ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (ΠΡ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΤΥΠΟΥ MANDAMUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 134/2026, 11/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (ΠΡ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΤΥΠΟΥ MANDAMUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 134/2026, 11/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

        Πολιτική Αίτηση Αρ. 134/2026

 

11 Ιουνίου, 2026

 

[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ)

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ AΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 (5/2018) ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ (ΠΡ.) ΠΑΦΟΥ ΤΥΧΙΚΟΥ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΩΝ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΤΥΠΟΥ MANDAMUS,

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΗΦΘΕΙΣΑΣ ΤΗΝ 26.5.2026 ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΝΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΦΟΥ

 

Σ. Οικονόμου και Ειρ. Μενεγάκη (κα) για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ΔΟΘΕΙΣΑ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ)

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.:  Με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε χθες, 10.6.2026 και ορίστηκε σήμερα για εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη σχετική παράκληση της πλευράς του Αιτητή, ο τελευταίος επιζητεί την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης προς έκδοση προνομιακών διαταγμάτων τύπου mandamus, προσωρινών διαταγμάτων, αναστολής διενέργειας οποιασδήποτε περαιτέρω συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για οποιοδήποτε θέμα αφορά τον Αιτητή και λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε σχέση με αυτόν μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας για την έκδοση των αιτούμενων  Προνομιακών Ενταλμάτων, ως και δηλωτικής απόφασης του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, αξιώνει:

 

A) Άδεια για την καταχώρηση αίτησης διά κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος mandamus με το οποίο να διατάσσεται η Ιερά Αρχιεπισκοπή και/ή η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου όπως παραχωρήσει στον Αιτητή, εντός 7 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος, επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης της 26ης Μαΐου 2026 περί πλήρωσης του Μητροπολιτικού Θρόνου Πάφου και εκλογής νέου Μητροπολίτη («η απόφαση»), καθώς και των πρακτικών της Συνεδρίας ημερ. 26.5.2026 στην οποία λήφθηκε η απόφαση και/ή οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα στα οποία φέρεται να στηρίχτηκε η εν λόγω απόφαση, ώστε να λάβει γνώση o Αιτητής, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον και/ή να δύναται να προσβάλλει την εν λόγω απόφαση με Αίτηση για άδεια Certiorari και/ή νομικά και/ή δικαστικά μέτρα και/ή άλλη ενδεδειγμένη διαδικασία και/ή άλλως πως.

Β) Άδεια για την καταχώρηση αίτησης διά κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος mandamus με το οποίο να διατάσσεται η Ιερά Αρχιεπισκοπή και/ή η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος, παραχωρήσει στον Αιτητή και/ή δημοσιοποιήσει στην ιστοσελίδα της Ι. Αρχιεπισκοπής και/ή άλλως πως, το κείμενο του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου (Κ.Χ.Ε.Κ.), o οποίος ψηφίστηκε κατά τις Συνεδριάσεις της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου κατά τις 18, 19 και 20 Μαΐου 2026, καθώς και τα Πρακτικά Των Συνεδριών αυτών, ώστε να λάβει γνώση o Αιτητής των τροποποιημένων προνοιών και άρθρων του, o οποίος έχει έννομο συμφέρον ως μέλος της Εκκλησίας και της Ιεράς Συνόδου της Κύπρου να γνωρίζει και/ή να δύναται να προσβάλει τις νέες διατάξεις του ως αντισυνταγματικές και/ή νομικά ανίσχυρες, σε περίπτωση που άμεσα και/ή έμμεσα επηρεάζουν την θέση και/ή τα δικαιώματα του και/ή σε περίπτωση που δεν έχουν τεθεί ομοειδείς και/ή ισόκυρες πρόνοιες και/ή προστατευτικές διατάξεις υπέρ των μελών της Εκκλησίας.

Γ) Παρεμπίπτουσα θεραπεία και/ή προσωρινό διάταγμα. με το οποίο να αναστέλλεται η εφαρμογή και/ή εκτέλεση της απόφασης της 26ης Μαΐου 2026 περί πλήρωσης του Μητροπολιτικού Θρόνου Πάφου και εκλογής νέου Μητροπολίτη και/ή κάθε πράξη ή ενέργεια που απορρέει από αυτήν, περιλαμβανομένης της χειροτονίας και/ή της ενθρόνισης η οποία έχει οριστεί στις 11/6/2026 η ώρα 18.00 μ.μ και/ή εγκατάστασης του εκλεγέντος Μητροπολίτη Πάφου και εν γένει να αναστέλλονται όλες οι συνέπειες της ως άνω απόφασης. μέχρι την τελική εκδίκαση των δικαστικών διαδικασιών σχετικά με τη νομιμότητα των αποφάσεων της έκπτωσης και/ή της αργίας του Αιτητή και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας διαδικασίας για έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων και/ή άλλως πως.

 

Δ) Δήλωση και/ή δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της 26ης Μαίου 2026 περί πλήρωσης του Μητροπολιτικού Θρόνου Πάφου και εκλογής νέου Μητροπολίτη είναι νομικά άκυρη και/ή ανυπόστατη και/ή δεν παράγει έννομες συνέπειες, επειδή δεν είχε προηγουμένως δημιουργηθεί νόμιμη χηρεία του μητροπολιτικού θρόνου της Πάφου και/ή δεν είχε κριθεί τελεσίδικα η νομιμότητα της έκπτωσης και/ή της αργίας του Αιτητή και/ή διότι η εν  λόγω απόφαση πλήρωσης του μητροπολιτικού θρόνου της Πάφου και εκλογής νέου Μητροπολίτη λήφθηκε καθ' o χρόνο υφίστατο εκκρεμοδικία σχετικά με τη νομιμότητα των αποφάσεων της έκπτωσης και/ή της αργίας του Αιτητή και/ή καθ' ο χρόνο o Αιτητής είναι εν ζωή και/ή άλλως πως.

E) Παρεμπίπτουσα θεραπεία και/ή προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί κατ' εξουσιοδότησή της να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για την ολοκλήρωση της διαδικασίας πλήρωσης του Μητροπολιτικού Θρόνου Πάφου, περιλαμβανομένης της χειροτονίας και/ή της ενθρόνισης του εκλεγέντος


Μητροπολίτη η οποία έχει οριστεί στις 11/6/2026 η ώρα 18.00 μ.μ, μέχρι την τελική κρίση του Δικαστηρίου επί της νομιμότητας της απόφασης αργίας και/ή έκπτωσης του Αιτητή και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας διαδικασίας για έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων και/ή άλλως πως.

 

ΣΤ) Παρεμπίπτουσα θεραπεία και/ή προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται κάθε περαιτέρω πράξη εφαρμογής και/ή εκτέλεσης της απόφασης της 26ης Μαΐου 2026 περί πλήρωσης του Μητροπολιτικού Θρόνου Πάφου και εκλογής νέου Μητροπολίτη, προς το σκοπό διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης (status quo) και/ή διαφύλαξης του αντικειμένου της κύριας δικαστικής διαδικασίας και/ή του αντικειμένου των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν σχετικά με τη νομιμότητα της έκπτωσης και/ή της αργίας, μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης και/ή μέχρι την τελική κρίση του Δικαστηρίου επί της νομιμότητας της απόφασης αργίας και/ή έκπτωσης του Αιτητή, καθότι η άμεση πραγματοποίηση της χειροτονίας και/ή της ενθρόνισης η οποία έχει οριστεί στις 11/6/2026 η ώρα 18.00 μ.μ και/ή της εγκατάστασης του νέου Μητροπολίτη στη Μητρόπολη και/ή της ανάληψης και/ή της άσκησης καθηκόντων εκ μέρους του εκλεγέντος Μητροπολίτη και/ή κάθε περαιτέρω πράξη εφαρμογής και/ή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης της πλήρωσης του μητροπολιτικού θρόνου της Πάφου, πριν από τη δικαστική κρίση επί των επίδικων ζητημάτων, θα προκαλέσει άδικα και/ή υπέρμετρα δυσανάλογα τετελεσμένα σε βάρος του Αιτητή και/ή σημαντικές πρακτικές και νομικές συνέπειες, οι οποίες θα είναι δυσχερές να ανατραπούν σε μεταγενέστερο στάδιο και τα οποία θα καταστήσουν την κύρια διαδικασία και/ή τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις σχετικά με την έκπτωση και την αργία άνευ πρακτικού αποτελέσματος και/ή άνευ ουσιαστικού αντικειμένου.

 

Ζ) Παρεμπίπτουσα θεραπεία αναστολής διενέργειας οποιασδήποτε περαιτέρω Συνεδρίας της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για οποιοδήποτε θέμα αφορά στον Ατητή και/ή την λήψη οποιωνδήποτε αποφάσεων που αφορούν στον Αιτητή, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της διαδικασίας για την έκδοση των πιο πάνω Προνομιακών Ενταλμάτων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

Η)  Οποιαδήποτε περαιτέρω διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.».

 

Ως προκύπτει από την Έκθεση που συνοδεύει την Αίτηση αλλά και την ένορκη δήλωση του Αιτητή που την υποστηρίζει, ο τελευταίος, στις  23.2.2023, εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου, Μητροπολίτης Πάφου. Χειροτονήθηκε και ενθρονίστηκε ως τέτοιος, στις 12.3.2023.  Στις 22.5.2025, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, κηρύχθηκε έκπτωτος από την πιο πάνω θέση, ενώ με απόφαση της ίδιας Ιεράς Συνόδου, στις 8.1.2026,  τού επιβλήθηκε η ποινή της επ’ αόριστον αργίας.   Ο ίδιος, αμφισβητεί την νομιμότητα των ως άνω αποφάσεων έκπτωσης και αργίας του, προς τούτο δε, εκκρεμούν άλλες αιτήσεις και ένδικα μέσα. Στις 26.5.2026, ως προβάλλει, με απόφαση της Αρχιεπισκοπής μέσω της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, πληρώθηκε ο Μητροπολιτικός θρόνος της Πάφου και εξελέγη νέος Μητροπολίτης Πάφου. Η χειροτονία και η ενθρόνιση του τελευταίου, προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στις 11.6.2026 και ώρα 18.00.  Η ως άνω απόφαση, προβάλλεται, ημερομηνίας 26.5.2026, ελήφθη υπό το καθεστώς του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, χωρίς δημοσίευση του τελευταίου και χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες διαδικαστικές προϋποθέσεις για την τροποποίηση του.  Απόφαση που κατά τον Αιτητή πάσχει, αφού λήφθηκε, μεταξύ πολλών άλλων, καθ’ υπέρβαση και/ή έλλειψη δικαιοδοσίας και/ή κατάχρηση εξουσίας, κατά παράβαση της αρχής της αμεροληψίας και/ή της δίκαιης δίκης, θεμελιακών και/ή Συνταγματικών δικαιωμάτων  και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Προσπάθεια του, σε προγενέστερο στάδιο να εξασφαλίσει προσωρινά διατάγματα με διαδικασία που δρομολόγησε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, πριν την καταχώρηση σχετικής αγωγής, επιζητώντας μεταξύ άλλων την αναστολή των συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου που θα αφορούσαν την τροποποίηση του καταστατικού της Εκκλησίας της Κύπρου, την αναστολή οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας για την πλήρωση της θέσης του Μητροπολίτη Πάφου, την απαγόρευση αποκλεισμού του από συνεδρίες και συνοδικές διαδικασίες, ακόμα που να απαγορεύει και/ή αναστέλλει τη διενέργεια οποιασδήποτε συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου για οποιοδήποτε θέμα τον αφορά και/ή τη λήψη οποιωνδήποτε αποφάσεων σε βάρος του και/ή που άμεσα ή έμμεσα επηρέαζαν τη θέση και τα δικαιώματα του, απορρίφθηκε από το ως άνω Δικαστήριο, στις 15.5.2026, το οποίο έκρινε ότι δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση κατά την έννοια του Μέρους 25.2(2)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 2.6.2026, που απέστειλε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου, με την οποία επιζητούσε όπως του χορηγηθούν, εντός μίας εβδομάδας από τη λήψη του,:

 

«Α.  Τα Πρακτικά των Συνεδριών της Ιεράς ημών Συνόδου την 18ην, 19ην και 20ην μηνός Μαΐου 2026 περί τροποποιήσεως του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Κύπρου, καθώς και το κείμενο του νέου Καταστατικού Χάρτου, τον οποίον ήδη εφήρμοσε η Ιερά Σύνοδος.

 

Β.  Τα πρακτικά και την απόφαση της Συνεδρίας της Ιεράς ημών Συνόδου την 26ην Μαΐου 2026 περί εκλογής νέου Μητροπολίτου Πάφου.»,

 

δεν είχε οπουδήποτε αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα να προχωρήσει στην καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης. Είναι απολύτως αναγκαίο, προσθέτει ο Αιτητής, να εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα και να ανασταλεί η απόφαση ημερομηνίας 26.5.2026, καθ’ ότι η χειροτονία και ενθρόνιση του νέου Μητροπολίτη, έχει οριστεί στις 11.6.2026 και ώρα 18:00. Αν η χειροτονία και η ενθρόνιση ή οποιαδήποτε συναφής πράξη πραγματοποιηθεί σε εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 26.5.2026, πριν την εξέταση της υπό κρίση αίτησης και πριν την τελεσίδικη κρίση επί της νομιμότητας της έκπτωσης και της αργίας του, θα δημιουργηθούν  τετελεσμένα γεγονότα, τα οποία θα είναι δύσκολο αν όχι ανέφικτο να ανατραπούν. Είναι ορθό και δίκαιο, υποστηρίζει, να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ημερ. 26.5.2026, ενόσω τα πιο πάνω ζητήματα παραμένουν επίδικα και αμφιλεγόμενα. Η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης (status quo), μέχρι την τελική εκδίκαση τους, εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.

 

Έχω σημειώσει με πολύ προσοχή τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις της πλευράς του Αιτητή για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων του, γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης.

  

Ως αναδύεται από την διαχρονική νομολογία των Δικαστηρίων μας, η δικαιοδοσία έκδοσης Προνομιακών Ενταλμάτων, ασκείται με  ιδιαίτερη φειδώ. Διατάγματα του είδους χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, παρέχεται όπου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692, και Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298).  Στην περίπτωση δικαστικών αποφάσεων η εξουσία του    Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ή τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας τους. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Νεόφυτου Ηλία, (1997) 1 Α.Α.Δ. 869). Μια προνομιακή διαδικασία ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας, ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων.

 

Η δυνατότητα ενεργοποίησης της διαδικασίας έκδοσης ενός Προνομιακού Εντάλματος, τύπου Mandamus, έχει τις καταβολές της στο Αγγλικό Δίκαιο. Στην Δημοκρατία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος και των άρθρων 3 και 9 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου του 1964, (Ν.33/1964), ως έχει τροποποιηθεί, η δυνατότητα έκδοσης Προνομιακού Εντάλματος ανήκει αποκλειστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Μέσω της έκδοσης εντάλματος Mandamus, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να ελέγξει τη νομιμότητα αποφάσεων, όχι μόνο των κατώτερων Δικαστηρίων αλλά και οργάνου, προσώπου ή αρχής, τα οποία οφείλουν να εκτελέσουν συγκεκριμένο καθήκον. Ένταλμα του είδους μπορεί να απευθύνεται, όχι μόνο σε κατώτερο δικαστήριο αλλά και σε άλλες αρχές ή πρόσωπα για να υποχρεωθούν να εκτελέσουν δημόσιο καθήκον. (βλ. Phillips Constitutional and Administrative Law, 5η έκδ., σελ.542, Κωνσταντίνου κ.α. Πολ. Έφ. Αρ 304/2014, ημερ. 25.06.2015, και Αναφορικά με την Αίτηση της Ζαβρίδου, Πολ. Έφ. Αρ. 129/2021, ημερ. 15/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A510). Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 11, παρα.159 σελ.84 κ.ε., αναφέρονται τα εξής:

 

"The order of mandamus is an order of a most extensive remedial nature, and is, in form, a command issuing from the High Court of Justice, directed to any person, corporation, or inferior tribunal requiring him or them to do some particular thing therein specified which appertains to his or their office and is in the nature of a public duty. Its purpose is to supply defects of justice; and accordingly, it will issue, to the end that justice may be done, in all cases where there is a specific legal right and no specific legal remedy for enforcing that right, and it may issue in cases where, although there is an alternative legal remedy, yet that mode of redress is less convenient, beneficial and effectual."

 

        Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ιερόθεου Χριστοδούλου, άλλως Ρόπα (2008) 1 Α.Α.Δ. 43, σημειώθηκε μεταξύ άλλων πως:

 

«Συνήθως η θεραπεία με το προνομιακό ένταλμα Mandamus, χρησιμοποιείται για να διαταχθεί κατώτερο Δικαστήριο να ασκήσει συγκεκριμένη εξουσία, μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του. Όμως η θεραπεία μπορεί να εξασφαλιστεί για να εξαναγκάσει και άλλες αρχές ή όργανα ή πρόσωπα τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία, για να εκτελέσουν δημόσιο καθήκον το οποίο επιβάλλει ο Νόμος. Όπως είναι γνωστό, προνομιακά εντάλματα εκδίδονται με βάση την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν χωρεί η έκδοση προνομιακού εντάλματος για αναθεώρηση διοικητικής απόφασης, εφόσον η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος είναι διαφορετική. Ο διαχωρισμός των δύο, δεν είναι πάντα εύκολος, αλλά η φύση της απόφασης είναι συνήθως πιο καθοριστική της πράξης, παρά το όργανο που την εξέδωσε. Προϋπόθεση για την παραχώρηση της θεραπείας, είναι ο Αιτητής να έχει δικαίωμα να ζητήσει την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Επίσης, ο Αιτητής θα πρέπει προτού αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια, να έχει αιτηθεί από το δημόσιο όργανο την εκτέλεση του καθήκοντός του, αλλά αυτό να έχει αρνηθεί να συμμορφωθεί.»

   

 

        Οι αρχές που διέπουν την έκδοση εντάλματος Mandamus, έχουν επίσης καταγραφεί, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Λοϊζου, Πολ. Έφ. Αρ. 138/2018, ημερ. 20/7/2018, ως δε επισημαίνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Igor Kanevtsov, Πολ. Έφ. 14/2023, ημερ. 20.02.2023:

 

«… το Προνομιακό Ένταλμα Mandamus δεν εκδίδεται όταν υπάρχει άλλη καταλληλότερη θεραπεία στο αστικό δίκαιο ή όπου είναι πρόσφορη άλλη ευχερέστερη διαδικασία (R. v. Charity Commissioners [1987] 1 Q.B. 407, ή όπου παρέχεται νομοθετική θεραπεία (Pasmose v. Oswaldtwistle Urban District Council [1898] AC 387 και R. v. ILEA, ex parte Ali [1990] COD 317).

 

Είναι σαφές ότι το ένταλμα Mandamus συνιστά «ύστατο μέσο για κατίσχυση του δικαίου και κατάλοιπο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για εκείνες τις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται συγκεκριμένο δικαίωμα χωρίς συγκεκριμένη θεραπεία προς εκπλήρωση του ή όπου η εναλλακτική θεραπεία δεν είναι πρόσφορη και αποτελεσματική». (Αναφορικά με το αίτημα του Ν. Νικολάου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 130/2015, ημερ. 21/4/2016).»

 

         Ζήτημα που κατά προτεραιότητα απασχολεί, είναι η δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου και των διαδικασιών που αυτή ακολουθεί, μέσω Προνομιακών Ενταλμάτων. Ως είχα την ευκαιρία να επισημάνω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Αρχιμανδρίτη Νεκταρίου Γεωργίου (κατά κόσμο Ιωάννη Γεωργίου) κ.α.,  Πολ. Αίτηση 149/2024 ημερ. 9.9.2024, τα οποία και ενθέτω, υιοθετώντας τα, στην παρούσα:

 

«Η Εκκλησία της Κύπρου, αποτελεί θεσμό που προϋπήρχε αιώνες πριν από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αυτοκέφαλη, Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, ως το όνομα της προσδιορίζεται στο Σύνταγμα (Άρθρο 110), διαχρονικά, ετύγχανε και εξακολουθεί να τυγχάνει, ειδικότερης αντιμετώπισης σε σχέση με τις αρμοδιότητες και εξουσίες της (βλέπε μεταξύ άλλων την μελέτη του πρώην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Κρ. Τορναρίτη  «Αι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας κατά το εν Κύπρω ισχύον Δίκαιο» Επιθεώρησης Δημόσιου και Ιδιωτικού Δικαίου, Τόμος Α, 1967, όπου γίνεται ειδικότερη αναφορά στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας από την αναγνώριση της τελευταίας ως αυτοκέφαλης με απόφαση που λήφθηκε κατά την Γ' Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο, το 431 μ.χ., μέχρι και μετά την ανεξαρτησία και την σύσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας). 

 

Η Εκκλησία της Κύπρου, ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής Αρ. 4 (1990) 3 Α.Α.Δ. 338, τόσο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας όσο και στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, είχε αποκλειστικό δικαίωμα ρύθμισης και διοίκησης, όχι μόνο της περιουσίας της αλλά και των εσωτερικών της υποθέσεων. Στο πλαίσιο της ίδιας προσέγγισης, ήταν που υποδείχθηκε στην  Μανώλης Γ. Μανώλη κ.α. ν. Μακαρίου Β’ Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.α., Υπόθεση Αρ. 343/48, Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ότι η εκλογή Επισκόπου Πάφου, συμπεριλαμβανομένης και της εκλογής τοπικών εκλεκτόρων και ο τρόπος της εκλογής, ήταν θρησκευτικό θέμα, εκτός δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Πολιτείας.

 

Αυτή η ξεχωριστή θέση της Εκκλησίας, όπως επισημαίνεται στη ως άνω μελέτη του πρώην Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Κρ. Τορναρίτη,  περιφρουρήθηκε και συνταγματικά. Ειδικότερα, το Άρθρο 110.1 του Συντάγματος προνοεί ότι:

 

«Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίσει έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύϊ Καταστατικώ Χάρτη αυτής. Η ελληνική Κοινοτική Συνέλευσις δεν δύναται όπως ενεργεί αντιθέτως προς το ειρημένον δικαίωμα της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου

 

Ως δε επισημαίνεται στην ίδια πιο πάνω μελέτη, με παραπομπή και στα κρατούντα για το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα (βλ. Σβώλου – Βλάχου «Το Σύνταγμα της Ελλάδος» τόμος 1 σελ.51), η Εκκλησία της Κύπρου, όχι μόνο δύναται να θεωρηθεί από νομική άποψη, όπως και στην Ελλάδα τούτο ισχύει, «ως αυτοτελείς και αυτοδιοικούμενος οργανισμός με ίδιαν δικαιοδοσία αλλ’ εντός του κράτους οργανισμός έλκων απ’ ευθείας εκ του Συντάγματος δικαιώματα», αλλά τυγχάνει περισσότερων προνομίων και μεγαλύτερης αυτονομίας και ανεξαρτησίας από ότι στην Ελλάδα, έχοντας μεταξύ άλλων, συνταγματικά κατοχυρωμένο (Άρθρο 110.1), το αποκλειστικό δικαίωμα ρύθμισης και διοίκησης των εσωτερικών της υποθέσεων σύμφωνα με τον Κ.Χ.Ε.Κ και τους Ιερούς Κανόνες, χωρίς την εποπτεία ή επιτήρηση του Κράτους, ως ισχύει η κατάσταση πραγμάτων στην Ελλάδα, για ορισμένες τουλάχιστον εκκλησιαστικές πράξεις.

 

Έχει παράλληλα, τη δική του σημασία επί του συζητούμενου, η επισήμανση της σταθερής θεώρησης της νομολογίας των Δικαστηρίων μας ότι η Εκκλησία της Κύπρου δεν αποτελεί θεσμοποιημένη αρχή η οποία ασκεί κρατική - πολιτειακή εξουσία. Ούτε αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Ως υποδείχθηκε στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής Αρ. 4 (ανωτέρω), - με αναφορά στο λόγο της υπόθεσης Celaleddin and Others ν. Council of Ministers and Others 5 R.S.C.C. 102 - όπου εξετάστηκε το ζήτημα αν η Εκκλησία της Κύπρου αποτελεί «θεσμοθετημένο όργανο» ή «αρχή» της πολιτείας, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο άρθρο 139 του Συντάγματος, (σελ.356):

 

«... η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν είναι δημιούργημα ή και δεν έχει υποσταθεί θεσμοποιημένη από το Σύνταγμα ή το Νόμο αλλά είναι ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου. Δεν είναι όργανο κυβερνήσεως ούτε ενεργεί για τη Δημοκρατία. Δεν έχει, ούτε ασκεί κρατική πολιτειακή εξουσία, ούτε υπόκειται σε κρατικό έλεγχο. Ως εκ τούτου δεν είναι αρχή εν τη Δημοκρατία με την έννοια του όρου στο εδάφιο 3(δ) του Άρθρου 139 του Συντάγματος και δεν νομιμοποιείται στην άσκηση προσφυγής κάτω από το Άρθρο αυτό».

        

Η ως άνω θέση σε σχέση με τα χαρακτηριστικά που συνιστούν μια «αρχή της Δημοκρατίας» επαναλήφθηκε στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 359,  όπου, με αναφορά στην πιο πάνω νομολογία, επιβεβαιώθηκε ότι (σελ. 396):

 

«Ο όρος «όργανο» ή «αρχή της Δημοκρατίας » περιλαμβάνει σώμα οργανικά συγκροτημένο, το οποίο ασκεί πολιτειακή εξουσία σε ένα ή περισσότερους τομείς της κρατικής λειτουργίας».»

 

Με δεδομένη και καλά εδραιωμένη τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία της Κύπρου δεν αποτελεί θεσμοθετημένη Αρχή της Δημοκρατίας, ούτε όργανο κυβερνήσεως, ούτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αντιθέτως, έχει χαρακτηριστεί ως ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου, ο οποίος δεν ασκεί κρατική ή πολιτειακή εξουσία κατά τρόπο που να υπόκειται σε κρατικό έλεγχο, οι αποφάσεις των οργάνων της, περιλαμβανομένης της Ιεράς Συνόδου, δεν συνιστούν πράξεις άσκησης δημόσιας εξουσίας ούτε ανάγονται στην εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος ως τούτο απαιτείται για να ενεργοποιήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, για την παραχώρηση ή μη θεραπείας μέσω της έκδοσης προνομιακού εντάλματος τύπου Mandamus.

 

Συνακόλουθα των πιο πάνω, εκ των πραγμάτων, δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων προνομιακών ενταλμάτων, τύπου Mandamus, τα οποία συναρτώνται με τις συγκεκριμένες αποφάσεις και πρακτικά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου.

 

Η αποτυχία των αιτημάτων για την παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης για την έκδοση των πιο πάνω ενταλμάτων Mandamus, σφραγίζει, από μόνη της, την τύχη των αιτημάτων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης για έκδοση των σχετικών ενταλμάτων Mandamus, για τα οποία δεν δόθηκε άδεια.  

 

Ούτε προσφέρεται η παρούσα δικαιοδοσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, κατά τον τρόπο  που αυτά επιζητούνται,  αυτόνομα και αποσυναρτημένα από τα αφορώντα στην παρούσα προνομιακά εντάλματα Mandamus, παραπέμποντας γενικά σε ζητήματα νομιμότητας των αποφάσεων της έκπτωσης του Αιτητή από το Μητροπολιτικό θρόνο και της αργίας του.

 

Η αναζήτηση δε, κατά τρόπο γενικό, δηλωτικής και/ή αναγνωριστικής απόφασης, ως προβάλλεται στο Αιτητικό Δ της υπό κρίση αίτησης, χωρίς αυτή να διασυνδέεται με την προνομιακή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και οποιοδήποτε προνομιακό ένταλμα που δύναται να εκδοθεί στο πλαίσιο της, καθιστά εκ των πραγμάτων ατελέσφορη και αδύνατη την προώθηση και τη συζήτηση της, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

 

Άλλωστε, μεσολαβούσης και της απόφασης ημερομηνίας 26.5.2026,  δεδομένη είναι η δυνατότητα για αναζήτηση σχετικών θεραπειών εκ μέρους του Αιτητή, μετερχόμενος άλλες, διαθέσιμες διαδικασίες και δικαιοδοσίες, ως έπραξε τούτο σε προγενέστερο χρόνο, προωθώντας ανάλογα αιτήματα ενώπιων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το γεγονός ότι η προηγηθείσα προσπάθεια του, δεν καρποφόρησε για το λόγο που εξήγησε το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο (μη κατάδειξη κατεπείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο Μέρος 25.2(2)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι παρέχεται στην πλευρά του η δυνατότητα, αναζήτησης σχετικής θεραπείας, μέσω άλλου, διαθέσιμου ένδικου μέσου.

 

Αναπόδραστη κατάληξη όλων των πιο πάνω, είναι ότι η υπό συζήτηση Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Δεν έχει καταδειχθεί, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε αιτήσεις του είδους,  ότι συντρέχουν λόγοι για την αιτούμενη παρέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση απορρίπτεται. 

 

Καμία διαταγή για έξοδα.

 

 

 

                                                        Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

/γκ                                          


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο