Αναφορικά με Αίτηση της E. I. K. για ΑΔΕΙΑ για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος τύπου CERTlORARl, MANDAMUS και PROHIBITION., Πολιτική Αίτηση αρ. 126/26, 11/6/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με Αίτηση της E. I. K. για ΑΔΕΙΑ για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος τύπου CERTlORARl, MANDAMUS και PROHIBITION., Πολιτική Αίτηση αρ. 126/26, 11/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Αίτηση αρ. 126/26)

                  

Αναφορικά με το άρθρο 155.4 του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 του περί Απονομής Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964

Και

Αναφορικά με τα Άρθρα, 1 (α), 12.5(β), 30.2 και 35, 179 του Συντάγματος και των Άρθρων 6.1 και 6.3(β) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών ("η Σύμβαση”)

Και

Αναφορικά με τον περί Ανώτατου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2018 έως 2024.

Και

Αναφορικά με τον Περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας Ν.181(Ι)/2017

Και

Αναφορικά με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Απριλίου 2014 περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις.

Και

Αναφορικά με Αίτηση της E. I. K. για ΑΔΕΙΑ για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος τύπου CERTlORARl, MANDAMUS και PROHIBITION.

Και

Αναφορικά με ενδιάμεση απόφαση ή/και πρακτικό που εκδόθηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας την ημερ. 15/05/2026 στην Ποινική Υπόθεση 11021/2024.

Μονομερής Αίτηση υπό E. I. K. για Άδεια Καταχώρισης Προνομιακών  Ενταλμάτων Τύπου Certiorari & Prohibition

Σ. Αργυρού για Σωτήρης Αργυρού και Συνέταιροι Δ.Ε.Π.Ε για Αιτήτρια.

Αιτήτρια παρούσα.

           

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Η υπό κρίση αίτηση αφορά τη νομιμότητα τεσσάρων «Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας» (ΕΕΕ), οι οποίες εκδόθηκαν εναντίον της αιτήτριας, δυνάμει της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και του εναρμονιστικού με αυτήν περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμου 181(I)/2017.

Συγκεκριμένα, η αιτήτρια αιτείται τα πιο κάτω:

(1)     ΑΔΕΙΑ του Σεβαστού Δικαστηρίου για καταχώριση Προνομιακού Εντάλματος τύπου CERTIORARI, με το οποίο να ακυρώνεται η ενδιάμεση απόφαση/πρακτικό ημερομηνίας 15/05/2026 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στην Ποινική Υπόθεση 11021/2024, με την οποία αποφάσισε ότι:

α.    Η μη κοινοποίηση στην υπεράσπιση των ΕΕΕ, ήτοι των τεκμηρίων 48-51 της υπόθεσης, πριν από την εκτέλεσή τους, δεν τις κατέστησε άκυρες, και

β.    οι εν λόγω ΕΕΕ εκδόθηκαν από αρμόδιο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 181(Ι)/2017, ήτοι από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, και, συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας αναθεώρησης ή ακύρωσής τους.

(2)    ΑΔΕΙΑ του Σεβαστού Δικαστηρίου για καταχώρηση Προνομιακού Εντάλματος τύπου PROHIBITION, με το οποίο να απαγορεύει στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας να συνεχίζει την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αρ. 11021/2024 μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας διαδικασίας ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως παρουσιάζονται στην Έκθεση Γεγονότων της αίτησης, έχουν συνοπτικά ως εξής:

1.   Η αιτήτρια, που είναι Γερμανίδα υπήκοος, συνελήφθη από την Αστυνομία Κύπρου κατά την αναχώρησή της από το αεροδρόμιο Λάρνακας και τελεί υπό κράτηση από τις 5 Ιουλίου 2024. Αντιμετωπίζει κατηγορίες ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας για αδικήματα που αφορούν συναλλαγές ακίνητης ιδιοκτησίας στα κατεχόμενα, χωρίς την έγκριση των νομίμων ιδιοκτητών.

2.   Στις 19/7/2024 καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση 11021/24 εναντίον της αιτήτριας, η οποία παραπέμφθηκε την ίδια ημερομηνία ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, με απόφαση όπως παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τη δίκη της.

3.   Η κατηγορούσα αρχή, με στόχο την συλλογή μαρτυρίας εναντίον της αιτήτριας, αποτάθηκε στις Γερμανικές Αρχές δυνάμει του Περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας Ν.181(Ι)/2017, ο οποίος υιοθετήθηκε στην Κύπρο για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014/41/ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε και εξασφάλισε πέντε ΕΕΕ από Επαρχιακούς Δικαστές στο Ε.Δ Λευκωσίας. Η πέμπτη ΕΕΕ δόθηκε στην υπεράσπιση μετά την ένσταση που εγέρθηκε εκ μέρους της αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή μετά την 10η Μαΐου 2026, και δεν αποτελεί μέρος της παρούσας αίτησης.

4.   Στις 8 Μαΐου 2026 η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήρια ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας τις τέσσερις ΕΕΕ, οι οποίες εκδόθηκαν από τρεις διαφορετικούς Επαρχιακούς Δικαστές ως ακολούθως:

·        18/07/2024 αριθμός ΕΕΕ: 18/2024,

·        26/07/2024 αριθμός ΕΕΕ: 19/2024,

·        02/09/2024 αριθμός ΕΕΕ: 29/2024

·        13/09/2024 αριθμός ΕΕΕ: 33/2024.

5.   Όλες οι πιο πάνω ΕΕΕ αφορούσαν τέσσερα διαφορετικά αιτήματα από τις Αρχές της Κύπρου προς τις Αρχές της Γερμανίας για έρευνες εναντίον της αιτήτριας.

6.   Την ίδια ημέρα, υποβλήθηκε ένσταση από τους δικηγόρους της αιτήτριας για την κατάθεση των πιο πάνω ΕΕΕ, καθώς και ως προς όσα είχαν συλλεχθεί ως τεκμήρια στο πλαίσιο των εν λόγω ΕΕΕ. Η ένσταση αφορούσε, κατ’ ισχυρισμό, παραβίαση της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ αναφορικά με το ζήτημα της αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδώσει τις ΕΕΕ. Υποστηρίχθηκε, επίσης, παραβίαση του Ν.181(Ι)/2017 ως προς την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων της κατηγορούμενης, μεταξύ άλλων λόγω μη έγκαιρης κοινοποίησης των ΕΕΕ, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τις αμφισβητήσει, λαμβάνοντας τα ανάλογα νομικά διαβήματα. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι οι παραβιάσεις αυτές είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να καθιστούν τις ΕΕΕ άκυρες, και ότι θα έπρεπε να απορριφθεί η κατάθεσή τους ως τεκμηρίων ενώπιον του Κακουργιοδικείου.

7.   Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε στις 15/05/26 ότι:

·        Η μη κοινοποίηση στην υπεράσπιση των ΕΕΕ (Τεκμήρια 48-51), πριν από την εκτέλεσή τους στη Γερμανία, δεν τις κατέστησε άκυρες, και

·        Οι εν λόγω ΕΕΕ εκδόθηκαν από αρμόδιο Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017, ήτοι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, και, συνεπώς, το Κακουργιοδικείο στερείται δικαιοδοσίας αναθεώρησης ή ακύρωσής τους.

Είναι η θέση της αιτήτριας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είχε αρμοδιότητα να εκδώσει τις υπό κρίση ΕΕΕ, αφού, δυνάμει του Άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, καθορίζεται ως αρμόδιο δικαστήριο αυτό που έχει δικαιοδοσία στην ποινική υπόθεση, που είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.

Το δεύτερο σημείο που εγείρει η αιτήτρια, και το οποίο επίσης αποτέλεσε μέρος της ένστασής της ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είναι η κατ’ ισχυρισμό παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της, ιδιαίτερα του δικαιώματος δίκαιης δίκης, λόγω της παράλειψης έγκαιρης κοινοποίησης των ΕΕΕ.

Η αιτήτρια ισχυρίστηκε, επί του προκειμένου, ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν οι Κυπριακές Αρχές στην παρούσα περίπτωση, όχι μόνο παραβιάζει τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά της, αλλά είναι και καταχρηστικός. Ειδικότερα, εκδόθηκαν τέσσερις διαφορετικές ΕΕΕ, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην αιτήτρια ή στους δικηγόρους της στις 03/03/2025 (τεκμήριο 52 της διαδικασίας). Συνεπώς, οι τέσσερις ΕΕΕ δεν κοινοποιήθηκαν έγκαιρα στην αιτήτρια, αφού παρήλθαν οκτώ και πέντε μήνες, αντίστοιχα, από την έκδοση και εκτέλεσή τους, στερώντας της, ουσιαστικά, όλα τα δικαιώματα υπεράσπισης και αμφισβήτησής τους.

Άκουσα με ιδιαίτερη προσοχή τον συνήγορο της αιτήτριας. Μελέτησα, επίσης, τόσο την προσβαλλόμενη απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, όσο και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, ιδίως την έκθεση γεγονότων και την ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση.

Εν πρώτοις, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος παρέχεται όπου, από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.

Στην υπόθεση Ανθίμου (1991) 1ΑΑΔ 41 που αφορούσε αίτημα για άδεια καταχώρισης αίτησης certiorari, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

«Για την υποβολή αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος είναι αναγκαία η άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι προφανής. Η δικαιοδοσία αυτή είναι το κατάλοιπο της εξουσίας του Δικαστηρίου και ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για καθορισμένους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Για την χορήγηση άδειας ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι έχει "εκ πρώτης όψεως" υπόθεση και/ή ότι υπάρχει "συζητήσιμο ζήτημα", στην έννοια που δόθηκε στις φράσεις αυτές στις Αγγλικές υποθέσεις Sidnell v. Wilson [1966] 1 All E.R. 681 και Land Securities v. Metropolitan Police [1983] 2 All E.R. 254,258, οι οποίες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση In re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250. Η πλάνη περί το νόμο πρέπει να είναι έκδηλη στο πρακτικό. Το πρακτικό είναι η ελεγχόμενη απόφαση και το πρακτικό του Δικαστηρίου χωρίς προσθήκες ή ενόρκους ομολογίες - (Rex v. Nat Bell Liquors Ld. [1922] 2 A.C. 128, στη σελ. 159 Baldwin & Francis v. Patent Appeal Tribunal /1959] 2 All E.R. 433, In re Argyrides (1987) 1 C.L.R. 23). Πλάνη νόμου, (error of law), όπως ειπώθηκε στην υπόθεση R. v. Preston Appeal Tribunal [1975] 2 All E.R. 807, στη σελ. 810 από τον Λόρδο Denning MR., περιλαμβάνει εσφαλμένη ερμηνεία νόμου, ή εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα της υπόθεσης.»

Αλλά ακόμη και αν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, τέτοια άδεια δεν δίδεται, εκτός και αν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα (βλ. Vesko Michailovic (1997) 1 ΑΑΔ 729 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. (2012) 1Α.Α.Δ. 878).

Προκύπτει σαφώς από τη νομολογία ότι η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας. Δεν συνιστά, δηλαδή, υποκατάστατο της έφεσης. Ό,τι εξετάζεται είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών.

Στην απόφαση Παπαδοπούλου (1998) 1 ΑΑΔ 748, λέχθηκε ότι η αίτηση για έκδοση προνομιακού διατάγματος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ούτε σαν έφεση υπό μεταμφίεση, ούτε σαν μέσο επανακρόασης του ζητήματος που εγείρεται. Τονίστηκε ταυτόχρονα ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, ακόμα κι' όταν δεν χωρεί η έκδοση άδειας προνομιακού διατάγματος λόγω του ότι ο αιτητής διαθέτει άλλα ένδικα μέσα, σε σπάνιες περιπτώσεις και κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να χορηγήσει σχετική άδεια ( βλ. Ανθίμου ανωτέρω). Λέχθηκε επίσης με παραπομπή στην απόφαση Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1 A.A.Δ. 116 ότι το ένταλμα Certiorari παρέχει τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου κατώτερου δικαστηρίου, δεν επιτρέπει όμως αναθεώρηση της ορθότητας της απόφασής του με σκοπό την επέμβαση. Αντικείμενο της διαδικασίας για την έκδοση εντάλματος Certiorari δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας, αλλά της νομιμότητας της απόφασης.

Στο σύγγραμμα «Προνομιακά Εντάλματα» του Πέτρου Αρτέμη στην σελ. 119, παρατίθεται το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση Παπαδοπούλου (ανωτέρω):

«Όταν από εκ πρώτης όψεως εξέταση της διαδικασίας εμφαίνεται ότι η απόφαση του δικαστηρίου είναι νομικά εσφαλμένη μπορεί να δικαιολογείται η έκδοση εντάλματος certiorari που να ακυρώνει την απόφαση. Όταν όμως πάντοτε εκ πρώτης όψεως η διαδικασία είναι κανονική και το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία το ανώτατο δικαστήριο δεν εκδίδει προνομιακό διάταγμα επειδή το δικαστήριο αντιλήφθηκε λανθασμένα ένα νομικό σημείο (βλ. αναφορικά με τον Μάριο Χρίστου αίτηση αριθμός 25/96 ημερ.09/04/96). Όταν το συγκεκριμένο δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να αποφασίσει ένα θέμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε έχει υπερβεί ή έκανε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του απλά και μόνο γιατί παρεμπιπτόντως ερμήνευσε λανθασμένα νομοθέτημα, αποδέχτηκε παράνομη μαρτυρία, απέρριψε νόμιμη μαρτυρία, προέβη σε λανθασμένη εκτίμηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή ακόμα και αν καταδίκασε χωρίς μαρτυρία (Halsburys Laws of England 3η έκδοση τόμος 11, παράγραφ. 119 και Αναφορικά με τον Μάριο Χρίστου ανωτέρω).»

Στην υπό κρίση περίπτωση, αυτό που ζητά η αιτήτρια με την αίτησή της είναι η ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Κακουργιοδικείου με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της για κατάθεση του υλικού που συνέλλεξαν οι Γερμανικές αρχές, κατά την εκτέλεση των ΕΕΕ. Στην ουσία όμως, εκείνο που προσβάλλεται είναι η εγκυρότητα των ΕΕΕ, με τον ισχυρισμό ότι αυτές εκδόθηκαν από αναρμόδια Δικαστήρια, καθώς και ο τρόπος που εκτελέστηκαν, λόγω της καθυστερημένης κοινοποίησης τους στην αιτήτρια, με αποτέλεσμα, κατά τους ισχυρισμούς της, να της στερηθεί το δικαίωμα προσβολής τους, και με τον τρόπο αυτό να παραβιαστούν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της για δίκαιη Δίκη.

Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, στην υπό κρίση ενδιάμεση απόφασή του, απέρριψε και τις δύο πιο πάνω θέσεις της αιτήτριας. Με παραπομπή στις πρόνοιες της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και του εναρμονιστικού με αυτήν Ν.181(Ι)/2017, έκρινε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε δικαιοδοσία έκδοσης των επίδικων ΕΕΕ και ότι η μη έγκαιρη κοινοποίησή τους δεν επηρέαζε τη νομιμότητα έκδοσης και εκτέλεσής τους.

Η Οδηγία 2014/41/ΕΕ θεσπίστηκε στο ευρωπαϊκό νομικό σύστημα με σκοπό την απλοποίηση ενός κατακερματισμένου καθεστώτος συλλογής αποδεικτικών στοιχείων σε υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 5-8 της Οδηγίας).

Σχετική είναι η απόφαση στην προδικαστική παραπομπή C-670/22, ημ. 30/4/2024, που αφορούσε τη νομιμότητα τριών ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, οι οποίες εκδόθηκαν από τη Γενική Εισαγγελία Φρανκφούρτης, και στην οποία το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του ΔΕΕ, στη σκέψη 86, αναφέρει τα πιο κάτω χαρακτηριστικά:

«Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της 5 έως 8, η οδηγία 2014/41 έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει το κατακερματισμένο και περίπλοκο πλαίσιο που υπήρχε σχετικά με τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις με διασυνοριακή διάσταση και να διευκολύνει και να επιταχύνει τη δικαστική συνεργασία, με τη θέσπιση ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος στηριζόμενου σε ένα ενιαίο εργαλείο καλούμενο «ευρωπαϊκή εντολή έρευνας», προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί δηλαδή αυτή ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών. [απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2020, Staatsanwaltschaft Wien (Πλαστογραφημένες εντολές πληρωμής), C-584/19, EU:C:2020:1002, σκέψη 39].»

Ο Περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας Νόμος του 2017 (Ν.181(Ι)/2017) εισήχθη στην κυπριακή έννομη τάξη προς τον σκοπό εναρμονισμού με την πιο πάνω Οδηγία 2014/41/ΕΕ. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017, «κυπριακή αρχή έκδοσης»:

«... σημαίνει Επαρχιακό Δικαστή στην επαρχία του οποίου υπάγεται η κατά Τόπο αρμοδιότητα εκδίκασης της αξιόποινης πράξης αναφορικά με την οποία εκδίδεται η ΕΕΕ»

Στο ίδιο ερμηνευτικό Άρθρο 2 αναφέρεται, επίσης, ότι «αρχή έκδοσης» σημαίνει τις πιο κάτω «αρχές έκδοσης κράτους, άλλου από τη Δημοκρατία»:

«(α) δικαστή, δικαστήριο, ανακριτή ή εισαγγελέα με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση, ή …»

Οι εν λόγω ορισμοί του Άρθρου 2 του Ν.181(Ι)/2017 συμφωνούν με το Άρθρο 2(γ) της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο «αρχή έκδοσης» σημαίνει δικαστή, δικαστήριο, ανακριτή ή εισαγγελέα με αρμοδιότητα στη συγκεκριμένη υπόθεση, ή κάθε άλλη αρμόδια αρχή ορισθείσα από το κράτος έκδοσης.

Ο συνήγορος της αιτήτριας, συνδυάζοντας τους πιο πάνω ορισμούς, προβάλλει τη θέση ότι αρχή έκδοσης θα πρέπει να είναι το Δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την ποινική υπόθεση για την οποία εκδόθηκαν οι ΕΕΕ.

Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Δεν υπάρχει οτιδήποτε στην Οδηγία 2014/41/ΕΕ που να καταδεικνύει ότι η αρχή έκδοσης πρέπει να είναι το Δικαστήριο που εκδικάζει την ποινική υπόθεση.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, συμμορφούμενη με το Άρθρο 2(γ) της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, καθόρισε, στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του εναρμονιστικού Ν.181(Ι)/2017 ως αρμόδια αρχή έκδοσης, το Επαρχιακό Δικαστήριο στην επαρχία του οποίου υπάγεται η κατά τόπον αρμοδιότητα εκδίκασης της αξιόποινης πράξης, αναφορικά με την οποία εκδίδεται η ΕΕΕ. Η επιπρόσθετη αναφορά, στο ίδιο άρθρο, σε αρχή έκδοσης που συνίσταται σε «αρχές κράτους έκδοσης άλλου από τη Δημοκρατία», δεν αφορά τις κυπριακές αρχές, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο συνήγορος της αιτήτριας, αλλά τις αρχές έκδοσης των άλλων κρατών μελών της ΕΕ, όπως ρητώς αναφέρεται στον εν λόγω ορισμό. Αντιθέτως, η «κυπριακή αρχή έκδοσης» καθορίζεται με σαφήνεια στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.181(Ι)/2017 ως το κατά τόπον αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο.

Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα έκδοσης των υπό κρίση ΕΕΕ από αναρμόδια αρχή όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος της αιτήτριας.

Αναφορικά με το ζήτημα της μη έγκαιρης κοινοποίησης της έκδοσης των ΕΕΕ, παρατηρώ ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αντίγραφα των τεσσάρων επίδικων ΕΕΕ παραδόθηκαν στην υπεράσπιση στις 03/03/2025, μαζί με τα αποδεικτικά στοιχεία που εξασφαλίστηκαν από τις Γερμανικές Αρχές. Η σχετική απόδειξη παραλαβής των εγγράφων/τεκμηρίων, με ημερομηνία 03/03/2025, κατατέθηκε στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας ως τεκμήριο 52.

Ο συνήγορος της αιτήτριας, στηριζόμενος στο Άρθρο 15(2) του Ν.181(Ι)/2017, ισχυρίστηκε ότι η αιτήτρια αποστερήθηκε του δικαιώματος καταχώρισης έφεσης, με αποτέλεσμα να πληγεί το δικαίωμα της σε δίκαιη δίκη. Σημειώνεται ότι στο εν λόγω άρθρο, προβλέπεται η άσκηση έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κατά των ουσιαστικών λόγων για τους οποίους εκδόθηκε η ΕΕΕ, εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της.

Όμως, το δικαίωμα κοινοποίησης και η συνεπακόλουθη υποχρέωση καθορισμού στην εθνική νομοθεσία ένδικων μέσων για αμφισβήτηση της έκδοσης της ΕΕΕ, δεν είναι απόλυτο. Στο δικονομικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στην εθνική νομοθεσία, η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας δεν κοινοποιείται εκ των προτέρων στον ενδιαφερόμενο, αν έχει ως αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο ο σκοπός της έρευνας. Μόνο εκ των υστέρων, και μετά την εκτέλεσή της, η γνωστοποίηση της έκδοσης μιας ΕΕΕ είναι υποχρεωτική, προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων εναντίον της.

Η ισορροπία μεταξύ της αποτελεσματικότητας της ποινικής έρευνας και των δικαιωμάτων της υπεράσπισης για προσβολή της ΕΕΕ, ρυθμίζεται στην Οδηγία 2014/41/ΕΕ μέσω συγκεκριμένων κανόνων. Καθορίζεται μια εξισορρόπηση μεταξύ του κανόνα της εμπιστευτικότητας μέχρι την εκτέλεση της ΕΕΕ, και του κανόνα της πρόσβασης σε ένδικα μέσα αμφισβήτησής της, μετά την εκτέλεσή της.

Ο πρώτος κανόνας της εμπιστευτικότητας, που εφαρμόζεται κατά το στάδιο της έκδοσης μέχρι και την εκτέλεση της ΕΕΕ, αποσκοπεί στην προστασία της έρευνας. Εάν ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ενημερωνόταν εκ των προτέρων για μέτρα όπως, π.χ., η άρση τραπεζικού απορρήτου ή οι κατ' οίκον έρευνες, θα μπορούσε να καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία.

Ο κανόνας της εμπιστευτικότητας ρυθμίζεται από το Άρθρο 19 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, σύμφωνα με το οποίο οι αρχές του κράτους που εκτελεί την εντολή οφείλουν να τηρούν πλήρη εμπιστευτικότητα ως προς το περιεχόμενο και τα γεγονότα της ΕΕΕ, εκτός αν η αποκάλυψη είναι απολύτως απαραίτητη για τη διενέργεια της ίδιας της πράξης (π.χ. παρουσίαση εντάλματος κατά την είσοδο σε μια οικία). Παρόμοια υποχρέωση αναφέρεται και στο Άρθρο 20(1) του Ν.181(Ι)/2017, στο οποίο αναφέρεται ότι κατά την εκτέλεση ΕΕΕ, η κυπριακή αρχή έκδοσης και η κυπριακή αρχή εκτέλεσης, λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της έρευνας.

Στο σύγγραμμα της Δ. Μπλίτσα, Διακρατική Συλλογή και Δικαστική Αξιοποίηση Ποινικών Αποδείξεων στην ΕΕ (Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας και οι Αποδείξεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας) (Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2025), αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 157-158:

« Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά την ενημέρωση του υπόπτου/ κατηγορουμένου για την έκδοση ή εκτέλεση μιας ΕΕΕ στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε βάρος του, η Οδηγία σιωπά. Οι εθνικές ρυθμίσεις των κρατών — μελών συνήθως δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα των διαδίκων να πληροφορηθούν την υποβολή αιτήματος δικαστικής συνδρομής και την απόφαση επί αυτού για λόγους διαφύλαξης της μυστικότητας και αποτελεσματικότητας της ποινικής διαδικασίας ή προστασίας συμφερόντων έτερων προσώπων. H φύση εξάλλου κάποιων ερευνητικών μέτρων επιβάλλει να εκτελούνται εν αγνοία του προσώπου κατά του οποίου στρέφονται.» 

Εντούτοις, ο κανόνας της εμπιστευτικότητας θα πρέπει να εξισορροπείται με τον κανόνα του δικαιώματος πρόσβασης σε ένδικα μέσα για προσβολή των ΕΕΕ. Το δικαίωμα πρόσβασης σε ένδικα μέσα προϋποθέτει, βέβαια, τη γνωστοποίηση των ΕΕΕ στον ενδιαφερόμενο. Είναι σαφές ότι, για να προσβάλει κανείς τη νομιμότητα μιας ΕΕΕ (π.χ. να ζητήσει την ακύρωση μιας παράνομης κατάσχεσης), πρέπει απαραίτητα να λάβει γνώση της εντολής. Στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων στη δικαστική διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος (ύποπτος ή κατηγορούμενος), σαφώς και έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της δικογραφίας και της δικαστικής συνδρομής.

Σχετικό είναι το Άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στα ένδικα μέσα που καθορίζει το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να προσβάλουν την έκδοση της ΕΕΕ. Όμως, η υποχρέωση γνωστοποίησης και πρόσβασης σε ένδικα μέσα αμφισβήτησης της ΕΕΕ καθίσταται όπως προαναφέρθηκε νομικά επιβεβλημένη, μόνο  μετά την εκτέλεση της ΕΕΕ, ήτοι μόλις ολοκληρωθεί το ερευνητικό μέτρο και η υπόθεση περάσει σε στάδιο όπου δεν απειλείται η ανακριτική διαδικασία.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει εκδώσει σημαντικές αποφάσεις που εξισορροπούν την αρχή της εμπιστευτικότητας της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ με την αρχή της πληροφόρησης της υπεράσπισης για διασφάλιση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση C-670/22 (ανωτέρω), που αφορούσε τη νομιμότητα τριών Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας, αναφορικά με την διασυνοριακή χρήση κρυπτογραφημένων δεδομένων των κατηγορουμένων που αποκτήθηκαν (υποκλάπηκαν)  από τις γαλλικές αρχές με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, κατόπιν δικαστικής άδειας. Κρίθηκε ότι μια Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) μπορεί να εκδοθεί έγκυρα, ακόμη και αν η ακεραιότητα των ζητούμενων δεδομένων δεν μπορεί να επαληθευτεί άμεσα, λόγω του απορρήτου (confidentiality) της τεχνολογίας που χρησιμοποιήθηκε για την συλλογή τους. Τονίστηκε όμως ταυτόχρονα ότι η «εμπιστευτικότητα» των τεχνικών μέσων επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη διασφαλίζεται πλήρως κατά τη μεταγενέστερη ποινική διαδικασία στο κράτος έκδοσης. Λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά στις σκέψεις 104 και 105 της πιο πάνω απόφασης:

«104.Αφετέρου, το άρθρο 14, παράγραφος 7, της οδηγίας 2014/41 απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν δυνάμει μιας ΕΕΕ στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών στο κράτος έκδοσης, γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης και η τηρείται νομιμότητα της διαδικασίας.

105.  Όσον αφορά ιδίως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, υπενθυμίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, εφόσον ένα δικαστήριο κρίνει ότι ένας διάδικος δεν έχει δυνατότητα αποτελεσματικής υποβολής παρατηρήσεων επί αποδεικτικού μέσου που δύναται να ασκήσει καθοριστική επιρροή στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να διαπιστώσει προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και να μη δεχτεί το εν λόγω αποδεικτικό μέσο ώστε να αποφευχθεί η προσβολή αυτή [πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2021, Prokuratuur (Προϋποθέσεις πρόσβασης σε δεδομένα ηλεκτρονικών επικοινωνιών), C-746/18, EU:C:2021:152, σκέψη 44].»

Σχετική είναι και η υπόθεση C-324/17 (Gavanozov I), στην οποία τονίστηκε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, τα κράτη - μέλη πρέπει να παρέχουν ενημέρωση για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα αμφισβήτησης της ΕΕΕ. Ωστόσο, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει μόνο στον βαθμό που δεν υπονομεύεται η ανάγκη διασφάλισης της εμπιστευτικότητας της έρευνας δυνάμει του Άρθρου 19(1) της Οδηγίας, τονίζοντας ότι η μυστικότητα των προκαταρκτικών ενεργειών υπερέχει προσωρινά για την προστασία του αποδεικτικού υλικού που μπορεί να εξασφαλιστεί κατά την εκτέλεση της ΕΕΕ. Αναφέρονται τα πιο κάτω χαρακτηριστικά:

«Εφόσον δεν υπονομεύεται η ανάγκη διασφάλισης της εμπιστευτικότητας μιας έρευνας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19, παράγραφος 1, οι αρχές έκδοσης και εκτέλεσης λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες άσκησης των ένδικων μέσων βάσει του εθνικού δικαίου όταν προσήκει η εφαρμογή τους και σε χρόνο κατάλληλο ώστε να είναι εφικτή η αποτελεσματική τους άσκηση.»

Στο πιο πάνω σύγγραμμα της Δ. Μπλίτσα, Διακρατική Συλλογή και Δικαστική Αξιοποίηση Ποινικών Αποδείξεων στην ΕΕ (Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας και οι Αποδείξεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας) (Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2025), αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 159:

«Έτσι, τα κράτη - μέλη θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά ώστε να εξασφαλίζουν στους υπόπτους / κατηγορουμένους το επίπεδο προστασίας το οποίο απαιτεί το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Τούτο διότι ο δικαιολογημένος αποκλεισμός της υπεράσπισης μπορεί να δημιουργήσει ανισορροπία δυνάμεων μεταξύ των διωκτικών αρχών και του υπόπτου / κατηγορουμένου. Ειδικότερα μπορεί να στερήσει από τον τελευταίο το δικαίωμα εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας, όταν αναμένεται ότι δεν θα εμφανιστούν στο δικαστήριο. Επίσης μπορεί να του στερήσει τη δυνατότητα να προσφύγει έγκαιρα κατά της ε ψ ε ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστικών αρχών.»

Το Άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ καθορίζει γενικά, χωρίς να εξειδικεύει, το δικαίωμα πρόσβασης σε ένδικα μέσα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Στην Κύπρο, το Άρθρο 15(2)(β) του εναρμονιστικού Ν.181(Ι)/2017, συμμορφούμενο με την πιο πάνω γενική υποχρέωση, καθορίζει ρητά δικαίωμα έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο, κατά των ουσιαστικών λόγων για τους οποίους εκδόθηκε η ΕΕΕ, εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της.

Είναι γεγονός ότι, στην παρούσα περίπτωση, οι επίδικες ΕΕΕ κοινοποιήθηκαν στην υπεράσπιση της αιτήτριας στις 03/03/2025, αφού είχαν ήδη εκτελεστεί στη Γερμανία. Η γνωστοποίηση έγινε, δηλαδή, σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο των 10 ημερών από την έκδοσή τους.

Όμως, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ούτε η Οδηγία 2014/41/ΕΕ ούτε ο εναρμονιστικός Ν.181(Ι)/2017 επιβάλλουν χρονική προθεσμία για κοινοποίηση των ΕΕΕ στην αιτήτρια, ώστε η μη συμμόρφωση με αυτή να καθιστά τις ΕΕΕ άκυρες. Αντιθέτως, στο πλαίσιο του κανόνα της εμπιστευτικότητας, η κοινοποίηση επιτρέπεται μετά την εκτέλεση των ΕΕΕ, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους.

Κρίνω ότι, με την παροχή της δυνατότητας έφεσης, έστω και στο περιορισμένο χρονικό πλαίσιο που καθορίζει το Άρθρο 15(2)(β) του Ν.181(Ι)/2017, η κυπριακή έννομη τάξη έχει συμμορφωθεί και με τον κανόνα που καθορίζει η Οδηγία 2014/41/ΕΕ για το δικαίωμα πρόσβασης σε ένδικα μέσα προσβολής των ουσιαστικών προϋποθέσεων έκδοσης της ΕΕΕ.

Η αιτήτρια δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση γιατί δεν ζήτησε από το αρμόδιο Δικαστήριο παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, αφού, στην πράξη, η έκδοση των επίδικων ΕΕΕ της γνωστοποιήθηκε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο των 10 ημερών, εντός των οποίων είχε δικαίωμα να τις προσβάλει. Ούτε είναι δυνατόν, στο στάδιο αυτό, να προβλεφθεί ποια θα ήταν η κατάληξη τυχόν έφεσης, σε περίπτωση που γινόταν αποδεκτό αίτημα της αιτήτριας για παράταση του χρόνου των 10 ημερών.

Είναι, όμως, σαφές ότι, με βάση το νομικό και δικονομικό πλαίσιο που καθορίζει ο Ν.181(Ι)/2017, δεν υπήρχε κανένα ανυπέρβλητο νομικό κώλυμα αμφισβήτησης της έκδοσης και εκτέλεσης των ΕΕΕ εκ μέρους της αιτήτριας όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος της, παρά το γεγονός ότι η γνωστοποίησή τους στην υπεράσπιση έγινε καθυστερημένα.

Εν κατακλείδι, κρίνω ότι, στην υπό κρίση ενδιάμεση απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, δεν διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, ώστε να δικαιολογείται το αίτημα για παροχή άδειας για καταχώριση προνομιακού εντάλματος certiorari.

Αντιθέτως, κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει ότι έχει «εκ πρώτης όψεως» υπόθεση ή ότι υπάρχει «συζητήσιμο ζήτημα», στην έννοια που δόθηκε στις φράσεις αυτές από την προαναφερθείσα νομολογία, ώστε να της δοθεί η αιτούμενη άδεια.

Η αίτηση απορρίπτεται.

 

 

 

                                            (Υπ.)

                                                       Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου, Δ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο