ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. 143/2017)
16 Ιουνίου 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
1. ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΟΥΡΑΣ
2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΑΙΜΗΣ
Εφεσείοντες,
ν.
ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ
Εφεσίβλητος.
Κ. Καμένος με Κ.Κ. Καμένο και Ε. Νικολάου (κα) για Ζένιος Χρ. Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε για τους εφεσείοντες
Σ. Μαυρομάτης για Μαυρομάτης & Χριστοδουλίδου Δ.Ε.Π.Ε. για εφεσίβλητους:
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (το πρωτόδικο Δικαστήριο), με την οποία επιδικάστηκε συγκεκριμένο ποσό αποζημίωσης στους εφεσείοντες για τερματισμό της απασχόλησής τους στον εφεσίβλητο Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Σημειώνεται ότι, μετά από ακρόαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε, με την υπό κρίση απόφασή του σε δύο συνενωμένες αιτήσεις, €22.436,00 στον εφεσείοντα 1 και €19.850,00 στον εφεσείοντα 2, ως αποζημιώσεις για τερματισμό της εργοδότησής τους.
Και οι δύο εφεσείοντες αμφισβητούν τα πιο πάνω ποσά, ισχυριζόμενοι ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε πρωτοδίκως, η εργοδότησή τους ήταν αορίστου διαρκείας και ξεκινούσε από την ημερομηνία πρόσληψής τους και όχι από την εφαρμογή του Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(I)/2003). Ως αποτέλεσμα, ισχυρίζονται ότι τα ποσά που δικαιούνται ως αποζημιώσεις για τον τερματισμό της εργασίας τους είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τους επιδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, οι εφεσείοντες εργάστηκαν στην υπηρεσία του ΘΟΚ ως ηθοποιοί. Συγκεκριμένα δηλώθηκαν πρωτοδίκως από κοινού τα πιο κάτω:
· Ο εφεσείων 1 προσλήφθηκε στην υπηρεσία του ΘΟΚ την 1.10.1996 και ο εφεσείων 2 την 1.10.2001.
· Η σύμβαση εργασίας και των δύο εφεσειόντων ήταν για ένα έτος και πριν από τη λήξη της ανανεωνόταν χωρίς διακοπή για ακόμη ένα έτος για όλα τα χρόνια μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης τους που έγινε τις 30.9.2012.
· Ο τερματισμός της απασχόλησης των εφεσειόντων έγινε με την αιτιολογία ότι ο ΘΟΚ αποφάσισε τη μη επιλογή τους για περαιτέρω ανανέωση της σύμβασης εργοδότησης τους για ακόμα ένα έτος.
· Για σκοπούς του Νόμου οι εβδομαδιαίες απολαβές του εφεσείοντα 1 ανέρχονταν στο ποσό των €1.094,44 και του εφεσείοντα 2 στο ποσό των €968,30.
Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν τέθηκε καμία μαρτυρία. Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν στη δήλωση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων.
Πρωτοδίκως, οι εφεσείοντες στις αγορεύσεις τους επικεντρώθηκαν στα πιο κάτω δύο νομικά σημεία:
· Την περίοδο απασχόλησης τους. Κατά πόσο δηλαδή η υπηρεσία τους θα προσμετρά από την ημερομηνία πρόσληψης τους ή από τις 25/07/2003 που τέθηκε σε ισχύ ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2023 (Ν.98(Ι)/2003),
· Κατά πόσο δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιδικάσει αυξημένες αποζημιώσεις.
Αναφορικά με το πρώτο σημείο, οι εφεσείοντες εισηγήθηκαν ότι η υπηρεσία τους θα πρέπει να προσμετρά από την ημέρα πρόσληψης τους, καθώς ο Ν.98(Ι)/2003 δεν εισήχθη για να καταργήσει το μέχρι τότε υφιστάμενο νομικό καθεστώς αλλά να το συμπληρώσει. Αναφέρθηκαν επί του προκειμένου στο Άρθρο 5(δ) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/1967, το οποίο με την εισαγωγή του Ν.98(Ι)/2003 δέχθηκε ανάλογη τροποποίηση. Ισχυρίστηκαν ότι η τροποποίηση έγινε για να καθοδηγεί το Δικαστήριο επί των εξαιρέσεων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω εναρμονιστικό νόμο Ν.98(Ι)/2003 και όχι για να θεωρηθεί ότι η έναρξη της ακαθορίστου περιόδου σύμβασης αρχίζει από το 2003.
Εισηγήθηκαν περαιτέρω ότι ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι πρόκειται για τροποποίηση η οποία δεν προσδίδει αναδρομική ισχύ στον Ν.24/1967 σε περιπτώσεις προ της εισαγωγής του σχετικού νόμου Ν.98(Ι)/2003, και πάλι η υπηρεσία των εφεσειόντων θα πρέπει να προσμετρήσει από την ημερομηνία πρόσληψης τους γιατί μέχρι το 2003 ίσχυε και είχε εφαρμογή το Άρθρο 5(δ) του Ν.24/1967.
Αντίθετα ο εφεσίβλητος οργανισμός παρέπεμψε στο άρθρο 7(3) του Ν.98(Ι)/2003 όπου ρητά αναφέρεται ότι, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του εν λόγω άρθρου.
Επιπλέον, αναγνωρίζοντας αρχικά το γεγονός ότι οι εφεσείοντες εργαστήκαν στην υπηρεσία του ΘΟΚ για αρκετά χρόνια σε θέση καριέρας με ψηλό μισθό, εντούτοις εισηγήθηκε ότι δεν πρέπει να τους επιδικαστούν αυξημένες αποζημιώσεις καθώς η εμπειρία και αναγνώριση τους δεν ήταν δυνατό να τους καταστήσει άνεργους ή με μειωμένες δυνατότητες εργοδότησης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα προέβη σε μια εκτενή ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης κυρίως όσον αφορά την ερμηνεία της «εργασίας ορισμένου χρόνου» με την εισαγωγή του περί Εργαζομένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 98(Ι)/2003, ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Αναφορά γίνεται και στον περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμο του 1970 (Ν.71/70) όπως τροποποιήθηκε αλλά και στους σχετικούς Κανονισμούς Υπηρεσίας στον Θ.Ο.Κ (βλ. περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (Διάρθρωση και Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμοί του 1974 (ΚΔΠ 229/74)) ως έχουν τροποποιηθεί.
Με παραπομπή σε νομολογία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εργοδότηση των εφεσειόντων, προ της εισαγωγής του Ν.98(Ι)/2003, ρυθμιζόταν από τους κανόνες του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Στη συνέχεια, με την εφαρμογή της πιο πάνω νομοθεσίας, η εξέταση του καθεστώτος εργοδότησης των επί συμβάσει υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των οργανισμών δημοσίου δικαίου, γίνεται σε συνάρτηση με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, η οποία υπερισχύει και των προνοιών του Συντάγματος, αλλά και τον εναρμονιστικό με αυτήν Ν.98(Ι)/2003. Ο εν λόγω Νόμος και η Οδηγία, όπως έχει αποφασισθεί στις υποθέσεις Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49 και Βενιζέλος ν. Δημοκρατίας, ΑΕ67/10, ημερ. 21.5.2015, εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αορίστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Έτσι, με την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου, όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, είτε εργάζονται στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, που μετατρέπονται κάτω από τις προϋποθέσεις του Νόμου σε εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/1967.
Κρίθηκε ενόψει των πιο πάνω ότι οποιαδήποτε δικαιώματα απέκτησαν οι εφεσείοντες ως αποτέλεσμα του τερματισμού της απασχόλησης τους, θα έπρεπε να εξεταστούν δυνάμει των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003 και της σχετικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Ως αποτέλεσμα, οι εφεσείοντες σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, από συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, μετατράπηκαν δυνάμει των διατάξεων του Ν.98(Ι)/2003 σε εργαζομένους αορίστου χρόνου, και απέκτησαν τα δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
Στην συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού επισημαίνει ότι ο Ν.98(Ι)/2003 δεν έχει αναδρομική ισχύ, έκρινε ότι οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης των εφεσειόντων που έλαβε χώρα πριν την ημερομηνία εφαρμογής του Νόμου δεν θα ληφθεί υπόψη για σκοπούς μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ως αποτέλεσμα, κρίθηκε ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων λόγω τερματισμού δυνάμει του Ν.24/1967 θα έπρεπε να γίνει από την εφαρμογή του Νόμου και όχι από την έναρξη της εργοδότησης.
Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στον υπολογισμό των αποζημιώσεων για τον τερματισμό της εργοδότησης του κάθε εφεσείοντα ξεχωριστά, στη βάση του Άρθρου 4 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/1967.
Κρίνοντας ότι δεν ευσταθεί η απαίτηση των εφεσειόντων για αυξημένες αποζημιώσεις, αφού δεν τέθηκε σχετική μαρτυρία που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε, υπό τις περιστάσεις, εύλογη αποζημίωση στον εφεσείοντα 1 το ποσό των €22.436, που αντιστοιχεί με απολαβές 20.5 βδομάδων, και στον εφεσείοντα 2 το ποσό των €19.850 για τον αντίστοιχο αριθμό βδομάδων.
Οι εφεσείοντες με τρεις λόγους έφεσης αμφισβητούν την πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Αναφέρεται στον 1ο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα και παρερμηνεύοντας το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς, καθόρισε την περίοδο αποζημίωσης για τους εφεσείοντες, όχι από την ημερομηνία της πρόσληψης τους μέχρι και την απόλυση τους, αλλά από την ημερομηνία ισχύος του Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 98(I)/2003, ήτοι από 25/07/2003 μέχρι την απόλυση τους την 30/09/2012, και με απώτερη δυσμενή συνέπεια να επιδικάσει μειωμένες αποζημιώσεις στους εφεσείοντες.
Είναι η θέση των εφεσειόντων ότι ενώ ήταν παραδεκτό γεγονός ότι η εργοδότηση τους ανανεωνόταν χωρίς διακοπή για ακόμα ένα έτος για όλα τα χρόνια μέχρι την ημερομηνία τερματισμού, εντούτοις, παραγνωρίζοντας το Άρθρο 5 (δ) του Ν. 24/1967 δεν έκρινε ότι η απασχόληση των εφεσειόντων κατέστη αορίστου διάρκειας πριν την εισαγωγή του Ν.98(I)/2003.
Με τον 2ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε εσφαλμένα ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο την ενώπιον του εργατική διαφορά των εφεσειόντων, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το Άρθρο 7 του Ν.98(I)/2003 με την δυσμενή κατάληξη για τους εφεσείοντες να τους αφαιρεθεί περίοδος πραγματικής και χωρίς διακοπή συνεχούς απασχόλησης τους, με την ανάλογη μείωση των αποζημιώσεων τους.
Με τον 3ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση, στερείται της δέουσας αιτιολογίας σε ουσιώδη σημεία, σε αντιδιαστολή με τη Συνταγματική επιταγή του Άρθρου 30 του Συντάγματος.
Είναι η θέση των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξηγεί τα ουσιαστικά διιστάμενα ευρήματά του, ήτοι εάν δεν συνυπολόγισε την περίοδο απασχόλησης των εφεσειόντων πριν την εφαρμογή του Ν.98(I)/2003 επειδή αυτός δεν είχε αναδρομική ισχύ ή επειδή, πριν την εφαρμογή του, η εργοδότηση των εφεσειόντων ήταν δημοσίου δικαίου.
Προτού εξετάσουμε τους λόγους έφεσης, κρίνουμε ορθό να υπομνήσουμε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 16 του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1999 (1/1999), όπως έχει τροποποιηθεί, έφεση κατά απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, χωρεί μόνο αναφορικά με νομικά σημεία. Σχετικό είναι και το Άρθρο 12 (11Α) του περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Ν.8/1967 δυνάμει του οποίου οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών υπόκειται σε έφεση βάσει οποιουδήποτε λόγου που συνεπάγεται νομικό σημείο μόνο.
Ως προς το τι σημαίνει «νομικό σημείο» για σκοπούς έφεσης κατά απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών παραπέμπουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Terra Santa College v. Παπαπαρασκευά κ.α., Πολ. Εφ. 93/13 ημερ. 21.12.2020:
«Το τι συνθέτει νομικό σημείο, δεν είναι πάντα εύκολο να οριστεί και να προσδιοριστεί. Κατά τη νομολογία δεν φαίνεται να εντάσσονται στον όρο νομικό σημείο δικαστικά ευρήματα πρωτογενών γεγονότων (Παναγιώτης Κουντουρίδης Λτδ ν Γεωργίου (2003) 1(Β) ΑΑΔ 980, 983), σε αντίθεση με τα δικαστικά συμπεράσματα που βασίζονται επί των ευρημάτων αυτών (In Re HadjiCostas (1984) 1 CLR 513, 519). Ως εξάγεται και από την Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν Παπαχριστοδούλου (2006) 1(Α) ΑΑΔ 625, 629, δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός του όρου νομικό σημείο. Ωστόσο, ο περί ου ο λόγος όρος εμφανίζεται να περιλαμβάνει, εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα, ερμηνεία και οριοθέτηση του νομοθετικού σκοπού, λανθασμένη άσκηση δικαστικής διακριτικής ευχέρειας ή διακριτικής εξουσίας με βάση λανθασμένες νομικές αρχές, δικαστική ενέργεια χωρίς μαρτυρία, συμπεράσματα που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αλλά και η άποψη του Δικαστηρίου επί πρωτογενών γεγονότων που δεν μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί. Κατ' ακολουθίαν, είναι σημαντικό να κατορθώνεται στην κάθε περίπτωση η διαφοροποίηση μεταξύ δικαστικού ευρήματος και δικαστικού συμπεράσματος, με το πεδίο πάντως να μην προσφέρεται για δογματικές προσεγγίσεις (βλ. γενικώς, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου: Θεωρία και Πράξη, 2018, σελ. 780-785)»
Θα εξετάσουμε αρχικά τους δύο πρώτους λόγους έφεσης οι οποίοι είναι παρεμφερείς και αφορούν καθαρά νομικά σημεία αφού σχετίζονται με την νομική ερμηνεία των συμβάσεων εργοδότησης των εφεσειόντων, σε συσχετισμό με την έναρξη ισχύος του Ν.98(I)/2003.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας τη νομική φύση των επίδικων συμβάσεων εργοδότησης των εφεσειόντων, τη διαίρεσε σε δύο περιόδους. Η πρώτη περίοδος ξεκινούσε από την ημερομηνία εργοδότησης μέχρι και την εφαρμογή του Ν.98(I)/2003, ενώ η δεύτερη από την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου μέχρι τον τερματισμό της εργοδότησης.
Όσον αφορά την πρώτη περίοδο, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εργοδότηση ήταν δημοσίας φύσεως. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμοζόταν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, στην περίπτωση των εφεσειόντων, ο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/1967 και ειδικά η επιφύλαξη του Άρθρου 5(δ), σύμφωνα με την οποία:
«Νοείται ότι όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ώς σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε ή τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ώς μή αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς τής παρούσης παραγράφου»
Συμφωνούμε με την πιο πάνω πρωτόδικη κρίση, η οποία δεν είναι αυθαίρετη αλλά αντιθέτως στηρίζεται στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία παραπέμπει και συγκεκριμένα στις αποφάσεις Σιαφκάλης ν. Θ.Ο.Κ. (1989) 3 Α.Α.Δ. 2640 και Μαραγκός κ.ά. ν. Θ.Ο.Κ. (1990) 3 Α.Α.Δ. 1481.
Σύμφωνα με τις πιο πάνω αποφάσεις, το νομικό καθεστώς, που ίσχυε κατά τον χρόνο διορισμού των εφεσειόντων, παρά το ότι οι ηθοποιοί στο ΘΟΚ διορίζονταν επί συμβάσει ορισμένης χρονικής διάρκειας, ήταν ότι προσλαμβάνονταν σε οργανική θέση δημοσίου νομικού προσώπου προς πλήρωση οργανικών του αναγκών και κατά το χρόνο διάρκειας της σύμβασης αποτελούσαν μόνιμο προσωπικό. Όμως, η σχέση η οποία τους συνέδεε με την υπηρεσία, εκτός από τη συμφωνημένη διάρκειά της, διέπονταν από τους κανόνες του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Ως αποτέλεσμα ο Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/1967 και ειδικά η επιφύλαξη του Άρθρου 5(δ) ως προς τις συμβάσεις εργοδότησης τακτής προθεσμίας δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωση τους.
Ακολούθησε η ψήφιση του Ν.98(I)/2003, το Άρθρο 7(1) του πιο οποίου αναφέρει τα εξής:
«Όπου:
(α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως·
(β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου,
η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2) Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν:
(α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές.
(β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο.
(γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης.
(δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία.
(ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης.
(στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και Εθελοντών Υπαξιωματικών.
(3) Κατά την εφαρμογή του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.»
Η εν λόγω νομοθεσία εισήχθη στην Κύπρο, προς τον σκοπό εναρμονισμού του Κυπριακού Δικαίου με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική ανανέωση συμβάσεων τακτής προθεσμίας όταν στην πράξη καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες εργοδότησης.
Η πιο πάνω Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ο εναρμονιστικός Ν.98(I)/2003 δεν απαγορεύει γενικά τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Απαγορεύει όμως αυτές να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο αποφυγής των υποχρεώσεων του εργοδότη όταν στην πραγματικότητα πρόκειται για σχέση σταθερής και διαρκούς απασχόλησης. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται σαφές από τις πρόνοιες της εν λόγω Οδηγίας ότι η μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη εργοδότηση με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτονται τα δικαιώματα εργαζομένων που στην πράξη καλύπτουν μόνιμες ανάγκες.
Προκύπτει από το Άρθρο 7(1) του Ν.98(I)/2003, ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο τυπικό ερώτημα αν οι εργαζόμενοι είχαν «σύμβαση ορισμένου χρόνου». Αντιθέτως, θα πρέπει να διερευνά την πραγματική φύση της εργασιακής σχέσης και όχι απλώς τον τίτλο που της έδωσε ο εργοδότης. Το ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν οι διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων ήταν νόμιμες και δικαιολογημένες ή αν χρησιμοποιήθηκαν καταχρηστικά για να καλύπτουν μόνιμες ανάγκες του εργοδότη.
Σε συμμόρφωση με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ τροποποιήθηκε και η πιο πάνω επιφύλαξη του Άρθρου 5(δ) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/1967. Με τον τροποποιητικό Νόμο 111(I)/2003 προστέθηκε στην αρχή της εν λόγω επιφύλαξης η φράση "τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003…"
Ως εκ τούτου, η ερμηνεία του εθνικού δικαίου ως προς τις συμβάσεις εργοδότησης τακτής προθεσμίας θα πρέπει να γίνεται υπό το φως του ευρωπαϊκού σκοπού της πιο πάνω Οδηγίας όπως αποτυπώνεται στον εναρμονιστικό Ν.98(I)/2003.
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ακολούθησε την ψήφιση του Ν.98(I)/2003, επηρέασε καθοριστικά το νομικό καθεστώς των συμβάσεων τακτής προθεσμίας στο Δημόσιο όπως αυτό είχε καθοριστεί με προηγούμενη νομολογία (βλ. Σιαφκάλης ν. Θ.Ο.Κ. και Μαραγκός κ.ά. ν. Θ.Ο.Κ. ανωτέρω).
Ερμηνεύοντας τον Ν.98 (I)/2003 και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι συμβάσεις τακτής προθεσμίας τόσο στον δημόσιο όσον και στον ιδιωτικό τομέα θα διέπονται πλέον από το νέο νομικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε από τον Ν.98(I)/2003. Ως αποτέλεσμα, οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα θα καθορίζονται πλέον από τη σύμβαση τους και από τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, με αποτέλεσμα ο τερματισμός των υπηρεσιών τους να ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.
Σχετική είναι η υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 ΑΑΔ 49, στην οποία η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου κλήθηκε να αποφασίσει το καθεστώς εργοδότησης των συμβασιούχων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα σε συνάρτηση με τον Ν.98(Ι)/2003. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«Ο Ν.98(I)/2003, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζει στο Άρθρο 10 ως αρμόδιο δικαστήριο «προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου», το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Και βεβαίως ο τερματισμός των υπηρεσιών συμβασιούχου εμπίπτει στην έννοια «διαφοράς αστικής φύσεως». Ο καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου στο Νόμο έγινε σύμφωνα με το Άρθρο 5 στη Ρήτρα 8 της Οδηγίας, όπου αναφέρεται:
«Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των διαφορών και καταγγελιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας γίνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές σε εθνικό επίπεδο.»
Ο Νόμος και η οδηγία εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αορίστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η θεραπεία που δίδεται από το δικαστήριο, σε περίπτωση παρανομίας εκ μέρους του εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δώσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ακυρωτική και ασκείται μόνο στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Επομένως, οι συμβασιούχοι αορίστου διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να την επικαλεστούν. Με το Νόμο και τη σχετική Οδηγία όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στο Νόμο.
Έχουμε τη γνώμη πως οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα καθορίζονται από τη σύμβαση τους και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός των υπηρεσιών τους ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και τη σχετική Οδηγία, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματός μας, ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν. 127(I)/06, έχει αυξημένη ισχύ και έναντι των προνοιών του Συντάγματος.»
Οι αρχές της απόφασης Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) υιοθετήθηκαν στην μεταγενέστερη απόφαση Θ.Ο.Κ. ν. Σοφοκλέους (2016) 1 ΑΑΔ 105.
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι μετά την εφαρμογή των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003 σε εναρμόνιση με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, η οποία υπερισχύει των προνοιών του Συντάγματος, ο τερματισμός απασχόλησης των εφεσειόντων και οποιαδήποτε διαφορά ήθελε προκύψει από αυτόν, εκδικάζεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δυνάμει του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/1967.
Είναι επί του προκειμένου ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εργοδότηση των εφεσειόντων διέπονταν πριν την εισαγωγή του Ν.98(Ι)/2003 από τους κανόνες του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου (βλ. Σιαφκάλης ν. Θ.Ο.Κ. και Μαραγκός κ.ά. ν. Θ.Ο.Κ. ανωτέρω). Οι νομολογιακές αρχές με τις οποίες η εξέταση του καθεστώτος εργοδότησης των επί συμβάσει υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα, γίνεται πλέον στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου, είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία υπερισχύει των προνοιών του Συντάγματος.
Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι δεν ισχύει η θέση των εφεσειόντων ότι η παρούσα υπόθεση όφειλε να εξεταστεί στο πλαίσιο της επιφύλαξης του Άρθρου 5(δ) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/1967, ανεξαρτήτως της εισαγωγής του εναρμονιστικού Ν.98(Ι)/2003.
Προκύπτει ξεκάθαρα από τις αποφάσεις Αβραάμ και Σοφοκλέους (ανωτέρω), ότι η ένταξη της εργοδότησης των επί συμβάσει υπαλλήλων του δημοσίου στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, έγινε σε συνάρτηση με την εισαγωγή του εναρμονιστικού Ν.98(Ι)/2003.
Δεν θα μπορούσε ως εκ τούτου να εφαρμοστεί η επιφύλαξη του Άρθρου 5(δ) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/1967 στην περίπτωση των εφεσειόντων αφού σύμφωνα με την ισχύουσα πριν την εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003 νομολογία, η εργασιακή τους σχέση με τον ΘΟΚ διέπονταν από τους κανόνες του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου.
Ακόμα και στην περίπτωση που η εργασία των εφεσειόντων δεν ήταν δημοσίας φύσης πριν την εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003, δεν συμφωνούμε με την θέση του συνηγόρου των εφεσειόντων ότι η επιφύλαξη του Άρθρου 5(δ) του Ν.24/1967, κατέστησε δίχως άλλο, την εργασία τους ως αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο εναπόκειται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να κρίνει κατά πόσον μια εργασιακή συμβατική σχέση τακτής προθεσμίας καθίσταται ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Όπως δε προαναφέρθηκε, για να καταλήξει το Δικαστήριο σε τέτοιο συμπέρασμα, διερευνά την πραγματική φύση της εργασιακής σχέσης και κατά πόσον οι διαδοχικές ανανεώσεις των συμβάσεων ήταν νόμιμες και δικαιολογημένες ή αν χρησιμοποιήθηκαν καταχρηστικά για να καλύπτουν μόνιμες ανάγκες του εργοδότη. Δικαστική διεργασία που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση αφού οι επίδικες συμβάσεις εξετάστηκαν στην βάση των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003.
Άλλωστε όπως πολύ ορθά επισημαίνει και η συνήγορος για τον εφεσίβλητο, πρωτοδίκως οι εφεσείοντες στήριξαν την θέση ότι η εργοδότηση τους ήταν αορίστου χρόνου, αποκλειστικά και μόνον στις πρόνοιες του Ν.98(Ι)/2003 και όχι στην επιφύλαξη του Άρθρου 5(δ) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Ν.24/1967. Ούτε εν πάση περιπτώσει παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία ή έθεσαν τέτοιο ζήτημα, σε σχέση με το κατά πόσο οι συμβάσεις απασχόλησής τους πριν την εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003, ενέπιπταν στην επιφύλαξη του Άρθρου 5(δ) του Ν.24/1967.
Επαναλαμβάνουμε ότι μετά την τροποποίηση της επιφύλαξης του Άρθρου 5(δ) του Ν.24/1967 με τον τροποποιητικό Ν.111(I)/2003, πλέον η μετατροπή των συμβάσεων τακτής περιόδου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου που καθορίζει η εν λόγω επιφύλαξη θα ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τις διατάξεις του του Ν.98(Ι)/2003 οι οποίες ρητά καθορίζουν ότι ο εν λόγω Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Ακόμα δηλαδή και να μην ήταν δημοσίας φύσης οι επίδικες συμβάσεις πριν την εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003, με την τροποποίηση της επιφύλαξης του Άρθρου 5(δ) του Ν.24/1967, αυτή ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου Ν.98(Ι)/2003 με αποτέλεσμα να μην έχουν αναδρομική ισχύ πριν την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου.
Δεν θα μπορούσε ενόψει όλων των πιο πάνω σε καμία περίπτωση η εργασία των εφεσειόντων, είτε θεωρείτο δημόσιας είτε ιδιωτικής φύσης, να κριθεί ως εργασία αορίστου χρόνου για την περίοδο πριν την εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το δικαίωμα των εφεσειόντων για αποζημίωση λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο μετά την εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003, έχοντας επιπλέον υπόψιν ότι σύμφωνα με το Άρθρο 7(3) του ίδιου Νόμου, αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Ενόψει των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Με τον 3ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί.
Στην παρούσα περίπτωση, ενόψει του ότι τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν παραδεκτά, το πρωτόδικο Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει το νομικό καθεστώς των επίδικων συμβάσεων σε συνδυασμό με την εισαγωγή του Ν.98(Ι)/2003, αλλά και την αναδρομική του ισχύ.
Με μια πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή και σε νομολογία, αποφάνθηκε ότι η εργοδότηση των εφεσειόντων ρυθμιζόταν, πριν από την εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003, από τους κανόνες του δημοσίου δικαίου.
Στη συνέχεια, και πάλι με παραπομπή σε νομολογία, έκρινε ότι, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των προνοιών του πιο πάνω Νόμου, σε εναρμόνιση με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, η εξέταση του καθεστώτος εργοδότησης των επί συμβάσει υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των εφεσειόντων, γίνεται πλέον στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου.
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε στο σύνολό τους, όλα τα επίδικα νομικά θέματα που τέθηκαν ενώπιον του και, με μια πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, κατέληξε σε εύλογα συμπεράσματα που δικαιολογούνταν πλήρως από τις νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται στην υπόθεση.
Η έφεση απορρίπτεται στο σύνολο της με €2.400,00 έξοδα υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων.
Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ
Α. Δαυίδ, Δ
Αλ. Παναγιώτου, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο