ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Π. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 122/2026, 5/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Π. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 122/2026, 5/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Αίτηση Αρ. 122/2026)

                                                                                                                  

 

 5 Ιουνίου, 2026

 

 

[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤON ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Π. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ, ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ MANDAMUS

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΝΟΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΑΡΘΡΑ 9Σ, 25Σ ΚΑΙ 35Σ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΙΔΡΥΣΗΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΥ 2024 ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 8 ΑΥΤΟΥ, ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΩΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ/Ή ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΟΥΤΩΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΤΡΑΠΕΙ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ ΟΠΩΣ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ ΚΑΙ/Ή ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΑΙ/Ή ΜΕΣΩ ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ/Ή ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΥ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΕΠ’  ΑΜΟΙΒΗ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΕΣ ΜΕ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ, ΉΤΟΙ ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΚΦΕΥΓΟΥΝ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΑΔΕΙΑ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΣΑ ΑΛΛΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ  

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ/Ή ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ Ή ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΚΑΙ/Ή Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΜΟΡΦΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΕΣΤΑΛΗ ΣΤΙΣ 16.1.2026, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ/Ή ΚΑΘ’ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙ ΙΔΡΥΣΗΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΥ 2024 ΚΑΙ/Ή ΚΑΘ’ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΜΕ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ ΓΙΑ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16.1.2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΙΤΗΜΑ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΕ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.3.2026 ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ 1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, 3. Α. ΣΥΜΕΟΥ, ΔΛ Α’ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΚΛΑΔΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΙΤΗΜΑ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΝΕΚΡΙΝΑΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΑΠΗΝΤΗΣΑΝ ΟΙ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ/Ή ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΡΓΟΙΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙΣ ΑΠΕΡΡΙΨΑΝ

 

....................

 

Δ. Νικολετόπουλος, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus με το οποίο να διατάσσεται ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και ή η Διευθύντρια και ή οι υπάλληλοι και ή οι αντιπρόσωποι του Τμήματος Μετανάστευσης «να συμμορφωθούν με τα άρθρα 25Σ, 28Σ, 35Σ, τον περί Δικαστηρίων Νόμο και τον περί Ίδρυσης Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και Συναφή Θέματα Νόμο 2024, άρθρα 3 και 8 και να επιτρέπουν την άσκηση του επαγγέλματος και/ή του επιτηδεύματος του αιτητή και/ή την προσφορά υπηρεσιών αφορωσών ζητήματα μετανάστευσης, διεθνούς προστασίας, αρχείου πληθυσμού, υπηρεσίες ασύλου, περιλαμβανομένης της υποχρεώσεως παραλαβής και εξέτασης οιασδήποτε αιτήσεως και/ή δηλώσεως και/ή εντύπου από τον αιτητή ως ανωτέρω και επιτρέποντας τη συνοδεία αιτητή-πελατών του και την είσοδο και/ή παραμονή στα Γραφεία του Τμήματος Μετανάστευσης με σκοπό την καταχώριση, προώθηση, υπογραφή, τροποποίηση, εγγραφή, κατάθεση οιωνδήποτε αιτήσεων, ενεργειών σχετικών στην άσκηση του επιτηδεύματος ως ανωτέρω».

Σύμφωνα με την Έκθεση Γεγονότων και την ένορκη δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την Αίτηση, ο Αιτητής είναι δικηγόρος και διατηρεί δικηγορικό γραφείο με κύκλο εργασιών σε όλη την Κύπρο, προσφέροντας, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σχετιζόμενες με θέματα μετανάστευσης, διεθνούς προστασίας, αρχείου πληθυσμού, υπηρεσίες ασύλου και άλλα συναφή θέματα. Στις 26.11.2025 το Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων επέβαλε στον Αιτητή ποινή αναστολής της άδειας επαγγέλματος του δικηγόρου για περίοδο 14 μηνών από τις 17.12.2025.

Σύμφωνα με τον Αιτητή, η εν λόγω απόφαση δεν αφορά σε απαγόρευση άσκησης επιτηδεύματος πέραν της δικηγορίας, επομένως αυτός δύναται να ασκεί οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα σύμφωνα με το Άρθρο 25 του Συντάγματος, όπως υπηρεσίες μετανάστευσης, αρχείου πληθυσμού, υπηρεσίες ασύλου και άλλες συναφείς υπηρεσίες. Παρά ταύτα, αποτελεί θέση του Αιτητή ότι οι λειτουργοί του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του απαγορεύουν να καταθέσει οποιαδήποτε αίτηση και ή αλληλογραφία, είτε αυτή προέρχεται από τον ίδιο είτε από αντιπροσώπους του, και απαγορεύουν επίσης στον ίδιο και ή στους αντιπροσώπους του την είσοδο και παραμονή στον χώρο των γραφείων εξυπηρέτησης του κοινού στη Λεωφ. Μακαρίου, στη Λευκωσία, κατ’ επίκληση της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Στις 16.1.2026 στάληκε στον Αιτητή επιστολή από διοικητικό λειτουργό Α’ του Τμήματος Μετανάστευσης, με το ακόλουθο περιεχόμενο:

«… δεδομένης της αναστολής της άδειας άσκησης του επαγγέλματός σας για περίοδο δεκατεσσάρων (14) μηνών, αρχομένης από τις 17.12.2025, έχω οδηγίες να σας ενημερώσω ότι εμποδίζεστε να ασκείτε το δικηγορικό επάγγελμα είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω εμπορικής επωνυμίας, είτε μέσω νομικών προσώπων, περιλαμβανομένων δικηγορικής ή άλλης εταιρεία ή συνεταιρισμού.

 

…Ως εκ τούτου, αιτήματα που υποβάλλονται από εσάς και αφορούν σε αρμοδιότητες του Τμήματος Μετανάστευσης δεν θα τυγχάνουν χειρισμού ή ενημέρωσης σας.»

Στις 23.1.2026 ο Αιτητής απέστειλε επιστολή προς το Τμήμα Μετανάστευσης, με το οποίο τους ενημέρωνε για το αβάσιμο, αυθαίρετο και απαράδεκτο γεγονός της καθολικής απαγόρευσης στον Αιτητή να εκτελεί εργασίες στο Τμήμα, θεωρώντας ότι αυτή (η απαγόρευση) παραβιάζει τα συνταγματικά του δικαιώματα. Στην επιστολή παρέθετε επίσης τις επιπτώσεις της εν λόγω απόφασης του Τμήματος στον ίδιο σε προσωπικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και οικονομικό επίπεδο. 

Σύμφωνα με τον Αιτητή, από τις 16.1.2026 μέχρι και την καταχώριση της παρούσας, απαγορεύεται στον ίδιο και ή στους αντιπροσώπους του να εισέλθουν στα γραφεία του Τμήματος και να ασκήσει εργασίες οι οποίες δεν έχουν σχέση με την ιδιότητα του δικηγόρου. Στις 13.2.2026 καταχώρισε την αίτηση υπ’  αρ. 25/2026 με την οποία ζητούσε άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, εξέδωσε απόφαση ημερ. 3.3.2026, απορρίπτοντας την αίτηση στη βάση του ότι δεν είχε υποβληθεί από μέρους του Αιτητή σαφής και διακριτή απαίτηση προς την αρμόδια αρχή με την οποία να ζητείται η απόδοση συγκεκριμένης θεραπείας. Πρόκειται για την απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χρίστου Π. Χριστοδουλίδη, Πολ. Αίτηση Αρ. 25/2026, ημερ. 3.3.2026. Έτσι, ο Αιτητής απηύθυνε επιστολή ημερ. 5.3.2026 προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης και τη διοικητική λειτουργό που απέστειλε την επιστολή ημερ. 16.1.2026, με την οποία ζητούσε την ανάκληση της εν λόγω απόφασης.

Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, ουδέποτε έλαβε απάντηση στο αίτημα του. Επομένως, θεωρεί ότι υπάρχει άρνηση ικανοποίησης αυτού και ότι η συμπεριφορά του Τμήματος είναι παράνομη, αυθαίρετη, καταχρηστική, καταστροφική για τον ίδιο και αντισυνταγματική. Γι’  αυτό θεωρεί πως πρέπει να του χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια.

Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Άνθιμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, για τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για Mandamus, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ιερόθεου Χριστοδούλου, άλλως Ρόπα (2008) 1 Α.Α.Δ. 43, λέχθηκαν τα εξής:

«Συνήθως η θεραπεία με το προνομιακό ένταλμα Mandamus, χρησιμοποιείται για να διαταχθεί κατώτερο Δικαστήριο να ασκήσει συγκεκριμένη εξουσία, μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του. Όμως η θεραπεία μπορεί να εξασφαλιστεί για να εξαναγκάσει και άλλες αρχές ή όργανα ή πρόσωπα τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία, για να εκτελέσουν δημόσιο καθήκον το οποίο επιβάλλει ο Νόμος...[..]. Προϋπόθεση για την παραχώρηση της θεραπείας, είναι ο Αιτητής να έχει δικαίωμα να ζητήσει την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Επίσης, ο Αιτητής θα πρέπει προτού αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια, να έχει αιτηθεί από το δημόσιο όργανο την εκτέλεση του καθήκοντός του, αλλά αυτό να έχει αρνηθεί να συμμορφωθεί.»

Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της εταιρείας Darimpex Ltd, Πολ. Αίτηση Αρ. 128/2001, ημερ. 1.9.2021, στην οποία συνοψίστηκαν οι προϋποθέσεις για τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί για να εκδώσει ένταλμα Mandamus:

«i. αναγκαίο έννομο συμφέρον του αιτητή (locus standi)

ii. υποβολή διακριτής απαίτησης από το ως άνω πρόσωπο σε δικαστική αρχή ή άλλο δημόσιο όργανο για απόδοση συγκεκριμένης θεραπείας.

iii. άρνηση συμμόρφωσης οργάνου κατά παράβαση συγκεκριμένου καθήκοντος.

iv. το επιδιωκόμενο προς εκτέλεση καθήκον να εμπίπτει στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

v. να μην υπάρχει άλλη εναλλακτική θεραπεία – ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, εάν τέτοια θεραπεία συντρέχει.»

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έχει προβεί στην υποβολή διακριτής απαίτησης προς το Τμήμα Μετανάστευσης, ικανοποιώντας έτσι τη σχετική προϋπόθεση που θέτει η νομολογία και προς συμμόρφωση με την απόφαση ημερ. 3.3.2026 στην Πολ. Αίτηση Αρ. 25/2026.

Μια ανάγνωση της επιστολής ημερ. 16.1.2026 καταδεικνύει ότι ο Αιτητής ενημερωνόταν πως λόγω της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής αναστολής της άδειας άσκησης του επαγγέλματος του, αυτός εμποδίζεται να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα είτε προσωπικά, είτε μέσω τρίτων, και επομένως αιτήματα που υποβάλλονται από αυτόν και αφορούν σε αρμοδιότητες του Τμήματος δεν θα τυγχάνουν χειρισμού. Με την επιστολή ημερ. 5.3.2026, η οποία στάληκε από τον Αιτητή, ο τελευταίος ζητά την ανάκληση της απόφασης ημερ. 16.1.2026, την οποία ο ίδιος ερμηνεύει ότι απαγορεύει την άσκηση του επιτηδεύματος της παροχής υπηρεσιών μετανάστευσης και αλλοδαπών και συνακολούθα απαγορεύει την άσκηση επιτηδεύματος το οποίο δεν εμπίπτει εντός της έννοιας του «ασκείν την δικηγορία». Περαιτέρω, ζητά την άρση της απαγόρευσης της εισόδου και παραμονής του στον χώρο του Υφυπουργείου για σκοπούς παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Διαφαίνεται ότι το Τμήμα Μετανάστευσης δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην επιστολή ημερ. 16.1.2026 αναφέρεται ότι αυτή ήταν η τελευταία επικοινωνία αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα και καλούσε τον Αιτητή να αποταθεί στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις αναφορικά με το καθεστώς και τις συνέπειες της αναστολής της άδειας άσκησης επαγγέλματος.

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται ότι η απόφαση του Τμήματος αφορούσε στην αναστολή άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου από τον Αιτητή για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με επακόλουθο να μην δύναται να ασκεί το εν λόγω επάγγελμα του για την εν λόγω περίοδο και τα αιτήματα που υποβάλλονταν από τον ίδιο προσωπικά ή μέσω τρίτων, να μην μπορούν να τύχουν χειρισμού από το Τμήμα. Επομένως, η απόφαση φαίνεται να περιορίζεται στην απαγόρευση αποδοχής αιτημάτων στο Τμήμα, λόγω της αδυναμίας από τον Αιτητή άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου.

Ο Αιτητής δεν φαίνεται να αμφισβητεί ότι η επιβληθείσα σε αυτόν ποινή καθιστά αδύνατη την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου από αυτόν. Αντιθέτως, θεωρεί ότι η απόφαση του Τμήματος αφορά σε καθολική απαγόρευση άσκησης οποιασδήποτε εργασίας που έχει σχέση με το Τμήμα, δηλαδή ακόμα και εργασίας η οποία δεν απαιτεί την κατοχή άδειας δικηγόρου. Εξ ου και η απαίτηση του προς το Τμήμα είναι η ανάκληση της απόφασης, με μια παντελώς γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη αναφορά περί καθολικής απαγόρευσης άσκησης επιτηδεύματος όχι υπό την ιδιότητα του δικηγόρου, χωρίς να προσδιορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο τι ακριβώς ζητείται από το Τμήμα και κυρίως ποια ακριβώς είναι η νομική υποχρέωση του Τμήματος με την οποία το Τμήμα κατ’ ισχυρισμό αρνείται να συμμορφωθεί.

Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Λοΐζου, Πολ. Έφεση Αρ. 138/2018, ημερ. 20.7.2018, θα πρέπει να καταδεικνύεται με σαφήνεια η συγκεκριμένη υποχρέωση ή καθήκον από πλευράς της αρμόδιας Αρχής, την οποία αρνείται να εκτελέσει, σε αντιπαραβολή με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

«Στην υπόθεση R. v. The Bristol and Exeter Railway Company 12 L.J.Q.B. λέχθηκε ότι «It is necessary, before a rule is applied for, that a distinct demand should be made upon those who are required to do an act, and that it should be distinctly pointed out to them what it is that they are required to do.». Δεν πρόκειται για τυπικό ζήτημα, αλλά για ζήτημα ουσίας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Palm-Mount Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 413/2016, ημερομηνίας 3.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A154).

Αποτελεί περαιτέρω προϋπόθεση για την απόδοση προνομιακού εντάλματος mandamus η ύπαρξη νομικού δικαιώματος ή υποχρέωσης. Όπως παρατηρείται στον Basu, πιο πάνω, σελ. 478, «The foundation of mandamus is the existence of the right. It is not intended to create a right but to restore a party who has been denied his right to the enjoyment of such right.». Η υποχρέωση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να προκύπτει από το Σύνταγμα, το νόμο, το Κοινοδίκαιο ή από κανονισμούς ή οδηγίες που έχουν νομοθετική υπόσταση.

Δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση εντάλματος mandamus για διοικητικές πράξεις που εμπίπτουν με βάση το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. Δεν μπορεί να εκδοθεί ένταλμα mandamus, εκτός εαν ο αιτητής έχει δικαίωμα να αξιώσει την άσκηση συγκεκριμένης νομικής υποχρέωσης του διοικητικού οργάνου, σε αντιπαραβολή με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Όμως, προνομιακό ένταλμα μπορεί να εκδοθεί αν το καθήκον δημόσιας Αρχής αφορά σε θέμα ιδιωτικού και όχι δημόσιου δικαίου.»

Επομένως, ενώ το Τμήμα φαίνεται να μην δέχεται αιτήματα από ή εκ μέρους του Αιτητή λόγω της αναστολής της άδειας άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου, αυτός αιτήθηκε από το Τμήμα ανάκληση της εν λόγω απόφασης στη βάση του ότι απαγορεύεται στον Αιτητή η άσκηση επιτηδεύματος άλλου από αυτό του δικηγόρου και η είσοδος του στο Τμήμα για τον σκοπό αυτό. Προφανώς και αυτή η απαίτηση δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην ίδια την απόφαση του Τμήματος και παραμένει παντελώς γενική και αόριστη, χωρίς να καταδεικνύεται ποια ακριβώς είναι τα διαβήματα τα οποία το Τμήμα οφείλει να αποδέχεται από ή εκ μέρους του Αιτητή και συνακόλουθα η όποια υποχρέωση του Τμήματος στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου.

Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε να δικαιολογείται η έγκριση της Αίτησης.

Η Αίτηση απορρίπτεται.

           

 

                                                                   Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο