ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 321/2016)
13 Μαΐου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
SUJANI GUNASIHGHE
Εφεσείουσα/Ενάγουσα,
v.
RANJITH VIDATA PATHIRANAGE
Εφεσείοντα/Τριτοδιάδικου
ν.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Εφεσίβλητης/Εναγόμενης
......................
Ε. Νικολετόπουλος, για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα/Ενάγουσα.
Σ. Μένταλης, για Αντρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία, για την Εφεσίβλητη/Εναγόμενη.
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και
θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Η Εφεσείουσα ήγειρε αγωγή εναντίον της Εφεσίβλητης με την οποία της απέδιδε την ευθύνη και αξίωνε αποζημιώσεις για τον τραυματισμό που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, κατά το οποίο συγκρούστηκαν το μοτοποδήλατο στο οποίο η Εφεσείουσα επέβαινε ως συνεπιβάτιδα και το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εφεσίβλητη. Η Εφεσίβλητη αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα και ισχυρίστηκε ότι αυτό οφειλόταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην αμέλεια του οδηγού του μοτοποδηλάτου, τον οποίο και κατέστησε Τριτοδιάδικο. Ο Τριτοδιάδικος, με τη σειρά του, αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη και ισχυρίστηκε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει συνεπεία αμέλειας της Εφεσίβλητης.
Κατόπιν εκδίκασης της αγωγής, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η Εφεσίβλητη δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα και επομένως απέρριψε την αγωγή.
Η Εφεσείουσα και ο Τριτοδιάδικος, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο δικηγόρο, καταχώρισαν από κοινού έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Με ένα λόγο έφεσης, προσέβαλαν το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η Εφεσίβλητη ουδεμία ευθύνη έφερε για το δυστύχημα. Πριν την ακρόαση της Έφεσης, ο δικηγόρος τους, εκ μέρους του Τριτοδιαδίκου, αναγνώρισε πως η έφεση εσφαλμένα καταχωρίστηκε από τον Τριτοδιάδικο και απέσυρε την έφεση εκ μέρους του. Έτσι, παρέμεινε πλέον η έφεση της Εφεσείουσας.
Ο δικηγόρος της Εφεσίβλητης εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που η έφεση είχε αρχικά καταχωριστεί τόσο από την Εφεσείουσα όσο και από τον Τριτοδιάδικο, η έφεση θεωρείται εξ υπαρχής άκυρη και η μεταγενέστερη απόσυρση αυτής εκ μέρους του Τριτοδιαδίκου δεν θεραπεύει την κατάσταση. Ο δικηγόρος της Εφεσείουσας εξέφρασε τη θέση ότι η έφεση είχε εξαρχής καταχωριστεί νομότυπα από αυτήν, επομένως, μετά την απόσυρση αυτής εκ μέρους του Τριτοδιαδίκου, η έφεση εκ μέρους της ίδιας δεν επηρεάζεται και δύναται να προωθηθεί. Και οι δύο δικηγόροι ανέφεραν πως δεν υπάρχει νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος.
Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ο Τριτοδιάδικος δεν μπορούσε να καταχωρίσει έφεση ενόψει του αποτελέσματος της αγωγής, αφού η αξίωση της Εφεσίβλητης εναντίον του είχε απορριφθεί. Αναμφίβολα η Εφεσείουσα είχε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αξίωση της.
Θεωρούμε ότι η καταχώριση της έφεσης και από τον Τριτοδιάδικο και η μεταγενέστερη απόσυρση της από αυτόν δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της έφεσης της Εφεσείουσας. Το γεγονός ότι αδικαιολόγητα συμπεριλήφθηκε και ο Τριτοδιάδικος στην έφεση δεν καθιστούσε την έφεση της Εφεσείουσας άκυρη.
Τα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης διακρίνονται από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Θεοδώρου v. Μαλλούπα κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 62/2018, ημερ. 5.4.2024, την οποία επικαλέστηκε ο δικηγόρος της Εφεσίβλητης. Εκεί είχαν καταχωριστεί τέσσερις ξεχωριστές αγωγές από τέσσερις ενάγοντες ως αποτέλεσμα ενός θανατηφόρου δυστυχήματος, οι οποίες, κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, συνεκδικάστηκαν για όλα τα επίδικα θέματα. Αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλόγισε την ευθύνη, αποσυνέδεσε τις αγωγές και εξέδωσε ξεχωριστά σε καθεμιά εξ αυτών απόφαση για διάφορα ποσά ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ο εκεί εφεσείων καταχώρισε μίαν έφεση η οποία έφερε τον τίτλο και των τεσσάρων συνενωμένων αγωγών.
Το Εφετείο παρέπεμψε στην υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Χριστοδούλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 485 στην οποία λέχθηκε ότι αντικείμενο της έφεσης που καταχωρείται είναι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι ο τίτλος της αγωγής είναι στοιχείο μείζονος σημασίας εφόσον προσδιορίζει τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων υφίσταται η αντιδικία. Το Εφετείο πρόσθεσε ότι η διαταγή για συνεκδίκαση δεν αναιρεί την αυτοτέλεια της κάθε αγωγής, εξού και μετά τη συνεκδίκαση το Δικαστήριο τις αποσυνδέει προκειμένου να εκδώσει ξεχωριστή απόφαση σε καθεμιά από αυτές. Έτσι θεώρησε ότι στην υπό εξέταση περίπτωση έπρεπε να είχαν καταχωριστεί τέσσερις εφέσεις, μία για κάθε αγωγή ξεχωριστά ώστε το Εφετείο να ήταν σε θέση να γνωρίζει τους λόγους έφεσης που αφορούσαν σε κάθε απόφαση και τον κάθε εφεσίβλητο αφού οι αποζημιώσεις για τον καθένα ήταν διαφορετικές. Κατέληξε ότι το εν λόγω εσφαλμένο δικονομικό διάβημα ήταν άκυρο καθότι με μία έφεση προσβάλλονταν τέσσερις αποφάσεις που αφορούσαν σε διαφορετικό ενάγοντα η καθεμιά, και ότι δεν μπορούσε να διορθωθεί.
Η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται από την προαναφερόμενη υπόθεση καθότι εδώ υπήρχε μία μόνο αγωγή στην οποία εκδόθηκε μία απόφαση, εναντίον της οποίας η Εφεσείουσα μπορούσε να καταχωρίσει έφεση.
Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι η έφεση της Εφεσείουσας δεν ήταν άκυρη και ότι δύναται να συνεχίσει να προωθείται από την Εφεσείουσα.
Σε τέτοια κατάληξη, η Εφεσίβλητη εισηγήθηκε ότι ο Τριτοδιάδικος θα πρέπει να καταστεί μέρος της Έφεσης και επομένως η Έφεση θα πρέπει να του επιδοθεί.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Έφεση η οποία καταχωρίστηκε από την Εφεσείουσα είναι έγκυρη και δύναται να προχωρήσει. Δίδονται οδηγίες όπως αυτή γνωστοποιηθεί στον Τριτοδιάδικο, ούτως ώστε αυτός να έχει την ευκαιρία να παρουσιαστεί και προβεί σε παραστάσεις.
Τα έξοδα παραμένουν στην πορεία της Έφεσης.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο