ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
(Αίτηση Αρ. 1/2026)
22 Ιουνίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
1. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
2. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΤΣΑΜΠΑ
Αιτητές/Εφεσείοντες στο Εφετείο,
ν.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Καθ’ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης στο Εφετείο.
____________________________________________________________
Αιτητές παρόντες προσωπικά.
Ελ. Κωνσταντίνου (κα), Δημόσιος Κατήγορος, μαζί με Χρ. Θεμιστοκλέους (κα), Δημόσιος Κατήγορος Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Καθ’ης η Αίτηση.
Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη
Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
____________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση Διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρισης αίτησης για χορήγηση άδειας, δυνάμει των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2023 (εφεξής «ο Νόμος»).
To πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η Αίτηση εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση των Αιτητών που την συνοδεύει καθώς και τα επισυνημμένα σε αυτή έγγραφα.
Ως προκύπτει, στις 31/3/2026 εκδόθηκε από το Εφετείο απόφαση στις Ποινικές Εφέσεις 195/2024, 196/2024 και 197/2024. Ο Αιτητής ήταν ο Εφεσείων στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 195/2024 και 196/2024. Στην πρώτη επικυρώθηκε η καταδίκη του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ενώ στη δεύτερη μειώθηκαν οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που του είχαν επιβληθεί. Η Αιτήτρια ήταν η Εφεσείουσα στην Ποινική Έφεση αρ. 195/2024 με την οποία επικυρώθηκε η δική της καταδίκη σε άλλες κατηγορίες και η ποινή που της είχε επιβληθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ως προβάλλεται, μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, χρειάστηκε, από μέρους των Αιτητών, οι οποίοι δεν είχαν εκπροσωπηθεί κατά την εκδίκαση της Έφεσης ενώπιον του Εφετείου από δικηγόρο και δεν διαθέτουν εξειδικευμένη εμπειρία ή εξοικείωση με τις διαδικασίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εύλογος χρόνος για τη μελέτη της απόφασης, τον εντοπισμό των νομικών ζητημάτων που προέκυπταν από αυτή και την προετοιμασία των αναγκαίων ενεργειών για τη συγκέντρωση των σχετικών εγγράφων και τεκμηρίων. Κατόπιν απόψεων που έλαβαν αναφορικά με το κατάλληλο ένδικο μέσο, θεώρησαν, καλόπιστα, ως προβάλλεται, ότι η διαδικασία για χορήγηση άδειας προς καταχώριση αίτησης για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari αποτελούσε την ορθή, υπό τις περιστάσεις, διαδικασία. Ενεργώντας στη βάση αυτής της αντίληψης προχώρησαν στην ετοιμασία σχετικής διαδικασίας και καταχώρισαν αίτηση με την οποία επιδίωξαν τη χορήγηση άδειας για την καταχώριση αίτησης με κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari για ακύρωση της ως άνω Απόφασης του Εφετείου. Για την προετοιμασία της διαδικασίας αυτής αφιερώθηκε σημαντικός χρόνος, προσπάθεια και μελέτη. Όπως δε προστίθεται, ένεκα του γεγονότος ότι ο Αιτητής τελούσε υπό κράτηση ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, η επικοινωνία και ο συντονισμός μεταξύ των Αιτητών ήταν πρακτικά δυσχερής, ιδίως για σκοπούς προετοιμασίας, υπογραφής εγγράφων και ορκωμοσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφαση του στις 13/5/2026, απέρριψε την εν λόγω αίτηση, στη βάση του ότι δεν είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο της προνομιακής του εξουσίας να αναθεωρήσει απόφαση του Εφετείου, όπως ήταν η προκείμενη περίπτωση.
Μετά την απόρριψη της πιο πάνω διαδικασίας, την ίδια ημερομηνία η Αιτήτρια μετέβη στο Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου για σκοπούς καταχώρισης της διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Κατά την προσπάθεια καταχώρισης της αίτησης διαπιστώθηκε ότι η προθεσμία των 42 ημερών είχε ήδη παρέλθει.
Στην Αίτηση υπήρξε Ένσταση από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα, στην οποία, μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι δεν υφίσταται βάσιμος λόγος για χορήγηση άδειας για παράταση χρόνου καταχώρισης αίτησης για άδεια, καθώς και ότι δεν έχουν παρουσιαστεί γεγονότα που να φανερώνουν ουσιαστική αδυναμία των Αιτητών να καταχωρίσουν την αίτηση για καταχώριση άδειας εντός της προθεσμίας. Επιπλέον, προβάλλεται ότι δεν καταδεικνύεται, στην προκείμενη περίπτωση, οποιαδήποτε εξαιρετική περίσταση που να συνηγορεί υπέρ της άδειας για παράταση χρόνου και ότι η αίτηση για χορήγηση άδειας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού στην ουσία εκείνο το οποίο επιζητείται από τους Αιτητές είναι να αποφασιστούν εκ νέου τα ζητήματα που αποφασίστηκαν στο Ποινικό Εφετείο στο πλαίσιο των Ποινικών Εφέσεων αρ. 195/2024, 196/2024 και 197/2024.
Ο Κανονισμός 5 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2023[1] παρέχει πράγματι δικαιοδοσία για διαφοροποίηση οποιασδήποτε προθεσμίας η οποία καθορίζεται στους Κανονισμούς, εκτός αν αυτό αντιβαίνει στις πρόνοιες οποιουδήποτε νόμου.
Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η παράταση ή διαφοροποίηση οποιασδήποτε προβλεπόμενης προθεσμίας ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και θα πρέπει προς τούτο να αποδειχθεί βάσιμος λόγος. Ως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι νομοθετικές διατάξεις που προσδιορίζουν το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να λαμβάνονται ορισμένα διαδικαστικά μέτρα ερμηνεύονται αυστηρά, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχοντας υπόψη την ανάγκη για τελεσιδικία. Αντίθετη προσέγγιση θα αναιρούσε το λόγο ύπαρξης των προθεσμιών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.
Στην υπόθεση Χόππη ν. Παναγή (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, 143, η οποία αφορούσε αίτηση για παράταση χρόνου άσκησης έφεσης, αναφέρθηκε ότι:
«Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους Θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρηση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης.»
Κατά πόσο το Ανώτατο Δικαστήριο θα δώσει παράταση χρόνου για να καταχωριστεί αίτηση για χορήγηση άδειας, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, είναι ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια η οποία ασκείται πρωτογενώς και συναρτάται αποκλειστικά με την κρίση για το βάσιμο του αιτήματος. Η άσκηση της δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οποιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος (βλ. First Ukranian Development Ltd (2014) 1 Α.Α.Δ. 2234).
Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Καθ’ης η Αίτηση υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές όπως τα λανθασμένα διαβήματα και συμβουλές, δεν αποτελούν βάσιμους λόγους ή ουσιαστική αδυναμία για να καταχωρίσουν εμπρόθεσμα την Αίτηση τους για να δοθεί η αιτούμενη παράταση.
Με όλο το σεβασμό οι πιο πάνω προσεγγίσεις δεν μας βρίσκουν σύμφωνους.
Συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν μας και ισοζυγίζοντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα, κρίνουμε ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο. Δεν εντοπίζουμε αδιαφορία μοιραίας μορφής εκ μέρους των Αιτητών. Το λανθασμένο διάβημα που ακολούθησαν αρχικά ενεργώντας χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου, η καθυστέρηση που αναπόφευκτα αυτό προκάλεσε, αλλά και η άμεση μετάβαση των Αιτητών στο κατάλληλο διαδικαστικό μέσο την ίδια μόλις ημέρα που η αίτηση τους για άδεια προς καταχώριση αίτησης για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε συνάρτηση και με το γεγονός ότι η αίτηση για παράταση κατεχωρήθη μόλις τρεις ημέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας, είναι στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η πλευρά των Αιτητών ενήργησε χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση που να φανερώνει αδιαφορία ως προς την προώθηση των όποιων δικαιωμάτων τους. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση, ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος.
Στο πλαίσιο της Ένστασης αλλά και της Αγόρευσης της Καθ’ης η Αίτηση έγινε λόγος για το ότι τα νομικά θέματα που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που οι Αιτητές συμπεριέλαβαν στην υπό κρίση Αίτηση ως Παράρτημα Β, δεν συνιστούν νομικά θέματα που εμπίπτουν στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου. Όπως ορθά επισημάνθηκε από πλευράς των Αιτητών, δεν είναι επί του παρόντος που αυτά θα πρέπει να αποφασισθούν. Αυτά αποτελούν ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν το Ανώτατο Δικαστήριο σε περίπτωση καταχώρισης αίτησης για άδεια. Ό,τι απασχολεί, εν προκειμένω, είναι το ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί βάσιμος λόγος για χορήγηση παράτασης χρόνου.
Για τους λόγους που πιο πάνω έχουμε παραθέσει η απάντηση μας στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική. Τα ιδιαίτερα γεγονότα και περιστάσεις της υπόθεσης, στα οποία έχουμε ήδη κάνει αναφορά, συνηγορούν υπέρ της επέκτασης του χρόνου, επέκταση η οποία βρίσκουμε ότι εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.
Η Αίτηση εγκρίνεται.
Ο χρόνος καταχώρισης της αίτησης για άδεια παρατείνεται για περίοδο 10 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
[1] 5.(1) Το Δικαστήριο δύναται να διαφοροποιήσει οποιαδήποτε προθεσμία η οποία καθορίζεται στους Κανονισμούς, εκτός εάν αυτό αντιβαίνει στις πρόνοιες οποιουδήποτε νόμο.
(2) Το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την πιο πάνω εξουσία κατόπιν αίτησης διαδίκου ή αυτεπάγγελτα.
(3) Ο Πρωτοκολλητής ενημερώνει τους διαδίκους σε περίπτωση διαφοροποίησης προθεσμίας δυνάμει του παρόντος Κανονισμού, εκτός όπου η διαφοροποίηση διατάσσεται στην παρουσία τους.
(4) Αίτηση για παράταση χρόνου δύναται να εγκριθεί και μετά την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο