ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ MOJTABA ESMAILI GHEZELJEH MEIDAN ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 127/2026, 16/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ MOJTABA ESMAILI GHEZELJEH MEIDAN ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 127/2026, 16/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Αίτηση Αρ. 127/2026)

                                                                                                            (i-justice)

 

16 Ιουνίου, 2026

 

 

[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ KAI TA ΑΡΘΡA 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ MOJTABA ESMAILI GHEZELJEH MEIDAN ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΝ MOJTABA ESMAILI GHEZELJEH MEIDAN ΣΤΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΝΟΓΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 11 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΑΡΘΡΟ 5 ΤΗΣ ΕΣΑΔ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 7, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 18ΠΣΤ ΚΕΦ. 105 ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΝΟΜΟ 105(Ι)/2016.

Γ. Βασιλόπουλος για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.

 

Φ. Χριστοφίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Καθ’ου η Αίτηση.

______________________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Η ως άνω υπόθεση ήταν ορισμένη στις 9/6/2026 για οδηγίες. Προτού το Δικαστήριο δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες για ενδεχόμενη καταχώριση ένστασης, ο συνήγορος του Αιτητή υπέβαλε προφορικά αίτημα εξαίρεσης μου στη βάση του ότι, όπως ανέφερε, είχα εκδώσει απόφαση για τον ίδιο Αιτητή στη βάση των ίδιων Διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης και επί των ιδίων γεγονότων. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του MOJTABA ESMAILI GHEZELJEH MEIDAN, Αίτηση Αρ. 79/2025, ημερ. 12/5/2025.

 

Όπως υποστήριξε ο συνήγορος του Αιτητή σε περίγραμμα που ετοίμασε στη συνέχεια, το Δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση του Αιτητή στην ως άνω απόφαση στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 79/2025, κρίνοντας πως η νομίμως αρξαμένη κράτηση του συνεχίζει να είναι νόμιμη για σκοπούς απομάκρυνσης του από την Κυπριακή Δημοκρατία. Επεσήμανε δε ότι ένα χρόνο αργότερα από την πιο πάνω απόφαση και συγκεκριμένα στις 28/5/2026 καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Habeas Corpus, η οποία, ως σημείωσε, βασίζεται επί των ιδίων Διαταγμάτων Κράτησης και Απέλασης, ημερομηνίας 2/4/2025, τα οποία αναφέρονταν και στην Πολιτική Αίτηση 79/2025, σε σχέση με τον ίδιο Αιτητή και στη βάση των ιδίων γεγονότων.

 

Είναι με βάση το πιο πάνω υπόβαθρο που ζητείται η εξαίρεση μου.

 

Με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε διάδικο ή κατηγορούμενο πρόσωπο, δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της DE. T. DOMIKI INVESTMENT LTD, Αίτηση Αρ. 1/2024, ημερ. 18/1/2024, «Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του Δικαστή αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη γνωστή αρχή δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται» (βλ. Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (1990)   3 Α.Α.Δ. 54).

 

Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.ά. (2019) 3 Α.Α.Δ. 550, η οποία επί του θέματος υιοθετήθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στην Αναφορά Αρ. 4/2022 (i-justice), Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 27/6/2023, το τότε Ανώτατο Δικαστήριο συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία διατύπωσε με σαφήνεια τις συνταγματικές και νομικές αρχές που ακολουθούνται στα σύγχρονα δικαστικά συστήματα για θέματα εξαιρέσεων Δικαστών ως ακολούθως:

 

«1.  Οι συνθήκες υπό τις οποίες ένας Δικαστής οφείλει, κατά κανόνα, να εξαιρεθεί είναι όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος μεροληψίας ή εύλογη υποψία μεροληψίας, εκ μέρους του,  και αφορά κυρίως τις εξής περιπτώσεις:  (α)  όταν έχει άμεσον οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, (β)  όταν έχει στενή φιλία ή εχθρότητα με τους διαδίκους, και (γ)  για άλλους λόγους που, υπό τις περιστάσεις της                    συγκεκριμένης υπόθεσης, επιβάλλουν την εξαίρεσή του  (Δέστε: Locabail  (U.K.)  Ltd vBayfield Properties Ltd (2000) Q.B. 451, RvGough (Robert) (1993) A.C. 646 και Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (1990) 3 ΑΑΔ, 54).

  

2.   Αυτοεξαίρεση Δικαστή για μη σοβαρό λόγο, ο οποίος δεν συνιστά έγκυρο λόγο εξαίρεσης, μπορεί να θεωρηθεί ως παράλειψη του Δικαστή να εκτελέσει το Δικαστικό του καθήκον και ως μη επιτρεπτή παρέμβαση των διαδίκων στην επιλογή του Δικαστή της υπόθεσης τους,                        κατά παράβαση του κανόνα για απρόσωπο τρόπο απονομής της δικαιοσύνης (Δέστε: Re JRL ex-parteCJL (1986), 161 CLR 342 (Α.Δ. Αυστραλίας). Η ανάγκη διασφάλισης της υποκειμενικής και αντικειμενικής αμεροληψίας του Δικαστηρίου θα πρέπει να συμβιβάζεται με την ανάγκη για ορθή λειτουργία του Δικαστικού Συστήματος (Δέστε: Rooney vMinister for Agriculture (2001) 2 Ι.R.L.M. 37 (Α.Δ. Ιρλανδίας). 

 

Οι αρχές περί εξαίρεσης, πέραν της πάγιας νομολογιακής αποκρυστάλλωσής τους, έχουν ενσωματωθεί στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Αναθεωρημένη Έκδοση Μαΐου 2019).»  

 

 

Η προηγούμενη έκφραση γνώμης, επί νομικού σημείου, αναλόγως πάντα των περιστάσεων που διέπουν την κάθε ξεχωριστή περίπτωση, δεν δίδει, χωρίς άλλο, δικαίωμα για προβολή θέσης περί ύπαρξης μεροληψίας (Hauschildt vDenmark (1989) ECHR, 7). Δεν εγείρεται ζήτημα φαινομενικής μεροληψίας στη βάση ότι ο Δικαστής αναμένεται ότι θα αποφασίσει την υπόθεση εφαρμόζοντας την ίδια νομική προσέγγιση που εφάρμοσε σε προηγούμενη υπόθεση.

 

Όπως επισημάνθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής (Αρ. 2) (1990) 3 Α.Α.Δ. 69, σελ. 76, υιοθετώντας επί του ζητήματος περικοπή από την απόφαση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (1990) 3 Α.Α.Δ. 54:

 «2. Η κατάληξη σε δικαστικές αποφάσεις, καθώς και η διατύπωση των δικαστικών θέσεων και απόψεων σ' αυτές, δε δημιουργεί, όπως ορθά υποστηρίχθηκε, κώλυμα για τη συμμετοχή Δικαστή σε μεταγενέστερη διαδικασία στην οποία εγείρονται άμεσα ή έμμεσα παρόμοια θέματα προς εξέταση.»  

 

    Προσθέτοντας, 

«Είναι κατάδηλο ότι οτιδήποτε λέγει ο Δικαστής στην εκτέλεση του καθήκοντός του, είτε αφορά στην αιτία της απόφασης ή αποτελεί παρατηρήσεις εν παρόδω (obiter dicta) και άλλες απόψεις, είναι κείμενο δικαστικής υφής, που κατά τη νομολογία μας, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού του από μελλοντική υπόθεση, έστω και αν αυτή παρουσιάζει παραπλήσιο ή ακόμη ταυτόσημο θέμα. Με άλλες λέξεις η εκπλήρωση του δικαστικού έργου με την έκδοση απόφασης, δε δημιουργεί ποτέ κώλυμα εκδίκασης μεταγενέστερων υποθέσεων από τον ίδιο δικαστή σε μονομελή σύνθεση ή συμμετοχής του σε δικαστήριο με ευρύτερη σύνθεση.  Και αυτή είναι η εδραιωμένη άποψη της νομολογίας στην οποία αναφερθήκαμε και που ακολουθήσαμε πιστά την προκείμενη περίπτωση. ..»

 

 

Εξετάζοντας το υπό κρίση αίτημα θα πρέπει κατ’ αρχάς να τονισθεί πως ό,τι αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και προβληματισμού σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, είναι εάν δικαιολογείται η συνέχιση της κράτησης ενός προσώπου, προς το σκοπό της επίτευξης της ήδη αποφασισθείσας απέλασης του. Ερώτημα, άρρηκτα συναρτώμενο με την ύπαρξη πραγματικής προοπτικής απέλασης υπό τις περιστάσεις και, ασφαλώς, κατά πόσο πράγματι λαμβάνονται με τη δέουσα σπουδή και επιμέλεια, οι αναγκαίες ενέργειες για υλοποίηση της απέλασης του, το συντομότερο δυνατό (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Korush Parsa, Πολιτική Έφεση Αρ. 33/2025, ημερ. 2/4/2026). Η διάρκεια της κράτησης μπορεί να κριθεί παράνομη εφόσον διαπιστωθεί ότι είναι αδικαιολόγητα παρατεταμένη ή όταν οι λόγοι κράτησης έχουν εκλείψει. Όπως δε είναι πάγια νομολογημένο, η δικαστική κρίση για το εύλογο ή μη του χρόνου κράτησης είναι ζήτημα πραγματικό και συνυφασμένο με τους λόγους που τυχόν δημιουργούν καθυστέρηση και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης.

 

Το γεγονός ότι εξέτασα αίτηση Habeas Corpus που υπέβαλε ο Αιτητής στο παρελθόν, δεν αποτελεί κώλυμα στο να επιληφθώ νέα αίτηση που υποβάλλει, όπως η προκείμενη και μετά από παρέλευση ενός και πλέον χρόνου. Είναι σαφές ότι η εν λόγω Αίτηση θα κριθεί στη βάση των όποιων νέων δεδομένων υφίστανται και της εξέλιξης των γεγονότων που την περιβάλλουν, καθώς επίσης και του χρόνου που διέρρευσε.

 

Καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η εξαίρεση μου από την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης.

 

 

 

Ως εκ τούτου, το αίτημα εξαίρεσης απορρίπτεται.

                                         

 

 

 

 

 

           Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο