ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 123/2026
15 Ιουνίου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ)
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ AΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΙΤΗΣH ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΎ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 2.2.2026 ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ M. C. B.
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 2.2.2026 ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ C. M. B.
----------------------------
Ε.Κ. Ευσταθίου, για Ευστάθιος K. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Με την υπό συζήτηση αίτηση, οι αιτητές επιζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου certiorari, με σκοπό την ακύρωση ενταλμάτων σύλληψης που εκδόθηκαν σε βάρος τους από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (το κατώτερο Δικαστήριο), στις 2.2.2026, τα οποία εκτελέστηκαν στις 9.4.2026 κατά την άφιξη των αιτητών στο αεροδρόμιο Λάρνακας.
Τα ως άνω εντάλματα σύλληψης, εκδόθηκαν στη βάση ένορκης δήλωσης του λοχία της Αστυνομίας Ανδρέα Τσεκούρα (Αρ. Μητρώου 3070), του ΤΑΕ Πάφου, στο πλαίσιο διερεύνησης αδικημάτων απάτης, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, συνομωσίας για καταδολίευση και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2015-2017, στην Επαρχία Πάφου.
Αδρομερώς, τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου μέσω της Έκθεσης και της πιο πάνω ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση, αποκαλύπτουν ότι στις 3.2.2024, προσήλθε στο ΤΑΕ Πάφου ο Alexander Hamilton, συνταξιούχος δικηγόρος που διαμένει σε χωριό της επαρχίας Πάφου, καταγγέλλοντας ότι το 2015, φιλικό του πρόσωπο τον έφερε σε επαφή με τρίτο πρόσωπο, τον M. W., (εναντίον του οποίου, με την ίδια αίτηση, επιζητείτο επίσης ένταλμα σύλληψης για τα πιο πάνω αδικήματα, ως ύποπτου 1), σε σχέση με επενδυτικό σχέδιο με υψηλές αποδόσεις, ιδρυτές του οποίου ήταν οι Αιτητές (ύποπτοι 2 και 3), τότε κάτοικοι Κύπρου και τώρα κάτοικοι Αγγλίας. Ο 1ος ύποπτος, σε συνάντηση που είχε μαζί του, του παρουσίασε τον τρόπο λειτουργίας του σχεδίου, εξηγώντας του ότι εκπροσωπεί επενδυτικό ταμείο που ανταλλάσσει συναλλαγές FOREX, αναφέροντας του ότι ο ίδιος (A. Hamilton) θα επένδυε ένα χρηματικό ποσό στο επενδυτικό ταμείο που θα πήγαινε σε ένα λογαριασμό της εταιρείας FxPro PAMM, που εντολοδόχος ήταν ο 1ος ύποπτος. Τον διαβεβαίωσε, επίσης, ότι το κεφάλαιο του δεν θα χαθεί ή θα κλαπεί και ότι οι αιτητές (ύποπτοι 2 και 3), δεν έχουν καμία πρόσβαση στο λογαριασμό που θα κατάθετε τα χρήματα, ενώ του εξήγησε ότι το εν λόγω σχέδιο διαχειρίζεται πόρους πέραν των US$12 εκατομμυρίων (Δολάρια Αμερικής). Από το Μάιο του 2015 έως τον Οκτώβριο του 2016 ο Hamilton πείστηκε και επένδυσε το συνολικό ποσό των US$698.888.-, στο πιο πάνω ταμείο. Οι καταθέσεις γίνονταν σε δύο διαφορετικούς λογαριασμούς, τράπεζας στο Μακάο της Κίνας, των οποίων εντολοδόχοι, τελικά, ήταν οι αιτητές (ύποπτοι 2 και 3). Το Μάρτιο του 2017, μετά από υποψίες του Hamilton, ο τελευταίος μετέβη στη Μαλαισία όπου συνάντησε τον έμπορο Daniel Arkian, που ως του αναφέρθηκε επένδυσε στο εν λόγω σχέδιο, όπου και διαπίστωσε ότι είχε εξαπατηθεί. Ζήτησε από το 2ο ύποπτο, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απόδειξη για τη χρηματοληπτική ικανότητα του ταμείου και του στάλθηκε πιστοποίηση κεφαλαίων για US$38.000.000.-, στο λογαριασμό του Arkian στη Saxo Bank, η οποία ήταν πλαστή. Έρευνα του ιδίου στα κεντρικά γραφεία της FxPro στη Λεμεσό, αποκάλυψε ότι δεν υπήρχε ποτέ λογαριασμός FxPro PAMM. Αγγλικό Δικαστήριο στο οποίο κατέφυγε ο Hamilton σε βάρος και των τριών υπόπτων διέταξε την αποζημίωση του για το ποσό των £720.000.- (Λίρες Αγγλίας) που αποτελούσε ολόκληρο το ποσό που επένδυσε, πλέον τόκους. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, στο οποίο οι τρεις ύποπτοι εφεσίβαλαν την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση τους. Στο πλαίσιο Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας η οποία αποστάληκε στις Αρχές της Δανίας με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο η πιστοποίηση κεφαλαίων για US$38.000.000.- σε λογαριασμό του Arkian στη Saxo Bank, διαπιστώθηκε ότι το έγγραφο πιστοποίησης κεφαλαίων για US$38.000.000.- στον εν λόγω λογαριασμό, που είχε αποσταλεί στον παραπονούμενο εκ μέρους του 2ου ύποπτου, ήταν πλαστό. Όσον αφορά δε τον αριθμό λογαριασμού 901283, που εμφανίζεται ότι είναι του Arkian, δεν αποτελεί λογαριασμό της Saxo Bank. Ενόψει των πιο πάνω, κατέληγε ο Λοχίας Τσεκούρας «ζητώ την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης εναντίον και των τριών υπόπτων για σκοπούς διερεύνησης των αδικημάτων».
Το κατώτερο Δικαστήριο στη βάση της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας, έκρινε δικαιολογημένα τα αιτήματα και προχώρησε στην έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων σύλληψης των υπόπτων 2 και 3, υποδεικνύοντας ότι «υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοση του παρόντος εντάλματος σύλληψης έχει διαπράξει τα υπό διερεύνηση αδικήματα και έχω ικανοποιηθεί για την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος και πληρούνται οι προϋποθέσεις του με βάση το Νόμο τη Νομολογία και το Σύνταγμα».
Οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση προκρίνονται στην ως άνω Έκθεση ενώ επαναλαμβάνονται και σε κάποιο βαθμό εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση της Κούλας Στυλιανού, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Αποτελεί θέση της πλευράς των Αιτητών ότι τα εκκαλούμενα εντάλματα εκδόθηκαν κατά παράβαση συνταγματικών εγγυήσεων και χωρίς να υπάρχει επαρκής μαρτυρία. Το εκδώσαν τα εντάλματα Δικαστήριο, προβάλλεται, δεν είχε ενώπιον του αξιόπιστο και νομικά επαρκές μαρτυρικό υπόβαθρο που να δημιουργεί την ύπαρξη εύλογης υποψίας σε βάρος των αιτητών. Υποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι δεν άσκησε τη δικαιοδοσία του κατά τον επιβαλλόμενο από το Νόμο τρόπο και ότι προσέγγισε μηχανιστικά τα ζητήματα, χωρίς να προβεί σε ουσιαστική και ανεξάρτητη αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, περιοριζόμενο σε τυπική αποδοχή της παρουσίασης της Αστυνομίας. Παράλληλα, προβάλλεται πως με την έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων, παραβιάστηκε η Αρχή της αναλογικότητας και αναγκαιότητας για την έκδοση τους, αφού με τη μαρτυρία δεν τεκμηριώνεται η σαφής προσωπική σύνδεση των αιτητών με τη διαχείριση των σχετικών λογαριασμών. Το εκδώσαν τα εκκαλούμενα εντάλματα Δικαστήριο, προστίθεται, υπέπεσε σε νομική πλάνη ως προς το κριτήριο της εύλογης υποψίας, χωρίς την ύπαρξη επαρκούς πραγματικού και αποδεικτικού υπόβαθρου, ενώ παράλληλα στηρίχτηκε σε ουσιώδη βαθμό σε μαρτυρικό υλικό προερχόμενο από αλλοδαπές δικαιοδοσίες χωρίς να παρουσιάζεται επακριβώς η έκταση και το περιεχόμενο της εν λόγω συνδρομής, ούτε ο τρόπος με τον οποίο τα στοιχεία αυτά συλλέχθηκαν, διαβιβάστηκαν και ενσωματώθηκαν στον μαρτυρικό υλικό. Εν πάση περιπτώσει, προκρίνεται, υπήρξε ελλιπής και μονομερής παρουσίαση της μαρτυρίας αφού δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο η πραγματική φύση, η προέλευση και η αποδεικτική αξία των στοιχείων που φέρονται να στηρίζουν την ύπαρξη εύλογης υποψίας, ενώ παράλληλα, δεν αποκαλύφθηκαν ουσιώδη στοιχεία. Επί τούτου, παραπέμπουν στο γεγονός πως καθ’ ον χρόνο παραδόθηκε στους δικηγόρους των αιτητών μαρτυρικό υλικό από την Κατηγορούσα Αρχή, μετά την καταχώριση ποινικής υπόθεσης σε βάρος των τελευταίων, περιλαμβάνονταν στοιχεία σχετιζόμενα με τα υπό διερεύνηση γεγονότα, όπως τραπεζικά, εταιρικά και επικοινωνιακά δεδομένα, χωρίς το πιο πάνω υλικό να είχε τεθεί ενώπιον του εκδώσαντος τα εκκαλούμενα εντάλματα Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, προβάλλεται, η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν διαδικασίας που δεν πληρούσε την υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης που διέπει τις μονομερείς διαδικασίες, υποστηρίζοντας ότι και γι΄ αυτό το λόγο είναι ακυρωτέα, μέσω προνομιακού εντάλματος certiorari.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο της παρουσίασης της υπό συζήτησης αίτησης, υιοθέτησε γραπτή του αγόρευση, επαναλαμβάνοντας, ουσιαστικά τις εισηγήσεις και τις θέσεις των αιτητών ως αναδύονται στην αίτηση.
Έχω διεξέλθει με προσοχή τα προσβαλλόμενα εντάλματα σύλληψης, την Έκθεση και ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την υπό συζήτηση αίτηση, ως επίσης τις αναφορές, επισημάνσεις και εισηγήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου των αιτητών.
Τα προνομιακά εντάλματα ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων χορηγούνται με φειδώ και κατ’ εξαίρεση. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018). Μέσω της συγκεκριμένης, προνομιακής του δικαιοδοσίας, η οποία ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τους χειρισμούς ούτε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους. Στο στάδιο δε της μονομερούς αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, ούτε εξετάζει την υπόθεση σε βάθος (Base Metal Trading Ltd v. Fastack Development Ltdκ.α. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1535).
H εξουσία για την έκδοση εντάλματος σύλληψης παρέχεται από το Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος. Σύμφωνα με αυτό, όποτε και όπως ο νόμος ορίζει, εφόσον υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι κάποιο άτομο ενέχεται στη διάπραξη αδικήματος, επιτρέπεται η σύλληψη του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ως έχει τροποποιηθεί:
«18.-(1) Όταν δικαστής ικανοποιείται με γραπτή ένορκη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα ή όταν η σύλληψη ή η κράτηση θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία για παρεμπόδιση διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά τη διάπραξη αυτού, ο δικαστής δύναται να εκδώσει ένταλμα (που θα αναφέρεται στον παρόντα Νόμο ως ένταλμα συλλήψεως) το οποίο να εξουσιοδοτεί τη σύλληψη του ατόμου εναντίον του οποίου στρέφεται το ένταλμα.»
Κατ’ επανάληψη έχει υποδειχθεί πως με δεδομένη την ύψιστη σημασία που έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του ατόμου, οποιοσδήποτε περιορισμός του πρέπει να εμπίπτει στους ρητά και περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους του νόμου και να τεκμηριώνεται από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης (βλ. μεταξύ άλλων Ανδρέας Τσουλούπας ν. Γενικός Εισαγγελέας (2002) 1 Α.Α.Δ. 1263). Το ως άνω άρθρο του Κεφ.155, προδιαγράφει τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη της εύλογης υπόνοιας. Στην περίπτωση που η απάντηση στο πιο πάνω, πρωτεύον ερώτημα, είναι καταφατική, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσον τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοση του εντάλματος σύλληψης αναγκαία ή επιθυμητή. Μόνο στην περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι συντρέχει και αυτή η προϋπόθεση, θα προχωρήσει στην έκδοση του εντάλματος σύλληψης (βλ. Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207, Παναγιώτου (2004) 1(β) Α.Α.Δ. 1094, Αναφορικά με την Αίτηση του Ν.Κ., Πολ. Εφ. Αρ. 19/2022, ημερ. 13.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:B79, και Αναφορικά με την Αίτηση του Mark Jone Davis, Πολ. Εφ. 144/22, ημερ. 3.10.2023). Έχει, ασφαλώς, τη δική της σημασία, η υπόμνηση του γεγονότος ότι στις περιπτώσεις του είδους, η αποδεικτική αξία του μαρτυρικού υλικού που τίθεται υπόψιν του Δικαστηρίου, δεν αποτιμάται σε αυτό το στάδιο. Περί υπονοιών ο λόγος (CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 652, και Σιμιλλίδης v. Αστυνομίας (Αρ.1) (1997) 2 Α.Α.Δ. 160).
Παραπονείται η πλευρά του αιτητή για το γεγονός ότι μαρτυρικό υλικό και στοιχεία που αφορούν την υπόθεση φαίνεται να προέρχονται από το εξωτερικό, διασυνδέοντας τούτο με την «ακεραιότητα», «αξιοπιστία» και «αποδεικτική βαρύτητα» τους, επισημαίνοντας παράλληλα πως ως διεφάνη σε μεταγενέστερο στάδιο, διάφορα στοιχεία και γεγονότα δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε τα εκκαλούμενα εντάλματα, καθ’ ον χρόνο εξέταζε το ζήτημα. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι το ζητούμενο σε περιπτώσεις του είδους, είναι η όποια πληροφόρηση, από οπουδήποτε αυτή και αν προέρχεται, να διαθέτει εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στο Δικαστήριο που επιλαμβάνεται σχετικού αιτήματος, να καταλήξει ότι στοιχειοθετείται η εύλογη υπόνοια ως ο όρος περιλαμβάνεται στο άρθρο 18 του ΚΕΦ. 155 και έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία. Δεν τίθεται ζήτημα αξιολόγησης της όποιας μαρτυρίας και στοιχείων, κατά τον τρόπο που απασχολεί τούτο στο στάδιο που το Δικαστήριο καλείται προβεί σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα και κατά πόσο στοιχειοθετείτε η όποια κατηγορία. Είναι αρκετό οι όποιες πληροφορίες να έχουν τη δυναμική να θεμελιώσουν την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας. Παρεμβάλλεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, πλείστες όσες πληροφορίες και στοιχεία εξασφαλίστηκαν μέσω της θεσμοθετημένης διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας. Η υπόδειξη δε, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, πως μετά την καταχώριση ποινικής υπόθεσης σε βάρος των Αιτητών, όπου οι τελευταίοι είχαν πλήρη πρόσβαση στο σχετικό μαρτυρικό υλικό, εντοπίζοντας ότι μέρος αυτού δεν τέθηκε αυτούσιο υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου καθ’ όν χρόνο επιλαμβανόταν του αιτήματος για έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων, χωρίς να καταδειχθεί ποιο συγκεκριμένο μέρος από αυτό δεν τέθηκε υπόψη του, αν αυτό είχε πράγματι εξασφαλιστεί μέχρι τότε και, αν θα μπορούσε, δυνητικά έστω, να είχε οποιαδήποτε σημασία για την έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική επίδραση.
Υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης ή μη εντάλματος σύλληψης, κατ’ επίκληση του άρθρου 18 του Κεφ.155, έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν μέσω το όρκου ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Με δεδομένο ότι για την στοιχειοθέτηση της εύλογης υπόνοιας/υποψίας, το επίπεδο που χρειάζεται να ικανοποιηθεί από απόψεως μαρτυρίας είναι περιορισμένο, διαπιστώνεται ότι τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία και λεπτομέρειες, ικανά να υπερβούν το ούτος ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που απαιτείται σε περιπτώσεις του είδους. Οι υπόνοιες της αστυνομίας σε βάρος και των Αιτητών στην υπό συζήτηση περίπτωση ήταν καθ' όλα εύλογες. Ο όρκος που υποστηρίζει το αίτημα έκδοσης των εκκαλούμενων ενταλμάτων, αποκαλύπτει, πέραν από τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διερευνώνται, μεταξύ των οποίων και το αδίκημα της συνωμοσίας, ένα ευρύτερο πλέγμα γεγονότων τα οποία εξελίσσονται σε διάφορες χώρες με εμπλοκή και συνδρομή διαφόρων προσώπων, των Αιτητών περιλαμβανομένων. Η απάντηση στο πρωτεύων ερώτημα, κατά πόσο δηλαδή στην υπό συζήτηση περίπτωση το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει ότι στοιχειοθετείτε η εύλογη υπόνοια, ως ο όρος περιλαμβάνεται στο άρθρο 18 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 , δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική.
Ως έχει σημειωθεί, στις περιπτώσεις του είδους, το δεύτερο στάδιο της έρευνας στην οποία θα πρέπει το Δικαστήριο να προβεί, αποσκοπεί στη διαπίστωση κατά πόσο τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοσή του αναγκαία ή επιθυμητή.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως η γνώμη του προσώπου που υπογράφει την ένορκη δήλωση, ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι ο καθ' ου η αίτηση διέπραξε το αδίκημα ή ακόμα ότι η σύλληψη είναι ευλόγως αναγκαία προς αποφυγή επηρεασμού μαρτύρων απόκρυψης ή καταστροφής τεκμηρίων, δεν είναι από μόνη της αρκετή (βλ. επίσης Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ.355/2019, ημερ.16.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:A257 και Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Σ. για την έκδοση εντάλματος certiorari, Πολιτική Αίτηση αρ. 95/2022 ημερ. 27.6.2022). Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Πολυκάρπου (ανωτέρω), ο λόγος της οποίας διαχρονικά επαναλαμβάνεται από τα δικαστήρια: «ανεξαρτήτως της άποψης που εκφράζεται από τον Αστυνομικό, το ίδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στο δικό του συμπέρασμα με βάση την ένορκη δήλωση για την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας σύνδεσης του υπόπτου με τα αδικήματα της αναγκαιότητας έκδοσης του εντάλματος, …».
Η εισήγηση περί μηχανιστικής προσέγγισης εκ μέρους του κατώτερου Δικαστηρίου των αναφορών του ομνύοντος αστυνομικού, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Πέραν των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί σε σχέση με το περιεχόμενο του όρκου, όπου η φύση και η σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων και η διασύνδεση τους με την εξέλιξη πολύπλοκων γεγονότων που περιέβαλλαν την υπό εξέταση περίπτωση, διασυνδέοντας τα και με τους Αιτητές, παρουσιάζονται ικανά να δικαιολογήσουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου που εξέταζε το σχετικό αίτημα, υπέρ της έγκρισης του, (Παναγιώτου (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1094), το Δικαστήριο, ως στο ίδιο το ένταλμα καταγράφεται, προχώρησε στην έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων έχοντας υπόψη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, την οποία μελέτησε προσεκτικά, διαμορφώνοντας την δική του κρίση ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης των ενταλμάτων σύλληψης για την αποτελεσματική διερεύνηση των αδικημάτων. Ως δε καταγράφεται στα ίδια τα εκκαλούμενα εντάλματα σύλληψης, ικανοποιήθηκε, όχι μόνο για την εύλογη υπόνοια διάπραξης από μέρους και των Αιτητών των υπό διερεύνηση αδικημάτων αλλά και για την αναγκαιότητα έκδοσης τους, κρίνοντας ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, παραπέμποντας προς τούτο στο νόμο και τη νομολογία.
Άλλωστε, η διευκόλυνση των ανακρίσεων που ο ομνύων αστυνομικός επικαλείται για την έκδοση των εκκαλούμενων ενταλμάτων, δεν είναι λόγος άγνωστος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Αντίθετα, στη βάση πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης, μπορεί να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης ενός τέτοιου εντάλματος (βλ. Cook Neil Lee (Αρ.2), (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 12, Αναφορικά με την Αίτηση του ΕΕ, Πολ. Αίτ. 146/2022 ημερ. 30.09.2022, ECLI:CY:AD:2022:D368 και Αναφορικά με την Αίτηση του Λ.Λ., Πολ. Αίτ. 142/2024 ημερ. 04.09.2024). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το σύνολο των γεγονότων που την περιβάλλουν και η εξέλιξη τους, ως τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, καθιστούσε πράγματι αναγκαία και επιθυμητή την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος για σκοπούς διευκόλυνσης των ανακρίσεων.
Των ως άνω λεχθέντων, το ζήτημα της αναγκαιότητας και αναλογικότητας του εκδοθέντος διατάγματος, ως προβάλλεται από την πλευρά του Αιτητή, δεν θα μπορούσε, βάσιμα να προβληθεί στην υπό εξέταση περίπτωση, για την ακύρωση του εκκαλούμενου διατάγματος μέσω της έκδοσης προνομιακού εντάλματος certiorari.
Πριν την ολοκλήρωση της παρούσας, είναι σημαντικό να σημειωθεί και τούτο. Με δεδομένο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κατώτερο Δικαστήριο λειτούργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, δεν βλέπω πώς το Δικαστήριο, στο πλαίσιο πάντα του ελέγχου νομιμότητας που προβαίνει σε διαδικασίες του είδους, θα μπορούσε ουσιαστικά να αντικαταστήσει την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου για την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία και την προσέγγιση του τελευταίου για το ζήτημα. (Βλέπε κατ΄ αναλογία Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 133/2018 ημερ. 17.12.2018.)
Υπό το φως όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί, η υπό κρίση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση προς τεκμηρίωση της αξίωσης για παροχή της αιτούμενης άδειας.
Η υπό συζήτηση αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Καμία διαταγή όσον αφορά τα έξοδα.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο