ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Χ.Ι. (ΑΔΤ [ ]) ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 44/2026, 12/5/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Χ.Ι. (ΑΔΤ [ ]) ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 44/2026, 12/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 44/2026

 

12 Μαΐου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Χ.Ι. (ΑΔΤ [   ]) ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΦΥΣΕΩΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠ΄ΑΡΙΘΜΟΝ 17/26 ΠΟΥ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΙΣ 24/02/26, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΕΤΡΑΠΗ Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΛΗΨΗ ΠΑΡΕΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ (ΣΑΛΙΟΥ), ΔΑΚΤΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΑΜΙΚΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ

Ν. Ζένιου και Μ. Καζάκος για Α. Χρίστου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.

 

Β. Μπίσσας, δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’ και Στ. Παπουή (κα) δικηγόρος της Δημοκρατίας και Β. Τσαούσιη (κα) ασκούμενη δικηγόρος, για την Καθ’ ης  Αίτηση

 

____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Ο Αιτητής ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του διατάγματος ημερ.24.2.2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το κατώτερο Δικαστήριο, με το οποίο επιτράπηκε η λήψη παρειακών επιχρισμάτων ήτοι σάλιου, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων καθώς και φωτογραφιών του.

 

    Ο Αιτητής είχε συλληφθεί την 20.2.2026 ως ύποπτος για το αδίκημα του εμπρησμού και είχε αρνηθεί να συναινέσει ώστε να του ληφθούν παρειακά επιχρίσματα, δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα και φωτογραφίες.  Η Αστυνομία αποτάθηκε στο κατώτερο Δικαστήριο και εξασφάλισε το επίδικο διάταγμα, με το οποίο στη συνέχεια ο Αιτητής συμμορφώθηκε.

 

    Το διάταγμα είχε εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 25 των περί Αστυνομίας Νόμων του 2004 έως 2023, το οποίο, στην έκταση που ενδιαφέρει, προνοεί ότι:

 

«(1) Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος:

 

(α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώματα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώμα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.

 

(β) ………………………………………………………………..

 

(2) …………………………………………………………………….

 

(3) Πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση και αρνείται ή παρεμποδίζει ή δεν επιτρέπει να ληφθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές».

 

 

    Το ίδιο το άρθρο δεν προβλέπει τις παραμέτρους για τις οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για να εκδώσει σχετικό διάταγμα.  Στην Γ.Π., Πολ. Αίτ. Αρ.44/2025, ημερ.26.5.2025, με αναφορά στο άρθρο 10[1] της Οδηγίας 2016/680,[2] μνημονεύεται η C205-21, Ministerstvo na vatreshnite raboti (Enregistrement de données biométriques et génétiques par la police) ημερ.26.1.2023, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  όπου αναφέρθηκε (σκέψη 134) ότι:

 

«Σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο δεν εγγυάται τέτοιο έλεγχο του μέτρου της συλλογής βιομετρικών και γενετικών δεδομένων, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 10 απορρίπτοντας την αίτηση των αστυνομικών αρχών περί χορήγησης αδείας για την καταναγκαστική συλλογή των δεδομένων αυτών».

 

 

    Επομένως, το κατώτερο Δικαστήριο είχε καθήκον, προτού εκδώσει το διάταγμα, να βεβαιωθεί ότι η έκδοση του δεν παραβίαζε το άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680.  Θα έπρεπε δηλαδή (σκέψη 133):

 

«…να εκτιμηθεί η «απόλυτη αναγκαιότητα» της συλλογής τόσο των βιομετρικών όσο και των γενετικών δεδομένων του υποκειμένου των δεδομένων προς τον σκοπό της καταγραφής τους. Μεταξύ άλλων, πρέπει, για τον λόγο αυτόν, να μπορεί να εξακριβωθεί αν η φύση και η σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο είναι ύποπτο το υποκείμενο των δεδομένων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας της κύριας δίκης, ή αν άλλα κρίσιμα στοιχεία, όπως αυτά περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 132 της παρούσας απόφασης, μπορούν να αποτελέσουν περιστάσεις ικανές να στοιχειοθετήσουν τέτοια «απόλυτη ανάγκη».

 

 

    Τα κρίσιμα σημεία στα οποία γίνεται αναφορά στη σκέψη 132 είναι:

 

«… μεταξύ άλλων, η φύση και η σοβαρότητα της πιθανολογούμενης παράβασης για την οποία κατηγορείται, οι ειδικές περιστάσεις της παράβασης, η ενδεχόμενη σύνδεση της εν λόγω παράβασης με άλλες εκκρεμείς διαδικασίες, το ποινικό του μητρώο ή το ατομικό προφίλ του οικείου προσώπου».

 

 

 

    Στην Αναφορικά με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Αίτ. 44/25, Αίτηση για Παραπομπή Αρ.1/2025, ημερ.12.9.2025, η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ανέφερε ότι:

«Η επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικής ζωής, απόρροια της λήψης από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση των δειγμάτων, μετρήσεων και λοιπών στοιχείων που παρατίθενται στο ΄Αρθρο 25(1)(α)(β) του Νόμου, δεν είναι ούτε γενικευμένη ούτε και αυθαίρετη. Συναρτάται, είτε με συγκατάθεση του υπό αναφορά προσώπου είτε, σε περίπτωση που αυτό δεν συναινεί, με παροχή σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, η έκδοση του οποίου δεν είναι εκ του νόμου υποχρεωτική αλλά  αποτέλεσμα δικανικής κρίσης. Εδραζόμενης σε σειρά παραγόντων, με υπόβαθρο τα δεδομένα της κάθε ξεχωριστής υπόθεσης, μεταξύ άλλων τη φύση και σοβαρότητα της επικαλούμενης παράβασης, την συνδρομή εύλογης υπόνοιας εμπλοκής του προσώπου και, σε κάθε περίπτωση, προς εξέταση και κατ΄ εφαρμογή, των βασικών αρχών της αναλογικότητας και αναγκαιότητας προς έκδοση διατάγματος. Με βασικό ζητούμενο την εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής και αφετέρου της ανάγκης προστασίας της δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας τάξης και δικαιωμάτων των πολιτών».

 

 

 

    Έπρεπε, επομένως, το κατώτερο Δικαστήριο να είχε κρίνει ότι το αιτούμενο από την Αστυνομία διάταγμα ήταν αναγκαίο και αναλογικό και μόνο τότε να το εγκρίνει.

 

    Δεν εγείρεται ζήτημα ότι το διάταγμα δεν ήταν αναγκαίο και αναλογικό στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου.  Η θέση του Αιτητή ήταν ότι το διάταγμα ήταν άκυρο: «καθότι εξεδόθη καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του ή/και με μηχανιστικό τρόπο ως “rubber stamp” των θέσεων της Αστυνομίας, δηλαδή χωρίς την αναγκαία και επιτακτική δικαστική διεργασία ώστε το ίδιο, στο πλαίσιο της απαραίτητης δικαστικής επεξεργασίας του μαρτυρικού υλικού, να έχει εξάξει το δικό του δικαστικό συμπέρασμα και αιτιολογία για την απόλυτη αναγκαιότητα έκδοσης του» και σε αυτή τη βάση δόθηκε η άδεια.  Η θέση του Αιτητή ότι της έκδοσης του διατάγματος δεν προηγήθηκε δικαστική επεξεργασία του μαρτυρικού υλικού και εξαγωγή δικού του συμπεράσματος από τον Δικαστή που το εξέδωσε, εδράζεται στο γεγονός της απουσίας σχετικής καταγραφής στο διάταγμα, όπου το μόνο που κατέγραψε ο Δικαστής, ήταν το εξής:

 

«Αφού ανέγνωσα την αίτηση και την ένορκη ομολογία που κατατέθηκε εκ μέρους της Αστυνομίας ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η λήψη παρειακών επιχρισμάτων ήτοι σάλιου, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων και λήψη φωτογραφιών από τον [Αιτητή]».

 

 

    Εφόσον η ικανοποίηση του Δικαστή ότι το διάταγμα είναι αναγκαίο και αναλογικό προκύπτει από το περιεχόμενο του διατάγματος που έχει εκδώσει, συνήθως με σχετική καταγραφή της κρίσης του αυτής, δηλαδή πληρείται η υποκειμενική διάσταση του ζητήματος, ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η κρίση του θα μπορούσε αντικειμενικά να δικαιολογηθεί στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του.

 

    Στην Κυπριανού (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 17, 21, αναφέρθηκε σε σχέση με εκδοθέν ένταλμα σύλληψης ότι:

«Ας είναι αυτή μια ευκαιρία να υπομνησθεί ξανά στους Επαρχιακούς Δικαστές η θεμελιακή σημασία της ανάγκης ικανοποίησης για την εύλογη υποψία με αναφορά συγκεκριμένη και επαρκή για το αδίκημα για το οποίο ζητείται η σύλληψη. Ο δικαστής δεν ενεργεί μηχανικά σε τέτοιες περιπτώσεις αλλά πρέπει να λαμβάνει υπ' όψη του τις συνέπειες του εντάλματος σύλληψης και να ικανοποιείται απόλυτα ότι υπάρχει τόσο η εύλογη υπόνοια όσο και η αναγκαιότητα για τη σύλληψη. Έχει σε σωρεία υποθέσεων υποδειχθεί η σημασία των αρχών αυτών και δεν πρέπει να υποτιμάται ακόμα και στην ελάχιστη των υποθέσεων. Την εύλογη υποψία δεν την καθορίζει ο αστυνομικός ο οποίος προβαίνει στον Όρκο, αλλά τη διαπιστώνει ο δικαστής μετά από προσεκτική εξέταση όλων των στοιχείων, ούτως ώστε αν ήταν αναγκαίο να του ζητηθεί θα μπορούσε να υποδείξει με αιτιολογημένη απόφαση στο στάδιο εκείνο τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία.  Ενεργώντας το Ανώτατο Δικαστήριο εκ των υστέρων για να κρίνει το θέμα, πρέπει και το ίδιο επομένως αντικειμενικά να καταλήξει σε εκείνο το συμπέρασμα».

 

 

    Εν προκειμένω, το ζήτημα είναι κατά πόσο ο Δικαστής που εξέδωσε το διάταγμα, έχοντας ενώπιον του μαρτυρικό υλικό από το οποίο μπορούσε αντικειμενικά να δικαιολογηθεί η έκδοση του διατάγματος, είχε πράγματι ο ίδιος ικανοποιηθεί ότι η έκδοση του ήταν αναγκαία και αναλογική.  Κατά πόσο δηλαδή, η αναφορά του ότι είχε αναγνώσει την ένορκη ομολογία που είχε κατατεθεί, όπου βρισκόταν καταγραμμένη η σχετική μαρτυρία, η αναφορά «ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ η λήψη …» και ότι στη συνέχεια έθεσε την υπογραφή του, οδηγούν απαρέγκλιτα στο συμπέρασμα ότι ασφαλώς και είχε ικανοποιηθεί ότι η έκδοση του διατάγματος ήταν αναγκαία και αναλογική και απλά παρέλειψε ή δεν θεώρησε απαραίτητο να προβεί σε καταγραφή των κρίσεων του αυτών.

 

    Στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, «Εντάλματα Έρευνας και Κατάσχεση Πραγμάτων: Μελέτη για το Απαραβίαστο της Κατοικίας και για την Προστασία του Δικαιώματος στην Ιδιωτική Ζωή με Ιδιαίτερη Αναφορά στο Κυπριακό Δίκαιο», Νομική Βιβλιοθήκη 2021, στο οποίο παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Αιτητή αναφέρεται ότι (σελ.189):

 

«Είναι αυτή η διάκριση μεταξύ της άσκησης ιδίας κρίσης του Πρωτόδικου Δικαστού αφενός και της αντικειμενικής επάρκειας των στοιχείων ενώπιον του αφετέρου που εξασφαλίζει ότι εντάλματα έρευνας θα εκδίδονται επί τη βάσει στοιχείων και δεδομένων τα οποία δικαιολογούν τη σοβαρή επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα και το αίσθημα ασφάλειας που αναπόφευκτα συνεπάγεται η έκδοση και εκτέλεση εντάλματος έρευνας. Ως αποτέλεσμα, εάν ο εκδίδων Δικαστής δεν ασκήσει τη δική του κρίση, τότε το ένταλμα που εξέδωσε θα ακυρωθεί, έστω και αν τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν αντικειμενικά την ανάγκη στοιχειοθέτησης της «εύλογης αιτίας.»

 

 

 

    Στην Γεωργίου, Πολ. Αίτ. Αρ.39/2019, ημερ.26.6.2019, εκδόθηκε ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώθηκε το ένταλμα σύλληψης στην περίπτωση εκείνη.  Στο ένταλμα σύλληψης, της υπογραφής του Δικαστή που το εξέδωσε, προηγείτο η φράση: «Έχω / Δεν έχω ικανοποιηθεί λογικά για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος με βάση το περιεχόμενο του όρκου».  Δεν είχε διαγραφεί η μια από τις δύο επιλογές, που θα επιμαρτυρούσε ότι ο Δικαστής είχε ή δεν είχε ικανοποιηθεί για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος.  Αποφασίστηκε ότι:

 

«Η ένορκη δήλωση του αστυφύλακα προφανώς αποκάλυπτε και θεμελίωνε αντικειμενικά εύλογη υποψία εμπλοκής του αιτητή στα διερευνώμενα εγκλήματα.  Τα στοιχεία που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο ήσαν τέτοια που αντικειμενικά ιδωμένα είχαν τη δυναμική να οδηγήσουν ένα λογικό Δικαστήριο στην έκδοση του εντάλματος.  Πλην όμως η πλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην πλήρωση και της δεύτερης. Υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει, στο μυαλό του τρίτου αντικειμενικού παρατηρητή, αβεβαιότητα κατά πόσο το Δικαστήριο προχώρησε στην απαραίτητη εκείνη νοητική διεργασία ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του, πριν προχωρήσει να υπογράψει το ένταλμα και να θέσει επ ΄αυτού την υπογραφή του ως το εκδώσαν Δικαστήριο.  Η επίκληση της δικαστικής πρακτικής που ακολουθείται σε περίπτωση απόρριψης ενός εντάλματος ή και το τεκμήριο της κανονικότητας δεν είναι δυνατόν να συμπληρώσει ότι παραλήφθηκε και/ή δεν διαγράφηκε.  Δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο είχε εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα με βάση τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στην ένορκη δήλωση (Πολυκάρπου [(1991) 1 Α.Α.Δ. 207], σ. 216).  Ο ίδιος ο Δικαστής βαρύνεται με την υποχρέωση της αιτιολογίας για την έκδοση του διατάγματος, ζήτημα που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ή να πληρωθεί εκ των υστέρων, από τα όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση του αστυφύλακα στην παρουσία του οποίου τούτο εξεδόθη. Διαφορετική αντίκριση ήταν ωσάν το παρόν Δικαστήριο υποκαθιστούσε ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, την κρίση του εκδώσαντος το διάταγμα Δικαστηρίου.

 

Η ατομική ελευθερία, ως αναφαίρετο συνταγματικό δικαίωμα δεν μπορεί να περιοριστεί ή να αφεθεί στην αβεβαιότητα που δημιουργεί η πρόταση «έχω/δεν έχω ικανοποιηθεί λογικά για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος με βάση το περιεχόμενο του όρκου».

 

    Στην Γεωργίου, η αναφορά στην επίκληση της «δικαστικής πρακτικής που ακολουθείται σε περίπτωση απόρριψης ενός εντάλματος», δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση, ότι δηλαδή υπήρχε αμφιβολία ότι το ένταλμα είχε εκδοθεί.  Άλλωστε η σχετική αίτηση αφορούσε στην ακύρωση του, με δεδομένο ότι είχε εκδοθεί.  

 

    Όπως και εδώ, με το ζήτημα να είναι κατά πόσο παραμένει  αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσο ο Δικαστής που εξέδωσε το διάταγμα είχε ικανοποιηθεί ότι η έκδοση του ήταν αναγκαία και αναλογική.  Στις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η περίπτωση κατά την οποία, ο Δικαστής που εξέδωσε το διάταγμα, διερχόμενος το άρθρο 25 να εξέλαβε ότι ήταν αρκετό να τηρούνται οι καταγραμμένες προϋποθέσεις, δηλαδή, ως προς τη νόμιμη κράτηση του Αιτητή και ότι αρνείται να συγκατατεθεί στη λήψη μετρήσεων ή δειγμάτων.  Αυτός θα μπορούσε να ήταν και ο λόγος που δεν κατέγραψε ότι είχε ικανοποιηθεί ότι το διάταγμα ήταν αναγκαίο και αναλογικό, ακριβώς επειδή δεν θεώρησε ότι έπρεπε να ικανοποιηθεί προς τούτο.

 

    Στην Δ.Α., Πολ. Αίτ. Αρ.48/2024, ημερ.4.4.2024, όπου το κατώτερο Δικαστήριο δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε για το κατά πόσο είχε ικανοποιηθεί για την αναγκαιότητα για την έκδοση του διατάγματος, αναφέρθηκε ότι: «Πρόκειται περί ουσιώδους παραλείψεως, η οποία οδηγεί σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος».

 

    Εν προκειμένω, στην απουσία εκ μέρους του κατώτερου Δικαστηρίου κρίσης ότι η έκδοση του διατάγματος ήταν αναγκαία και αναλογική, απαραίτητη προϋπόθεση για τη νόμιμη έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 25 των περί Αστυνομίας Νόμων του 2004 έως 2023, η έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν ήταν νόμιμη και επομένως το διάταγμα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας του κατώτερου Δικαστηρίου και θα πρέπει να ακυρωθεί.  Μόνο εφόσον διαμόρφωνε τέτοια κρίση, είχε, το κατώτερο Δικαστήριο, εξουσία να εκδώσει το διάταγμα.

 

    Η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari, με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα ημερ.24.2.2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με το οποίο επιτράπηκε η λήψη παρειακών επιχρισμάτων ήτοι σάλιου, δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων καθώς και φωτογραφιών του Αιτητή.

 

    Τα έξοδα της Αίτησης, όπως και τα έξοδα της Αίτησης για άδεια, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                   Χ. Μαλαχτός, Δ.

 

 



[1] «Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων για την αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή δεδομένων που αφορούν στην υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό επιτρέπονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίες, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και εφόσον:

α) επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών·

β) επιβάλλονται για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου· ή

γ) η επεξεργασία αυτή αφορά σε δεδομένα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων».

 

[2] ΟΔΗΓΙΑ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου.

 

Η Οδηγία (ΕΕ) 2016/680  έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη αυτούσια με τον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2019, Ν.44(I)/2019.   

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο