτηση απορρίπτεται.
€1.600 έξοδα Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιητή.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο