Αναφορικά με την αίτηση του Χριστόφορου Τορναρίτη, για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Έφεση αρ. 14/2026, 29/6/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την αίτηση του Χριστόφορου Τορναρίτη, για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Έφεση αρ. 14/2026, 29/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση αρ. 14/2026)

29 Ιουνίου 2026

[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

Έφεση κατά της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδικη προνομιακή του δικαιοδοσία, στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 300/2025.

Υπό τον τίτλο:

Αναφορικά με το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος και τα Άρθρα 3 και 9 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, ως τροποποιήθηκε,

και

Αναφορικά με τον περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία έκδοσης ενταλμάτων προνομιακής φύσεως) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2018,

και

Αναφορικά με την αίτηση του Χριστόφορου Τορναρίτη, για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari,

και

Αναφορικά με την απόφαση και/ή πιστοποίηση και/ή πράξη του Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 14/06/2007, σχετικά με την επίδοση εγγράφων αλλοδαπής δικαστικής διαδικασίας, ημερομηνίας 13/06/2007, δυνάμει του περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (κλητήρια Εντάλματα) Νόμου, Κεφ. 11.

Χρ. Ιωαννίδης με Β. Χάμπα (κα) για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ για εφεσείοντα.

                               

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδικη δικαιοδοσία του (το πρωτόδικο Δικαστήριο), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του εφεσείοντα για παροχή άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari.

Πρωτοδίκως, ο εφεσείων αιτήθηκε την παροχή άδειας για την καταχώριση αίτησης με κλήση προς τον σκοπό έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari, με το οποίο θα ακυρωνόταν η απόφαση και/ή πιστοποίηση και/ή πράξη της Βοηθού Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 14/06/2007, σε σχέση με την επίδοση στον αιτητή αλλοδαπών δικογράφων, ημερομηνίας 13/06/2007.

Πρόκειται για «Πιστοποιητικό Επίδοσης Δικογράφων Εξωτερικού», ημερομηνίας 14/06/2007 (το Πιστοποιητικό), στο οποίο η Βοηθός Αρχιπρωτοκολλητής πιστοποιεί ότι τα συνημμένα έγγραφα είναι αντίγραφα δικαστικών δικογράων που λήφθηκαν από την Πρεσβεία της Ελλάδας για επίδοση στον εφεσείοντα, καθώς και για ένορκη δήλωση του επιδότη, στην οποία καταγράφεται ότι η επίδοση των δικαστικών εγγράφων έγινε στις 13/06/2007 στην Ε.Κ., ως υπεύθυνο πρόσωπο στον χώρο εργασίας του εφεσείοντος.

Το πιο πάνω Πιστοποιητικό συνοδευόταν από επιστολή ημερομηνίας 14/06/2007, της Βοηθού Αρχιπρωτοκολλητή προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα εν λόγω δικόγραφα επιδόθηκαν στις 13/06/2007.

Αναφέρθηκε στην πρωτόδικη διαδικασία ότι το Πιστοποιητικό κατατέθηκε στο πλαίσιο διοικητικής υπόθεσης ενώπιον Ελληνικού Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι ο εφεσείων οφείλει να καταβάλει τους εκεί αξιούμενους δασμούς, αφού θεωρήθηκε ότι υπήρχε «νομότυπη επίδοση της καταλογιστικής πράξης για τις σχετικές διοικητικές παραβάσεις».

Όταν ο εφεσείων ήγειρε θέμα ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε έγγραφα για τη συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία, η αντίδικη πλευρά ανέφερε ότι είχε γίνει επίδοση και ότι είχε παρουσιάσει τα σχετικά έγγραφα στο Ελληνικό Δικαστήριο πριν την έκδοση της απόφασης. Κατόπιν διερεύνησης του ζητήματος, διαφάνηκε ότι στις 05/06/2007 είχε σταλεί αίτημα από την Ελληνική Δημοκρατία, μέσω της Ελληνικής Πρεσβείας στην Κύπρο, για να διενεργηθεί επίδοση σύμφωνα με το Άρθρο 4 του περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Κλητήρια Εντάλματα) Νόμου (Κεφ. 11).

Ο εφεσείων ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι ουδέποτε του επιδόθηκαν τα εν λόγω έγγραφα, ότι δεν γνωρίζει την Ε.Κ. και ότι η αναφερόμενη διεύθυνση δεν αποτελεί τον χώρο εργασίας του, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με αυτόν. Ως εκ τούτου, καταχώρισε έφεση στην Ελλάδα εναντίον της εν λόγω απόφασης, εγείροντας το ζήτημα της μη επίδοσης. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Άρθρο 4 του Κεφ. 11 προνοεί για προσωπική επίδοση, κάτι που δεν έγινε στην υπό εξέταση περίπτωση, και ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε έλαβε γνώση της διαδικασίας με αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να τύχει δίκαιης δίκης.

Ο εφεσείων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, αν δεν προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η επίδοση ήταν πλημμελής, το Ελληνικό Εφετείο δεν θα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έλαβε πραγματική γνώση των εγγράφων και, ως εκ τούτου, «η μόνη λύση είναι να προσβάλει την επίδοση είναι με το να αποδείξει ότι η πιστοποίηση του Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πλαστή», γεγονός που, κατά τον ίδιο, δεν ισχύει.

Για αυτόν το λόγο, είναι η θέση του ότι η αρμοδιότητα για την ακύρωση και τον παραμερισμό της προσβαλλόμενης πράξης ανήκει αποκλειστικά στα Κυπριακά Δικαστήρια, τα οποία δύνανται να του διασφαλίσουν πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία. Διαφορετικά, θα συντελεστεί κατά τον εφεσείοντα, παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματός του για πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην υπό κρίση απόφασή του, αφού παραπέμπει στις πρόνοιες των Άρθρων 3(στ) και 4 του Κεφ. 11, αναφέρει ότι το σχετικό Πιστοποιητικό πρέπει να είναι δεόντως σφραγισμένο με τη σφραγίδα του Δικαστηρίου και να ακολουθεί τον τύπο που περιέχεται στο σχετικό Παράρτημα του Νόμου. Επιπλέον, σε αυτό πρέπει να περιλαμβάνονται:

·        το πρωτότυπο της παράκλησης για επίδοση δικογράφου,

·        το δικόγραφο που λήφθηκε με το έγγραφο της παράκλησης,

·        τη μαρτυρία επίδοσης με την ένορκη δήλωση του επιδότη, και

·        ότι «η επίδοση αυτού που αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό και η απόδειξή της είναι αυτές που απαιτούνται από τον νόμο και την πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, που ρυθμίζουν την επίδοση δικογράφων στην Κύπρο και την απόδειξή της».

Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις:

·        Το Πιστοποιητικό το οποίο εξεδόθη από τη Βοηθό Αρχιπρωτοκολλητή φαίνεται να είναι μεν στον τύπο του Παραρτήματος, αλλά να μην φέρει τη σφραγίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως προνοείται στο Άρθρο 3(στ) του Κεφ. 11.

·        Το Άρθρο 4 του Κεφ. 11 απαιτεί όπως η επίδοση γίνει προσωπικά στον διάδικο. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του Άρθρου 4(α), αλλά και από το περιεχόμενο του Άρθρου 4(γ), το οποίο απαιτεί όπως στο πιστοποιητικό αναφέρεται το γεγονός και η ημερομηνία της προσωπικής επίδοσης ή οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί αυτή. Επιπλέον, το Άρθρο 5 παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα, να εκδίδει διατάγματα για υποκατάστατη επίδοση, κάτι το οποίο δεν έχει καταδειχθεί ότι ισχύει στην υπό εξέταση περίπτωση. 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι ο εφεσείων υποστήριξε πως κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε ισχύ η Σύμβαση Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με τον ημεδαπό Νόμο 55/1984. Υπέδειξε δε ότι το Άρθρο 7 της Σύμβασης προβλέπει πως η επίδοση πραγματοποιείται «σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος όπου θα γίνει η επίδοση» και «αποδεικνύεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος στο οποίο γίνεται».

Επομένως, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται ο Νόμο 55/1984 και η κυρωθείσα μέσω του Σύμβαση, στην υπό εξέταση διοικητική διαδικασία ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, δεν απαιτείται, δυνάμει αυτών, η επίδοση να είναι αποκλειστικά προσωπική.

Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον η υπό κρίση απόφαση της Βοηθού Αρχιπρωτοκολλητή συνιστά δικαστική απόφαση, ώστε να δύναται να προσβληθεί με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Με παραπομπή σε νομολογιακές αρχές, υποδεικνύει ότι το βασικό κριτήριο για να χαρακτηριστεί μια ενέργεια ως δικαστική απόφαση είναι η ίδια η φύση της και όχι ο χαρακτήρας του οργάνου που την εξέδωσε. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση πρέπει να προέρχεται από Δικαστήριο και να αποσκοπεί στον καθορισμό των δικαιωμάτων των μερών σύμφωνα με τον νόμο.

Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο τονίζει ότι το Πιστοποιητικό εκδίδεται προκειμένου να παρουσιαστεί ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου και νοουμένου ότι αυτό είχε συνταχθεί «κατά τους νόμιμους τύπους», αποτελεί «πλήρη απόδειξη» της επίδοσης στον διάδικο, εκτός αν αποδειχθεί ότι είναι πλαστό. Διαπιστώνει δε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι στην υπό κρίση περίπτωση, παρά το γεγονός ότι το Πιστοποιητικό φέρεται να μην είχε τη σφραγίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντούτοις προκύπτει ότι το αλλοδαπό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε αυτό και δέχθηκε πως είχε γίνει έγκυρη επίδοση στον εφεσείοντα.

Υπό το πρίσμα της πρωτόδικης διαπίστωσης ότι το ζήτημα της επίδοσης δύναται να εγερθεί ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου, όπως φαίνεται να συνέβη στην υπό εξέταση περίπτωση, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι το αλλοδαπό Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει κατά πόσον η εν λόγω επίδοση ήταν πρόσφορη, δηλαδή κατά πόσον ο εφεσείων πράγματι έλαβε γνώση των σχετικών εγγράφων.

Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το επίδικο Πιστοποιητικό δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, αλλά «αποδεικτικό στοιχείο» ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου ως προς ένα γεγονός, ήτοι την έγκυρη επίδοση, και ότι, αν εγερθεί ενώπιόν του το ζήτημα της επίδοσης, το αλλοδαπό Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει κατά πόσον ο διάδικος έλαβε πραγματική γνώση των εγγράφων και της διαδικασίας.

Ως προς τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι αδυνατεί να αποδείξει πως δεν έλαβε πραγματική προσωπική γνώση των εγγράφων, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ότι η θέση αυτή παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις. Όμως, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο εφεσείων διαθέτει και την θεραπεία δυνάμει του Άρθρου 7 του Κεφ. 11, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

«7. Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο µε ένορκο δήλωση δίνει ψευδή μαρτυρία επίδοσης οποιουδήποτε εγγράφου που πρέπει να επιδοθεί βάσει του Νόμου αυτού υπόκειται στην ίδια ποινή ως πρόσωπο που δίνει ψευδή μαρτυρία σε δικαστική διαδικασία στην Κύπρο.»

Κρίθηκε ως εκ τούτου από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι παρέχεται θεραπεία στο επηρεαζόμενο πρόσωπο για αμφισβήτηση της επίδοσης, η οποία παρουσιάζεται και, κατά τον ισχυρισμό του, βασίζεται σε ψευδή μαρτυρία, ενώ ενδεχόμενη καταδίκη του επιδότη θα συμπαρασύρει, αναπόφευκτα, και την όποια ισχύ του Πιστοποιητικού.

Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεών του, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, αφού έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας για καταχώριση αίτησης Certiorari.

Ο εφεσείων, με 6 λόγους έφεσης, αμφισβητεί την πιο πάνω πρωτόδικη κατάληξη.

Οι τρεις πρώτοι λόγοι έφεσης περιστρέφονται γύρω από το παράπονο του εφεσείοντος αναφορικά με τη μη προσωπική επίδοση των επίδικων εγγράφων.

Είναι η θέση του εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει το Άρθρο 4 του Κεφ. 11 και εσφαλμένα θεώρησε ότι η ύπαρξη της Σύμβασης επιτρέπει την παρέκκλιση από την απαίτηση της προσωπικής επίδοσης. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο παρερμήνευσε το Άρθρο 7 της Σύμβασης και αγνόησε τη ρητή πρόνοια του Κεφ. 11, η οποία καθιστά την προσωπική επίδοση υποχρεωτική υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Στον 4ο λόγο έφεσης, ο εφεσείων παραπονείται για πλάνη περί το νόμο από το πρωτόδικο Δικαστήριο και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Κλητήρια Εντάλματα) Νόμου, Κεφ. 11, καθότι, ενώ διαπίστωσε ότι το επίδικο Πιστοποιητικό δεν έφερε τη σφραγίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως απαιτείται από το Άρθρο 3(στ) του πιο πάνω Νόμου, παρέλειψε να αποδώσει έννομες συνέπειες στην εν λόγω ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια και εσφαλμένα έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι νόμιμη.

Με τον 5ο λόγο έφεσης, ο εφεσείων προσβάλλει ως εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση ότι διαθέτει εναλλακτικά και αποτελεσματικά ένδικα μέσα, τόσο ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου όσο και μέσω των διατάξεων του Άρθρου 7 του Κεφ. 11, και ότι, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η χορήγηση άδειας για προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Τέλος, με τον 6ο λόγο έφεσης, ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε εσφαλμένη άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, καθότι, παρά τη συνδρομή εκ πρώτης όψεως περίπτωσης πλάνης περί το νόμο, υπέρβασης εξουσίας και παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, εσφαλμένα έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari και απέρριψε την αίτηση.

Προκύπτει από ανάγνωση των πιο πάνω λόγων έφεσης ότι δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να προσβάλλεται ευθέως το πρωτόδικο εύρημα ότι το υπό κρίση Πιστοποιητικό δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, ώστε να μπορεί να είναι αντικείμενο αίτησης για προνομιακό ένταλμα Certiorari. Όμως ο συνήγορος του εφεσείοντα ενέταξε στην αγόρευση του στον 6ο λόγο έφεσης, τον ισχυρισμό για λανθασμένη πρωτόδικη κρίση επί του θέματος αυτού. Υπενθυμίζεται ότι στον 6ο λόγο έφεσης προσβάλλεται γενικά η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία, βασική προϋπόθεση για την παροχή αδείας για καταχώριση αίτησης για Certiorari είναι η προσβαλλομένη πράξη να συνιστά δικαστική απόφαση ή οιονεί δικαστική ενέργεια και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη από δημόσιο όργανο που θα μπορούσε να προσβληθεί με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. Ramadan v. Electricity Authority of Cyprus and Another 1 R.S.C.C. 49, Frangos v. Medical Disciplinary Board (1983) 1 C.L.R. 256 και Ανόρθωσις Αμμοχώστου (1998) 1 ΑΑΔ 2219).

Στην υπόθεση Αργυρού (αρ.2) (1993) 1 ΑΑΔ 457 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής ως προς την δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδώσει προνομιακό ένταλμα Certiorari:

«Θα ήταν αρκετό να λεχθεί ότι χωρεί η έκδοση certiorari όποτε κατώτερο δικαστήριο ή όργανο που ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία ενεργεί χωρίς να έχει επί του θέματος δικαιοδοσία ή δρα καθ' υπέρβαση της αρμοδιότητας που του απονεμήθηκε. Άλλη κλασσική περίπτωση είναι εκείνη στην οποία από τον ίδιο το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει έκδηλα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσαγωγής μαρτυρίας, νομική πλάνη. Είναι ακόμη η περίπτωση παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή των επιταγών του συντάγματος.»

Παρά το γεγονός ότι ο εφεσείων δεν προβαίνει, ως όφειλε, σε ειδική αναφορά στον 6ο λόγο έφεσης για προσβολή του πρωτόδικου ευρήματος περί έλλειψης του στοιχείου της οιονεί δικαστικής απόφασης, αυτό το ζήτημα μπορεί να ενταχθεί και να εξεταστεί στο πλαίσιο του πιο πάνω λόγου έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται το γενικότερο πρωτόδικο εύρημα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση εντάλματος Certiorari.

Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι, στην αγόρευσή του ενώπιόν μας, ο συνήγορος για τον εφεσείοντα, αναλύοντας τον 6ο λόγο έφεσης, ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι το επίδικο πιστοποιητικό δεν αποτελεί οιονεί δικαστική απόφαση αλλά απόδειξη ενός γεγονότος ενώπιον του αλλοδαπού Δικαστηρίου.

Ενόψει των πιο πάνω, θα εξετάσουμε κατά προτεραιότητα τον 6ο λόγο έφεσης, αφού, αν γίνει αποδεκτή η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος αυτού, θα καταστεί άνευ αντικειμένου η εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης, λόγω του ότι το θέμα αυτό άπτεται της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εξετάσει το αίτημα για παροχή της αιτούμενης άδειας.

Σύμφωνα με τη νομολογία, το βασικό κριτήριο για να χαρακτηριστεί μια ενέργεια ως δικαστική απόφαση είναι η ίδια η φύση της και όχι ο χαρακτήρας του οργάνου που την εξέδωσε (βλ. Sofoklis Demetriades and Son and Another v. The Republic (1969) 3 C.L.R. 557).

Στο σύγγραμμα του Πέτρου Αρτέμη Προνομιακά Εντάλματα στην σελίδα 16, αναφέρεται ότι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά μιας «δικαστικής ή οιονεί δικαστικής» πράξης είναι τα πιο κάτω:

(α)   πρέπει να προέρχεται από Δικαστικό όργανο,

(β)   η απόφαση πρέπει να αποσκοπεί στον καθορισμό των δικαιωμάτων των μερών σύμφωνα με ένα νόμο με δικαίωμα ακρόασης στα μέρη.

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι η έκδοση του επίδικου Πιστοποιητικού επίδοσης δικογράφων από τη Βοηθό Αρχιπρωτοκολλητή, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε αλλοδαπό Δικαστήριο, δεν συνιστά δικαστική απόφαση ή έστω οιονεί δικαστική ενέργεια, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί με προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Όπως αναλύθηκε πιο πάνω, για να είναι μια πράξη οιονεί δικαστική, το όργανο πρέπει, ασκώντας την κρίση του, να επιλύσει μια διαφορά, αφού προηγουμένως ακούσει τα εμπλεκόμενα μέρη και αξιολογήσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους.

Στην υπό κρίση περίπτωση της έκδοσης του Πιστοποιητικού επίδοσης για χρήση σε αλλοδαπό Δικαστήριο, δεν υπάρχει δικαστική κρίση. Ο Αρχιπρωτοκολλητής δεν επιλύει καμιά διαφορά, ούτε κρίνει τα δικαιώματα των διαδίκων. Απλώς ελέγχει τα έγγραφα του φακέλου και ειδικά την ένορκη δήλωση του επιδότη και βεβαιώνει επίσημα το γεγονός ότι η επίδοση διενεργήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες. Πρόκειται δηλαδή για μια τυποποιημένη διαδικασία επιβεβαιωτικού χαρακτήρα που πηγάζει από τον Νόμο (Κεφ. 11) και την Σύμβαση Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με τον ημεδαπό Ν.55/1984.

Είναι σαφές ότι η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του εν λόγω πιστοποιητικού από τον Αρχιπρωτοκολλητή συνιστά διοικητική ενέργεια στα πλαίσια διεθνούς δικαστικής συνδρομής. Αν ο Αρχιπρωτοκολλητής αρνηθεί να εκδώσει το Πιστοποιητικό, η πράξη του αυτή μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, καθώς αυτή η πράξη στερείται δικαστικού ή οιονεί δικαστικού υπόβαθρου επίλυσης διαφοράς.

Αν όμως αμφισβητείται η εγκυρότητα της ίδιας της επίδοσης, όπως στην παρούσα περίπτωση, στην οποία ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε ποτέ τα έγγραφα, το ζήτημα δεν μπορεί να επιλυθεί με έλεγχο της πράξης του Αρχιπρωτοκολλητή στο πλαίσιο αίτησης για προνομιακό ένταλμα Certiorari. Αντιθέτως, όπως πολύ σωστά υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, η επίδοση θα μπορούσε να παραμεριστεί μόνον από το Δικαστήριο που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης, το οποίο στην παρούσα περίπτωση είναι το Ελληνικό Δικαστήριο.

Στην υπόθεση EasyGroup Holdings Limited (2016) 1Β Α.Α.Δ 1599, τέθηκε παρόμοιο ζήτημα ως προς ποιο Δικαστήριο εξετάζει την εγκυρότητα της επίδοσης δυνάμει του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε Θέματα Αστικού Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου, που κυρώθηκε με το Νόμο 55/1984. Στην εν λόγω υπόθεση προβλήθηκε ισχυρισμός για κακή επίδοση, του κατηγορητηρίου ποινικής υπόθεσης που εκδικαζόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η επίδοση είχε συντελεστεί στην Ελλάδα, δυνάμει της πιο πάνω Σύμβασης.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας θεώρησε μη έγκυρη την επίδοση για τους λόγους που εξήγησε στην απόφαση του και έδωσε νέα ημερομηνία για επίδοση. Η κατήγορος εταιρεία ωστόσο θεώρησε ότι νομιμοποιείτο για άδεια καταχώρησης αίτησης για έκδοση εντάλματος Certiorari.

Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την προωθηθείσα αίτηση σε πρώτο βαθμό και την απέρριψε. Μεταξύ άλλων απεφάνθη, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το θέμα της επίδοσης του κατηγορητηρίου όπως εγέρθηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου 1, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της Σύμβασης και των περί Ποινικής Δικονομίας Κανονισμών. Προσέγγιση που υιοθετήθηκε και σε δεύτερο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Αυτό που είναι σημαντικό να τονιστεί, είναι ότι στην υπόθεση EasyGroup (ανωτέρω) κρίθηκε πως με βάση τη πιο πάνω Σύμβαση, το Δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση, στην προκειμένη περίπτωση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, είχε «εγγενή υποχρέωση εξέτασης της εγκυρότητας της επίδοσης» που έγινε στην αλλοδαπή.

Η ίδια αρχή ισχύει κατ’ αναλογία και στην παρούσα υπόθεση, στην οποία το εκδικάζον την υπόθεση Ελληνικό Δικαστήριο, σαφώς και έχει δικαιοδοσία εξέτασης της εγκυρότητας της επίδοσης που έγινε στην Κύπρο, όπως πολύ ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν ισχύει, ως εκ τούτου, η θέση του εφεσείοντος ότι θα μπορούσε να προσβάλει το επίδικο Πιστοποιητικό στην Ελλάδα μόνο για σκοπούς πλαστογραφίας από τον Πρωτοκολλητή.

Τα πιο πάνω βέβαια ώς προς το δικαίωμα ελέγχου της επίδοσης από το αλλοδαπό Δικαστήριο, τονίζονται πέραν και ανεξάρτητα από την διαπίστωση μας ως προ την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης ότι η έκδοση του επίδικου Πιστοποιητικού από την Βοηθό Αρχιπρωτοκολλητή δεν συνιστά δικαστική απόφαση ή οιονεί δικαστική ενέργεια, ώστε να μπορεί να προσβληθεί με προνομιακό ένταλμα Certiorari.

Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο λόγος έφεσης 6 απορρίπτεται ως αβάσιμος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο πολύ ορθά κατέληξε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να ελέγξει την εγκυρότητα και νομιμότητα του επίδικου Πιστοποιητικού με προνομιακό ένταλμα Certiorari, η έκδοση του οποίου δεν συνιστά δικαστική απόφαση ή οιονεί δικαστική ενέργεια. Τούτου λεχθέντος, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων έφεσης.

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ

 

Α. Δαυίδ, Δ

 

Αλ. Παναγιώτου, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο