ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Z. D. Y. ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2025, 6/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Z. D. Y. ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2025, 6/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(i-justice)

(Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2025)

 

6 Μαΐου, 2026

                                                     

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 218/2025

 

ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤA ΑΡΘΡA 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2024

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Z. D. Y. ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΜΕ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ] ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/10/2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018.

 

____________________

 

Στ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του

 Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.

Α. Ε. Ανδρέου, προσωπικά και για Δημήτρης Τσολακίδης ΔΕΠΕ,

 για τον Εφεσίβλητο.

____________________

 

Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

 θα δοθεί από την Σταματίου, Π.

 

­­­____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με την παρούσα έφεση ο Γενικός Εισαγγελέας προσβάλλει την απόφαση αδελφού μας Δικαστή («το πρωτόδικο Δικαστήριο»), με την οποία εξέδωσε προνομιακό ένταλμα certiorari και ακύρωσε το προσωρινό ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εφεσίβλητου, ημερ. 12.8.2025, που εκδόθηκε από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στη βάση του ότι εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και πλάνης ως προς το νόμο, χωρίς να έχουν προσκομιστεί τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του.

 

Με τον μοναδικό λόγο έφεσης προβάλλεται πως εσφαλμένα και αντινομικά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το πιο πάνω εκδοθέν προσωρινό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας.

 

Το επίδικο προσωρινό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε εναντίον του Εφεσίβλητου από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εν αναμονή εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης για την έναρξη της διαδικασίας εκδόσεως του στο Ισραήλ.

 

Η Πρόεδρος ικανοποιήθηκε για την αναγκαιότητα έκδοσης του και ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικοί) Νόμοι του 1970 και 2025Ν.95/1970, όπως τροποποιήθηκε και οι περί Εκδόσεως Φυγoδίκωv Νόμοι τoυ 1970 και 1990Ν.97/1970, όπως τροποποιήθηκε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι για την έκδοση του εν λόγω εντάλματος απαιτείτο να είχαν προσκομιστεί τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία συμφώνως του άρθρου 8(2) του Ν.97/1970. Με παραπομπή δε στο άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ανέφερε πως θα έπρεπε να υπάρχει ενώπιον της Προέδρου «ευλόγως, ικανοποιητική μαρτυρία, στη βάση της οποίας πιστεύεται ότι ο εκζητούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο καταζητείται».

 

Εξετάζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον της Προέδρου που εξέδωσε το ένταλμα ανέφερε:

 

«Εν προκειμένω, είχε τεθεί υπόψη της Προέδρου που εξέδωσε το ένταλμα η Ερυθρά Αγγελία που είχε εκδοθεί από τις αρχές του Ισραήλ.  Η Ερυθρά Αγγελία ήταν παράρτημα στον αστυνομικό όρκο όπου είχε μεταφερθεί το ουσιαστικό της περιεχόμενο σε μετάφραση στα ελληνικά.  Ούτε όμως στον αστυνομικό όρκο, αλλά ούτε και στην επισυναπτόμενη Ερυθρά Αγγελία υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας, παρά μόνο η περιγραφή ενός στυγερού εγκλήματος.  Δράστης αναφέρεται ο Αιτητής, δεν αναφέρεται όμως πού εδραζόταν αυτό το συμπέρασμα.  Δεν αναφέρεται καμιά μαρτυρία, ότι συνδέθηκε επιστημονικά ή διαφορετικά ή ότι κάποιος τον αναγνώρισε.  Ούτε και να υποτεθεί, αν ήταν δυνατό, κάτι τέτοιο θα μπορούσε, ότι δηλαδή είναι λογικό ότι οι παριστάμενοι στη σκηνή του εγκλήματος τον αναγνώρισαν, αφού ο δράστης ήταν μεταμφιεσμένος και είχε καλυμμένο το πρόσωπο.  Εάν κάποιοι άλλοι συνεκτίμησαν τη μαρτυρία και κατέληξαν στη σύνοψη των γεγονότων όπως εμφαίνονται στην Ερυθρά Αγγελία και κατ' επέκταση στον όρκο, αυτό δεν αρκεί.»  

 

 

Καταλήγοντας έκρινε ότι, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον της Προέδρου που εξέδωσε το ένταλμα, εξ αντικειμένου, δεν ικανοποιούσαν τις προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος σύλληψης στην Κύπρο, η έκδοση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης, συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας.

 

Αποτελεί θέση του Εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο που εξετάζει αίτημα για έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης, δυνάμει του άρθρου 8(1) του Ν.97/1970, αποφασίζει στη βάση των αποδεικτικών στοιχείων που τίθενται ενώπιον του, κατά πόσο αυτά δικαιολογούν ή όχι την έκδοση τέτοιου εντάλματος, ως η απαίτηση του εδαφίου (2) του ίδιου άρθρου και πως δεν έχει υποχρέωση το ίδιο το Δικαστήριο να διερευνήσει για την ύπαρξη τυχόν άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως επιστημονικής ή αναγνωριστικής μαρτυρίας ή άλλης μαρτυρίας εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

Σε περίπτωση που επιζητείται προσωρινό ένταλμα, συνεχίζει η εισήγηση, στο αίτημα θα πρέπει να αναφέρεται η ύπαρξη εντάλματος ή καταδικαστικής απόφασης, καθώς και σύντομη περιγραφή των γεγονότων και τα στοιχεία ταυτότητας του εκζητούμενου προσώπου. Προς τούτο, παρέπεμψε στις πρόνοιες των άρθρων 12 και 16 του Ν.75/1970. Σημειώθηκε, περαιτέρω, ότι δεν απαιτείται να επισυνάπτονται αυτούσια τα έγγραφα που περιγράφονται στο άρθρο 12, θέτοντας προθεσμία για την αποστολή των πλήρη εγγράφων. Τονίστηκε, επίσης, ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις, στο στάδιο έκδοσης προσωρινού εντάλματος σύλληψης, τα όσα αναφέρονται ως αποδεικτικά στοιχεία στην Ερυθρά Αγγελία ή στο μήνυμα Diffusion της Interpol, είναι επαρκή.

 

Από την άλλη, η πλευρά του Εφεσίβλητου υποστήριξε την πρωτόδικη απόφαση, τόσο στο περίγραμμα αγόρευσης, όσο και προφορικά ενώπιον μας.

 

Δύο είναι τα νομοθετήματα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Οι περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικοί) Νόμοι του 1970 και 2025, Ν.95/1970, όπως τροποποιήθηκε και οι περί Εκδόσεως Φυγoδίκωv Νόμοι τoυ 1970 και 1990, Ν.97/1970, όπως τροποποιήθηκε. Ο Ν.95/1970, ως Κυρωτικός Νόμος Διεθνούς Συμβάσεως, δυνάμει του Άρθρου 169.3 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι άλλης ημεδαπής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, υπερτερεί του Ν.97/1970, στο βαθμό βέβαια που συγκρούονται. Ο Ν.97/1970 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγοδίκων (In re El-Bustani (1991) 1(A) Α.Α.Δ. 736).

 

Η δυνατότητα έκδοσης προσωρινού εντάλματος σύλληψης, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, όπου δεν είχε ακόμα ληφθεί η εξουσιοδότηση του Υπουργού, προβλέπεται στο άρθρο 8(1)(β) του Ν.97/1970.

 

Το άρθρο 8(1) και (2) του Ν.97/1970, προνοεί ως ακολούθως:

 

«(1) Δύvαται vα εκδoθή έvταλμα συλλήψεως πρoσώπoυ διωκoμέvoυ δι' αδίκημα, δι' o δύvαται vα χωρήση έκδoσις, ή πρoσώπoυ καταζητoυμέvoυ πρoς έκτισιv πoιvής επιβληθείσης αυτώ μετά καταδίκηv αυτoύ διά τoιoύτov αδίκημα-

 

(α) άμα τη λήψει εξoυσιoδoτήσεως διά τηv έvαρξιv της διαδικασίας της εκδόσεως υπό δικαστoύ τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, εv τη δικαιoδoσία τoυ oπoίoυ ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται τo ως άvω πρόσωπov·

 

(β) άvευ τoιαύτης εξoυσιoδoτήσεως, υπό τoυ Πρoέδρoυ τoιoύτoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, άμα ως ήθελε ληφθή καταγγελία ότι τo ως είρηται πρόσωπov ευρίσκεται εv τη Δημoκρατία ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται εv τη Δημoκρατία ή καθ' oδόv πρoς τηv Δημoκρατίαv, έvταλμα δε εκδoθέv δυvάμει της παραγράφoυ (β) αvωτέρω, εv τω παρόvτι Νόμω αvαφέρεται ως πρoσωριvόv έvταλμα.

 

(2) Δύvαται vα εκδoθή έvταλμα συλλήψεως δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ επί τη πρoσκoμίσει τoιoύτωv απoδεικτικώv στoιχείωv, ως κατά τηv κρίσιv τoυ δικαστoύ ή τoυ Πρoέδρoυ τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, θα εδικαιoλόγoυv τηv έκδoσιv εvτάλματoς συλλήψεως πρoσώπoυ διωκoμέvoυ διά τηv διάπραξιv αvαλόγoυ αδικήματoς ή, αvαλόγως της περιπτώσεως, πρoσώπoυ καταζητoυμέvoυ δι' έκτισιv πoιvής, μετά καταδίκηv αυτoύ δι' αδίκημα τι, εvτός της δικαιoδoσίας τoυ δικαστoύ ή τoυ Πρoέδρoυ τoυ Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ».

 

 

Στον Ν.95/1970 γίνεται πρόνοια για τη δυνατότητα των αρμοδίων Αρχών της αιτούσας χώρας να ζητήσουν την προσωρινή σύλληψη του εκζητούμενου, ως επίσης, των δικαιολογητικών που απαιτούνται σε τέτοια περίπτωση (άρθρα 16 και 12). Παραθέτουμε τα σχετικά άρθρα:

  

«16(1) Εν επειγούση περιπτώσει αι αρµόδιαι Αρχαί του αιτούντος Μέρους θα δύνανται να ζητήσωσι την πρόσκαιρον σύλληψιν του καταζητουµένου ατόµου. Αι αρµόδιαι Αρχαί του Μέρους, προς ο υπεβλήθη η αίτησις, θέλουσιν αποφανθή επί της αιτήσεως συµφώνως προς την Νοµοθεσίαν του Μέρους τούτου.

 

(2) Η αίτησις προσκαίρου συλλήψεως θα διαλαµβάνη την ύπαρξιν ενός των εν εδαφίω (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 12 προβλεποµένων δικαιολογητικών και θα ανακοινώση την πρόθεσιν διαβιβάσεως αιτήσεως εκδόσεως. Θα διαλαµβάνη την παράβασιν δι' ην θα ζητηθή η έκδοσις, τον χρόνον και τόπον ένθα διεπράχθη αύτη, ως και κατά το εφικτόν, χαρακτηρισµόν του καταζητουµένου ατόµου.

 

(3) Η αίτησις προσκαίρου συλλήψεως θέλει διαβιβασθή προς τας αρµοδίας Αρχάς του Μέρους προς ο υποβάλλεται η αίτησις, είτε διά της διπλωµατικής οδού, είτε κατ' ευθείαν ταχυδροµικώς ή τηλεγραφικώς, είτε διά της ∆ιεθνούς Οργανώσεως Εγκληµατολογικής Αστυνοµίας, εiτε διά παντός ετέρου µέσου, εγγράφου ή καθισταµένου αποδεκτού υπό του ετέρου Μέρους.

 

Η αιτούσα Αρχή θέλει ειδοποιηθή άνευ αναβολής επί της εκβάσεως της αιτήσεώς της.

 

4. H πρόσκαιρος σύλληψις δύναται να διακοπή, εάν εντός προθεσμίας δέκα οκτώ ήμερων από της συλλήψεως, το Μέρος προς ο υπεβλήθη η αίτησις δεν λάβη την περί εκδόσεως αίτησιν και τα εν άρθρω 12 διαλαμβανόμενα δικαιολογητικά. Εν πάση περιπτώσει αυτή δεν δύναται να υπερβή τας 40 ημέρας από της τοιαύτης συλλήψεως. Ο καταζητούμενος δύναται, ανά πάσαν στιγμήν, να αφεθή προσωρινώς ελεύθερος, εξαιρέσει της λήψεως, υπό του Μέρους παρ’ ού εζητήθη η έκδοσις, των μέτρων εκείνων άτινα θεωρούνται απαραίτητα προς παρεμπόδισιν δραπετεύσεως τούτου.

 

5. Η απελευθέρωσις δεν αντίκειται εις νεωτέραν σύλληψιν και έκδοσιν, εάν η αίτησις εκδόσεως ληφθή μεταγενεστέρως.». 

 

Το άρθρο 12 του ιδίου Νόμου προβλέπει για τα δικαιολογητικά στοιχεία που απαιτούνται, ως εξής:

  

«12(1) Η αίτησις θέλει διατυπωθή εγγράφως και υποβληθή διά της διπλωµατικής οδού. Δι' απ' ευθείας διευθετήσεις δύναται να συµφωνηθή, µεταξύ δύο ή περισσοτέρων Μερών, έτερον µέσον.

 

(2) Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή :

 

(α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους.

 

(β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόµον χαρακτηρισµός και αι παραποµπαί εις τας νοµοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρµογήν και αίτινες δέον να εµφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον.

 

(γ) αντίγραφον των κατ' εφαρµογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρµογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου».   

 

 

Εξ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί πως η δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας ατόμου σε περιπτώσεις όπου εκκρεμεί διαδικασία εκδόσεως, προβλέπεται όχι μόνο στο Άρθρο 11.2(στ)[1] του Συντάγματος, αλλά και στο Άρθρο 5(1)(στ)[2] της ΕΣΔΑ.

 

Στις περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου δεν έχει ληφθεί εξουσιοδότηση του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, δύναται να εκδοθεί προσωρινό ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου, με βάση το άρθρο 8(1)(β) του Ν.97/1970. Σημειώνεται ότι την έκδοση ενός τέτοιου προσωρινού εντάλματος σύλληψης στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης φυγοδίκου, διέπουν ειδικές νομοθετικές πρόνοιες, ως ειδικότερα διαλαμβάνεται στα άρθρα 16 και 12 του Ν.95/1970. Το ιδιότυπο αυτό, προσωρινό ένταλμα σύλληψης που προβλέπεται στο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 8 του Ν.97/1970, προφανώς δεν εμπίπτει, ούτε ταυτίζεται με τα εντάλματα σύλληψης, η έκδοση των οποίων προβλέπεται στο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 8 του ως άνω Νόμου. Τα τελευταία, αφορούν εντάλματα σύλληψης που εκδίδονται αφού έχει ήδη εξασφαλιστεί η εξουσιοδότηση του Υπουργού για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, για την έκδοση των οποίων, ως ειδικότερα προβλέπεται στο άρθρο 8(2) του Ν.97/1970, θα πρέπει να προσκομιστούν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν «την έκδοσιν εντάλματος συλλήψεως προσώπου διωκόμενου διά την διάπραξιν αναλόγου αδικήματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, προσώπου καταζητουμένου δι΄ έκτισιν ποινής, μετά καταδίκην αυτού δι΄ αδίκημα τι, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου.»

 

Για την έκδοση προσωρινού εντάλματος σύλληψης του είδους, δεν απαιτείται η προσκόμιση «αποδεικτικών στοιχείων», ως ανωτέρω, ούτε να συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 18 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Επιβεβαιώνει τούτο, όχι μόνο η συνολική θεώρηση του άρθρου 8 του Ν.97/1970, όπου εντοπίζεται σαφής διαφοροποίηση του «εντάλματος σύλληψης» που εκδίδεται μετά τη λήψη της εξουσιοδότησης και του «προσωρινού εντάλματος σύλληψης» που δύναται να εκδοθεί πριν από αυτή, αλλά και το γεγονός ότι το τελευταίο δύναται να ακυρωθεί με οδηγίες του Υπουργού (άρθρο 8(3) του Ν.97/1970), χωρίς να απαιτείται η ακύρωση του από αρμόδιο Δικαστήριο, ως απαιτεί τούτο το άρθρο 19 του Κεφ. 155 για κάθε ένταλμα σύλληψης που εκδίδεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 155.

 

Εν προκειμένω, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον της Προέδρου που εξέδωσε το προσωρινό ένταλμα ήταν η Ερυθρά Αγγελία η οποία, όπως παρατήρησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν παράρτημα στον αστυνομικό όρκο όπου είχε μεταφερθεί το ουσιαστικό της περιεχόμενο σε μετάφραση στα ελληνικά.  Σ΄ αυτόν γίνεται αναφορά στα αδικήματα για τα οποία ζητήθηκε η έκδοση, το χρόνο και τόπο όπου αυτά διαπράχθηκαν,  συνοπτική αναφορά των γεγονότων και στοιχεία ταυτότητας του εκζητούμενου. Τα στοιχεία αυτά, ικανοποιούν τις πρόνοιες των άρθρων 16 και 12 του Ν.95/1970, Κυρωτικού Νόμου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Φυγοδίκων, ο οποίος, ως έχει σημειωθεί, υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου. Το άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ούτε η παραπομπή στην υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα (αρ. 2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692 βοηθά, καθότι, σ΄ εκείνη την περίπτωση, αντικείμενο της αίτησης ήταν το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου, δυνάμει του άρθρου 8(1)(α) του Ν.97/1970, σε σχέση με το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και το άρθρο 8(2) του ιδίου Νόμου και όχι προσωρινό ένταλμα σύλληψης, που δύναται να εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 8(1)(β).

 

Ως εκ των ανωτέρω, η Έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καθώς και η διαταγή για έξοδα, παραμερίζονται.

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

                                                      ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

/ΧΤΘ

 



[1] 2. Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις:

……..

(στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης ή κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό της έκδοσης ή παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο. Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων.

 

[2] 1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια. Κανείς δεν επιτρέπεται να στερηθεί την ελευθερία του παρά μόνο στις παρακάτω περιπτώσεις και σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία:

…..

στ. εάν πρόκειται για νόμιμη σύλληψη ή κράτηση προσώπου με σκοπό να εμποδιστεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα ή εναντίον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απέλασης ή έκδοσης.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο