ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ TIVI FOUNDATION, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.249/2025, 30/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ TIVI FOUNDATION, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ.249/2025, 30/6/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 Πολιτική Αίτηση Αρ.249/2025

 

30 Ιουνίου, 2026

 

[ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ]

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ TOY 2018, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ TIVI FOUNDATION, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ ΕΚΔΟΘΕΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10.09.2025 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

---------------------------

 

Γ. Ζ. Γεωργίου με Ρ. Λοϊζίδη, Αγ. Ζερβού (κα) και Κούρρη (κα), για Γεώργιος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες, για τους Αιτητές

 

Στ. Παύλου με Χρ. Νικολάου και Α. Αντωνίου (κα), για Patrikios Pavlou & Associates LLC,  για τον Καθ’ ου η Αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ: Έχοντας εξασφαλίσει σχετική άδεια προς τούτο, οι Αιτητές καταχώρησαν την υπό των ως άνω αριθμό, δια κλήσεως αίτηση, για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Certiorari, στοχεύοντας στην ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 10.9.2025, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ.252/2025, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (κατώτερο Δικαστήριο).

 

Η άδεια για την καταχώρηση της ως άνω αίτησης, εξασφαλίστηκε στη βάση εισήγησης των Αιτητών ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας και/ή νομικού σφάλματος κατά παράβαση του Μέρους 25.2(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, κατά παράβαση των κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης και καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας, καθότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, ως επίσης,  κατά παράβαση της αρχής της αβρότητας (doctrine of comity),  καθότι το εκκαλούμενο διάταγμα συγκρούεται με προηγούμενες αποφάσεις και διατάγματα αλλοδαπού δικαστηρίου (δικαστήριο Λιχτενστάιν).

 

 

 

Παρεμβάλλεται ότι το εκκαλούμενο διάταγμα, όπως και αριθμός άλλων προσωρινών διαταγμάτων, ημερομηνίας 13.8.2025, 14.8.2025 και 28.8.2025,  που εκδόθηκαν τόσο στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ.251/2025, όσο και της Γενικής Αίτησης Αρ.252/2025, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εντάσσονται στην δικαστική διαμάχη που βρίσκεται από μακρού χρόνου σε εξέλιξη, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, για τον έλεγχο δύο ιδρυμάτων (TIVI και SOLKOMTEL), τα οποία έχουν εγγραφεί σύμφωνα με τους νόμους του πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν και, βεβαίως, πληθώρας θυγατρικών ή άλλως πως συνδεδεμένων με αυτά εταιρειών, εγγεγραμμένων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.

Οι καθ’ ων η αίτηση στους οποίους επιδόθηκε η δια κλήσεως αίτηση καταχώρησαν ένσταση. Παραπέμποντας γενικότερα στην εξέλιξη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, σε σχετική νομολογία και νομοθεσία, υποστηρίζουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου προνομιακού εντάλματος. Η πλευρά των  Αιτητών, υποστηρίζουν μεταξύ άλλων, έχει στη διάθεση της εναλλακτικές θεραπείες και/ή ένδικα μέσα για την αμφισβήτηση του προσωρινού διατάγματος, ενώ δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την προσφυγή στην εξαιρετική προνομιακή δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου.  Η δικονομική συμπεριφορά των Αιτητών, προβάλλουν, αποκαλύπτει αλλότρια κίνητρα και κατάχρηση διαδικασίας, ως επίσης διάθεση αποφυγής χρήσης των διαθέσιμων σε αυτούς ένδικων μέσων προσβολής του προσωρινού διατάγματος. Χρησιμοποιώντας την προνομιακή δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου, υποδεικνύουν, επιχειρούν να παρακάμψουν και να καταστήσουν άνευ αντικειμένου το προσβαλλόμενο διάταγμα, βασιζόμενοι και επικαλούμενοι εξωγενή μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, παρουσιάζοντας μια ελλειπτική και παραπλανητική εικόνα ως προς τα γεγονότα.  Οι θέσεις των Αιτητών περί νομικών σφαλμάτων, καταλήγουν, κατά τρόπο που να επιβάλλεται η αιτούμενη παρέμβαση του Δικαστηρίου, δεν ευσταθούν.

 

Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα, κρίνεται αναγκαία η παράθεση, κατά τρόπο αδρομερή έστω, του ευρύτερου πλέγματος γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως αναδύεται από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου.

  

Η πολυεπίπεδη διαμάχη για τον έλεγχο των ως άνω ιδρυμάτων και των συνδεδεμένων με αυτά εταιρειών, εξελίσσεται από μακρού χρόνου μεταξύ του Zygmunt Jozef Solorz (Solorz), Πολωνού επιχειρηματία  φερόμενου ως ιδρυτή των ως άνω ιδρυμάτων και των παιδιών του. Ο Solortz, έχοντας διαμορφώσει τον πυρήνα των περιουσιακών του στοιχείων μέσω των δύο πιο πάνω ιδρυμάτων, με διαδικασίες που δρομολόγησε στο δικαστήριο του Λιχτενστάιν, παρουσιάζεται να επιχειρεί να ακυρώσει διάφορες τροποποιήσεις στο καταστατικό τους, οι οποίες έλαβαν χώρα από τον ίδιο στις 02.08.2024. Σύμφωνα με τα εν λόγω καταστατικά, ως τροποποιούμενα πλέον έχουν διαμορφωθεί, ο ίδιος είναι Πρωτεύων Δικαιούχος (Primary Beneficiary) και τα παιδιά του Δευτερεύοντες Δικαιούχοι (Secondary Beneficiaries) των ως άνω  ιδρυμάτων, με τον Solorz να έχει παραχωρήσει τα παιδιά του τον έλεγχο της διαχείρισης των ιδρυμάτων, ενώ ο ίδιος διατηρεί τον αρνητικό έλεγχο, δηλαδή απαιτείται η προηγούμενη συγκατάθεσή του για οποιαδήποτε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των ως άνω ιδρυμάτων. Τα παιδιά του, στο πλαίσιο των ως άνω διαδικασιών στο Λιχτενστάιν, ανταπαίτησαν διατάγματα με τα οποία να επιβεβαιώνεται η εγκυρότητα και νομιμότητα των σχετικών τροποποιήσεων, ενώ προς υποβοήθηση της ανταπαίτησης τους, τον Οκτώβριο του 2024, στο πλαίσιο ξεχωριστών Γενικών Αιτήσεων που καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Αρ.31/2024 και Αρ.32/2024), εξασφάλισαν στις 10.10.2024 και 11.10.2024, μονομερώς, προσωρινά διατάγματα με τα οποία, μεταξύ άλλων, απαγορευόταν η μεταβολή της εταιρικής δομής των ιδρυμάτων, θυγατρικών τους εταιρειών (Κυπριακών και Πολωνικών) και η αποξένωση οπουδήποτε περιουσιακού τους στοιχείου. Ο Solorz, εμφανιζόμενος στη διαδικασία, υπέβαλε αίτηση παραμερισμού, επικαλούμενος έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.  Στο μεταξύ, στις 26.10.2024, Δικαστήριο του Λίχτενσταϊν, κατόπιν ξεχωριστών αιτήσεων του Solorz και των Παιδιών του, διόρισε διαχειριστή των δύο ιδρυμάτων («Curator»), κατά τρόπο που ο τελευταίος να ενεργεί για την απρόσκοπτη προώθηση των συμφερόντων τους, όπως και των θυγατρικών τους εταιρειών. Μετά από αίτημα των ιδρυμάτων, η απόφαση για το οποίο λήφθηκε κατά πλειοψηφία και με τη σύμφωνη γνώμη του Curator, ζητήθηκαν και εξασφαλίστηκαν διατάγματα τροποποίησης των διαταγμάτων ημερομηνίας 10.10.2024 και 11.10.2024. Παράλληλα, το κατώτερο Δικαστήριο, μετά από μονομερή αίτηση, εξέδωσε νέα διατάγματα τροποποίησης των ως άνω διαταγμάτων και διορισμού Ενδιάμεσου Παραλήπτη σε συγκεκριμένες εταιρείες, με περιορισμένες εξουσίες, με σκοπό να βοηθήσει τον Curator να υλοποιήσει αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων των ως άνω ιδρυμάτων. Στις 17.07.2024, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραχώρησε άδεια στην πλευρά του Solorz για καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης για έκδοση προνομιακού Εντάλματος Certiorari, προς ακύρωση διαταγμάτων τροποποίησης, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 31/2024 στις 19.06.2025, και στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 32/2024 στις 24.06.2025, που αφορούσαν τα ιδρύματα  και τις συνδεδεμένες με αυτά εταιρείες, αναστέλλοντας παράλληλα την ισχύ τους. Ως αποτέλεσμα της ως άνω εξέλιξης, τα παιδιά του Solorz απέσυραν συγκεκριμένα αιτητικά από τις Γενικές Αιτήσεις 31/2024 και Αρ.32/2024, ενώ ζητήθηκε η ακύρωση σχετικών διαταγμάτων που περιέχοντο στα Μονομερή Διατάγματα που εκδόθηκαν στις 10.10.2024 και 11.10.2024 στο πλαίσιο των Γενικών Αιτήσεων 31/2024 και 32/2024. Παρεμβάλλεται ότι διάταγμα που εξασφάλισε η πλευρά του Solorz, στις 23.04.2025, αποτεινόμενη μονομερώς στο Δικαστήριο του Λιχτενστάιν, με το οποίο διατασσόταν η απόσυρση της Αίτησης Τροποποίησης που εκκρεμούσε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, ακυρώθηκε από το Δικαστήριο του Λιχτενστάιν, αργότερα, ήτοι στις 28.05.2025. Παράλληλα, ο Solorz, αιτήθηκε από το Δικαστήριο του Λιχτενστάιν, την παύση και αντικατάσταση του Curator. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ειδικότερα στις 11.08.2025, η πλευρά του Solorz καταχώρησε στο κατώτερο Δικαστήριο, δύο Γενικές Αιτήσεις, την 251/2025 που αφορά το ίδρυμα SOLKOMTEL και την 252/2025, που αφορά το ίδρυμα TIVI, πετυχαίνοντας, στις 13.08.2025 και 14.08.2025 αντίστοιχα, με την προοπτική της καταχώρησης σχετικών διαδικασιών στα δικαστήρια του Λιχτενστάιν, την έκδοση μονομερώς, διαταγμάτων, που μεταξύ άλλων απαγορεύουν οποιαδήποτε αλλαγή στις εταιρικές δομές των Κυπριακών και Πολωνικών εταιρειών των ως άνω ιδρυμάτων και την αποξένωση/διάθεση περιουσιακών τους στοιχείων. Ως  προβάλλεται από την πλευρά των παιδιών, ο Solorz, που στο μεταξύ έχει παυθεί με ομόφωνα ψηφίσματα των Διοικητικών Συμβουλίων των ιδρυμάτων TIVI και SOLKOMTEL από τη θέση του προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου (Supervisory Bords) τεσσάρων Πολωνικών εταιρειών, συνεχίζοντας όμως να διατηρεί την θέση του σε μεγάλο αριθμό εταιρειών που ανήκουν και είναι έμμεσα θυγατρικές των δύο ιδρυμάτων, πέτυχε να εμποδίσει εκ νέου τον Curator να εκτελέσει τα καθήκοντα που του ανέθεσε το Δικαστήριο του Λιχτενστάιν αλλά και τα ίδια τα πιο πάνω ιδρύματα.

 

Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ειδικότερα στις  28.08.2025, στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ.251/2025, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως εκ μέρους της πλευράς του Solorz, και ενώ είχε προηγηθεί η έκδοση των ως άνω διαταγμάτων, ημερομηνίας 13.8.2025 και 14.8.2025, το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέτασσε το ίδρυμα Solkomtel, εταιρείες και φυσικά πρόσωπα, όπως προβούν σε όλα τα διαβήματα προς ακύρωση γενικής συνέλευσης μετόχων της εταιρείας Electrim S.A., η οποία ήταν προγραμματισμένη για την 1.9.2025 και/ή ανακληθούν ή ακυρωθούν τυχόν οδηγίες που έδωσαν για αλλαγή της διοικητικής δομής της ως άνω εταιρείας, ακυρωθεί η συζήτηση και/ή η λήψη απόφασης για το ποιο πάνω και για απομάκρυνση ή παύση των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου της πιο πάνω εταιρείας, μέχρι τη εκδίκαση αλλοδαπής διαδικασίας που πρόκειται να καταχωρηθεί στα Δικαστήριο του Λιχτενστάιν από τον Αιτητή.

      

Ομοίως στις 10.9.2025 το κατώτερο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 252/2025, εξέδωσε μονομερώς, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Solorz, διάταγμα με το οποίο διατασσόταν οι καθ’ ων η αίτηση στην εν λόγω διαδικασία, ήτοι το ίδρυμα TIVI, ως επίσης φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως λάβουν τα αναγκαία διαβήματα για την ακύρωση προγραμματισμένων Συνελεύσεων αριθμού θυγατρικών εταιρειών του ιδρύματος TIVI, που καθορίζονται στον Πίνακα Α του Διατάγματος ημερομηνίας 14.8.2025,  στις οποίες σκοπός είναι η αλλαγή της διοικητικής δομής ή μελών του εποπτικού ή διοικητικού τους συμβουλίου ή και η αλλοίωση της διοικητικής σύνθεσής τους, μέχρι τη εκδίκαση αλλοδαπής διαδικασίας που πρόκειται να καταχωρηθεί στα Δικαστήριο του Λίχτεσταιν από την πλευρά του Solorz.

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τις αγορεύσεις τους τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου προώθησαν τις θέσεις τους. Στο βαθμό δε που έκριναν αναγκαίο, έπραξαν τούτο και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία.

 

Το δικαστήριο έχει διεξέλθει με προσοχή τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση με τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν.  Έχει, επίσης, μελετήσει και σταθμίσει με προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των πλευρών για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα.    

 

Ως κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας. Θεραπεία ως η επιζητούμενη στην παρούσα, παρέχεται στις περιπτώσεις που από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη ή μη τήρηση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Αποτελεί δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, χωρίς να συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας και μέσο για τον έλεγχο των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων. Ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση. Ό,τι ενδιαφέρει, είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, ή σύννομη δηλαδή άσκηση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου (βλ. σύγγραμμα Πέτρου Αρτέμη, «Προνομιακά Εντάλματα Αρχές και Υποθέσεις», σελ. 109 κ.επ., Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003)1 Α.Α.Δ. 1298, Perrella (Αρ.2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692 και Ευδόκας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 3018).

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ή τον τρόπο άσκησης της διακριτικής τους  ευχέρειας (Αναφορικά με την Αίτηση του Νεόφυτου Ηλία, (1997) 1 Α.Α.Δ. 869). Μια προνομιακή διαδικασία ως η υπό συζήτηση, δεν συνιστά υποκατάστατο της δευτεροβάθμιας διαδικασίας ούτε μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί ως έφεση υπό μεταμφίεση για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων. Ακόμη και αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, ως κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί, όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, τέτοια άδεια δεν δίδεται, εκτός και αν καταδειχθούν, με επάρκεια, εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα (Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41, Hellenger Trading Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 1965, xxx Μαρκίδης κ.α (2004) 1 Α.Α.Δ. 552, Base Metal Trading Ltd v. Fastact Devel Developments Ltd κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. (2012)1 Α.Α.Δ. 878).

 

Απασχολεί κατά προτεραιότητα η εισήγηση εκ μέρους των Αιτητών ότι η παράλειψη του κατώτερου Δικαστηρίου (καθ’ ον χρόνο εξέδιδε το εκκαλούμενο διάταγμα), να δώσει οδηγίες στον Καθ’ ου η Αίτηση στην παρούσα, αναφορικά με την καταχώρηση της απαίτησης του στο αρμόδιο Δικαστήριο του Λιχτενστάιν, ως η σχετική πρόνοια του Μέρους 25.2(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφεξής ΚΠΔ), αποτελεί ουσιώδες νομικό σφάλμα, κατά τρόπο που το εκκαλούμενο διάταγμα να υπόκειται σε ακύρωση ως εκδοθέν καθ’ υπέρβαση ή ελλείψει δικαιοδοσίας.

 

Η διαμετρικά αντίθετη με την ως άνω εισήγηση των Αιτητών, θέση του Καθ’ ου η αίτηση επί του ζητήματος, συνοψίζεται στο ότι το Μέρος 25.2(3) των ΚΠΔ, μολονότι επιτακτικού χαρακτήρα, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου πρόκειται να καταχωριστεί απαίτηση ενώπιον του ίδιου του Δικαστηρίου που εξετάζει την αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία, υποστηρίζοντας ότι οι περιπτώσεις διαδικασιών εκτός δικαιοδοσίας, οι οποίες ρυθμίζονται από το Μέρος 25.4, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία περιπτώσεων «όπου δεν υπάρχει απαίτηση» και, συνεπώς,  εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής του Μέρους 25.2(3).  Προς υποστήριξη της θέσης ότι το Μέρος 25.2(3), δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου η κύρια διαδικασία πρόκειται να κινηθεί εκτός δικαιοδοσίας, ο Καθ’ ου η αίτηση παραπέμπει στην απόφαση Ras Al Khaimah Investment Authority v. Bestfort Development LLP [2015] EWHC 1955 (Ch), σημειώνοντας ότι το αγγλικό Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη πως η σχετική υποχρέωση αφορά μόνο απαιτήσεις εντός της δικαιοδοσίας του και ότι κατά την χορήγηση θεραπείας δυνάμει του αντίστοιχου s.25 του Civil Jurisdiction and Judgments Act 1982, η διαδικασία θα ήταν προτιμότερο να ρυθμίζεται μέσω ανάληψης σχετικής δέσμευσης (undertaking), παρά μέσω δικαστικών οδηγιών.

 

Σύμφωνα με το Μέρος 25.2 των ΚΠΔ, που τιτλοφορείται «Χρόνος έκδοσης διατάγματος για ενδιάμεση θεραπεία»:

«(1) Διάταγμα για ενδιάμεση θεραπεία μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο περιλαμβανομένου του χρόνου:

 

(α) πριν από την καταχώριση απαίτησης· και

(β) μετά την έκδοση απόφασης.

 

(2)  Ωστόσο:

 

(α) η παράγραφος (1) τελεί υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας σε κανονισμό ή νομοθεσία η οποία προνοεί διαφορετικά·

(β) το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία πριν από την καταχώριση απαίτησης μόνο αν:

(i) το θέμα είναι επείγον· ή

(ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.

 

(3) Όταν χορηγεί ενδιάμεση θεραπεία πριν από την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, το δικαστήριο δίδει οδηγίες για την καταχώριση απαίτησης.

 

(4) Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (3), δεν είναι αναγκαίο το δικαστήριο να δώσει οδηγίες για την καταχώριση απαίτησης όταν καταχωρίζεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης ή επιθεώρησης πριν από την καταχώριση απαίτησης».

 

 

Η γραμματική διατύπωση του εν λόγω Κανονισμού είναι σαφώς επιτακτική. Η χρήση της έκφρασης «δίδει οδηγίες», στο Μέρος 25.2(3), υποδηλώνει υποχρέωση και όχι απλή δυνατότητα ή διακριτική ευχέρεια. Η επιλογή του προστακτικού τόνου σε κανονιστικό κείμενο που ρυθμίζει διαδικαστικές προϋποθέσεις άσκησης δικαιοδοσίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, ενισχύεται και από την παράγραφο (4) του ίδιου Κανονισμού, η οποία προβλέπει ότι:

 

«Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (3), δεν είναι αναγκαίο το δικαστήριο να δώσει οδηγίες για την καταχώριση απαίτησης όταν καταχωρίζεται αίτηση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης ή επιθεώρησης πριν από την καταχώριση απαίτησης.»

 

Η ρητή πρόβλεψη συγκεκριμένης και περιορισμένης εξαίρεσης από την υποχρέωση να δοθούν οδηγίες για την καταχώριση απαίτησης, ήτοι η περίπτωση αιτήσεων για αποκάλυψη ή επιθεώρηση πριν από την καταχώριση απαίτησης, ουσιαστικά υπογραμμίζει τον κανόνα ότι σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις, η υποχρέωση της παραγράφου (3) του ως άνω Κανονισμού εφαρμόζεται και ισχύει.

 

Στο Μέρος 25.4 που τιτλοφορείται «Αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία όταν δεν υπάρχει σχετική απαίτηση», προνοείται ότι:

«(1) Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επίσης όταν πρόσωπο αιτείται την έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας αλλά:

 

(α) η θεραπεία ζητείται σε σχέση με δικαστική διαδικασία, η οποία πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας ή διαιτητική διαδικασία η οποία πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό· ή

 

(β) η αίτηση υποβάλλεται για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης ή επιθεώρησης πριν από την έναρξη απαίτησης.»

 

Είναι προφανές ότι οι ΚΠΔ, με σαφήνεια προέβλεψαν τι ισχύει στο ενδεχόμενο η θεραπεία να ζητείται σε σχέση με δικαστική ή διαιτητική διαδικασία η οποία θα πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής του Μέρους 25 και σε αυτές τις περιπτώσεις. Οι διαδικαστικές απαιτήσεις και οι ασφαλιστικές δικλείδες που προβλέπονται στο εν λόγο Μέρος, τυγχάνουν εφαρμογής εξίσου και στις περιπτώσεις αυτές. Το Μέρος 25.4, δεν θεσπίζει αυτοτελές ή παράλληλο κανονιστικό καθεστώς, αποκομμένο από τις λοιπές πρόνοιες του Μέρους 25.  Αντίθετα, από το λεκτικό των σχετικών Κανονισμών, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται με το Μέρος 25.2(3), εφαρμόζονται a priori και σε περιπτώσεις όπου η διαδικασία πρόκειται να καταχωριστεί εκτός δικαιοδοσίας. Η διατύπωση στο Μέρος 25.4 ότι «το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επίσης...», έχει τη δική του σημασία, καταδεικνύοντας ότι επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου Μέρους και σε περιπτώσεις όπου η κύρια διαδικασία πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας ή αφορά διαιτητική διαδικασία που επίσης πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι η απαίτηση πρόκειται να καταχωριστεί εκτός δικαιοδοσίας δεν αναιρεί την εφαρμογή του Κανονισμού 25.2(3)  ούτε απαλλάσσει από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που αυτός θέτει. Αν πρόθεση ήταν να εξαιρεθούν οι περιπτώσεις του είδους από την συγκεκριμένη υποχρέωση, τούτο, ως στην περίπτωση των αιτήσεων αποκάλυψης ή επιθεώρησης πριν από την έναρξη απαίτησης, θα προβλεπόταν ανάλογα. Για τον ίδιο λόγο, αν η εισήγηση εκ μέρους της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση ήταν ορθή, ότι δηλαδή οι περιπτώσεις του Κανονισμού 25.4 εξαιρούνταν συνολικά από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 25.2(3), η ειδική εξαίρεση που προβλέπεται στον Κανονισμό 25.2(4) (αφορούσα αιτήσεις για αποκάλυψη ή επιθεώρηση πριν από την έναρξη απαίτησης), θα ήταν απολύτως περιττή. Αντιθέτως, η ύπαρξη του Κανονισμού 25.2(4), ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι ο Κανονισμός 25.2(3) εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις του Κανονισμού 25.4, γι’ αυτό και κρίθηκε αναγκαίο να προβλεφθεί συγκεκριμένη εξαίρεση για τις αιτήσεις αποκάλυψης ή επιθεώρησης.

 

Απασχόλησε επίσης, η θέση του Καθ’ ου η αίτηση ότι στις περιπτώσεις του Κανονισμού 25.4 «δεν υπάρχει σχετική απαίτηση» και, συνεπώς, δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός 25.2(3). Η εν λόγω εισήγηση, δεν υποστηρίζεται ούτε από τον τίτλο ούτε από το λεκτικό της διάταξης, ενώ προϋποθέτει, αδικαιολόγητα, ερμηνεία του όρου «απαίτηση» κατά τρόπο που να την περιορίζει αποκλειστικά σε απαίτηση καταρτιζόμενη δυνάμει του Μέρους 7 (έντυπο αρ. 4) ή του Μέρους 8 (έντυπο αρ. 7) των Διαδικαστικών Κανονισμών. Ωστόσο, ο Κανονισμός 25.4, αναφέρεται ρητώς σε διαδικασία που πραγματοποιείται ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί εκτός δικαιοδοσίας, καταδεικνύοντας ότι υφίσταται προτιθέμενη απαίτηση ή διαδικασία, απλώς αυτή θα κινηθεί σε αλλοδαπή δικαιοδοσία.

 

Ούτε η παραπομπή στο λόγο της Ras Al Khaimah Investment Authority v. Bestfort Development LLP (ανωτέρω), φαίνεται να ενισχύει τις εισηγήσεις της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση επί του συζητούμενου. Η εν λόγω απόφαση, αναφέρεται και σχολιάζει  πρόνοιες των αγγλικών Civil Procedure Rules του 1998 (εφεξής «CPR»), ως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους, στις 06/04/2025, οι οποίες, δεν είναι ταυτόσημες με τους αντίστοιχους ΚΠΔ. Παρά την σαφή επιρροή των CPR στους τελευταίους, η κρίσιμη παρατήρηση στην προκείμενη περίπτωση είναι ότι η αντίστοιχη αγγλική πρόνοια, ήτοι το CPR 25.4, δεν προέβλεπε ότι «το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επίσης….», στο σύνολό του, και στις περιπτώσεις αλλοδαπών διαδικασιών, όπως ρητά διατυπώνουν τούτο οι ΚΠΔ. Αντίθετα, περιοριζόταν να προβλέψει ότι «this rule applies» σε περιπτώσεις όπου το προσωρινό μέτρο ζητείται σε σχέση με διαδικασίες που εκκρεμούν ή πρόκειται να κινηθούν εκτός δικαιοδοσίας («proceedings which are taking place, or will take place, outside the jurisdiction»), αναφερόμενο στον συγκεκριμένο κανονισμό αποκλειστικά, προκειμένου να ρυθμίσει τη διαδικασία υποβολής της σχετικής αίτησης, παραπέμποντας στη διαδικασία του CPR 23.

 

Παρεμβάλλεται ότι, ακόμη και μετά την τροποποίηση του 2025, η δομή και το λεκτικό των αγγλικών CPR, εξακολουθούν να διαφοροποιούνται από το κυπριακό κανονιστικό πλαίσιο, όσον αφορά το υπό συζήτηση ζήτημα. Από τις 06/04/25, το νέο CPR 25.4, υπό τον τίτλο “Application for an interim remedy in specific situations”, προβλέπει ρητώς περιπτώσεις “in relation to actual or intended proceedings outside the jurisdiction” ρυθμίζοντας μεταξύ άλλων τη διαδικασία υποβολής της σχετικής αίτησης, με παραπομπή στη διαδικασία του CPR 23. Η εξέλιξη αυτή δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι οι σχετικές πρόνοιες των ΚΠΔ, κατά τρόπο ξεκάθαρο προβλέπουν την υπαγωγή των διαδικασιών εκτός δικαιοδοσίας, συνολικά,  εντός του πεδίου εφαρμογής του Μέρους 25.

 

H επίκληση δε της εναλλακτικής αγγλικής πρακτικής περί δεσμεύσεων (undertakings), για την οποία εντοπίζεται σχολιασμός στο White Book 2022, vol. 1, σελ. 856, παρ. 25.4.2 υπό τον τίτλο «Rule 25.4(1)(a): Interim remedy order in support of foreign proceedings», δεν μεταβάλλει, εν πάση περιπτώσει, την ουσία του ζητήματος. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει ότι ακόμη και στο αγγλικό δίκαιο θεωρείται αναγκαία η σύνδεση της ενδιάμεσης θεραπείας με την υποχρέωση έναρξης της κύριας διαδικασίας. Είτε η σύνδεση αυτή επιτυγχάνεται μέσω δικαστικών οδηγιών είτε μέσω ανάληψης σχετικής δέσμευσης, παραμένει γεγονός ότι αυτή η εξαιρετική, προσωρινή θεραπεία, δεν μπορεί να υφίσταται αποσυνδεδεμένη από την «βεβαιότητα» προώθησης της απαίτησης προς υποβοήθηση της οποίας δόθηκε.

 

Ούτε, βεβαίως, υπονοείται πως το κυπριακό Δικαστήριο θα «δίδει οδηγίες» προς το αλλοδαπό Δικαστήριο ή ότι θα καθορίζει το ίδιο τα διαδικαστικά χρονοδιαγράμματα, τους τύπους ή τις απαιτήσεις της αλλοδαπής δικαιοδοσίας. Αυτό που επιδιώκεται είναι η διασφάλιση ότι ο  εκάστοτε αιτητής για την εξασφάλιση μιας τέτοιας θεραπείας, δεσμεύεται, υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου που χορηγεί την εξαιρετική, προσωρινή προστασία, να τροχιοδρομήσει πράγματι και εντός καθορισμένου, εύλογου χρόνου, τη διαδικασία στο εξωτερικό σε σχέση με την οποία ζητείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, παραμένει προς εξέταση εάν η παράλειψη του Δικαστηρίου να δώσει οδηγίες για την καταχώριση της απαίτησης, συνιστά παράλειψη συμμόρφωσης προς ουσιώδη προϋπόθεση του κανονιστικού πλαισίου που του προσδίδει δικαιοδοσία να χορηγήσει την ζητούμενη ενδιάμεση θεραπεία, με επακόλουθο να καθιστά την έκδοση του διατάγματος παράνομη και άκυρη.  

 

Η ενδιάμεση θεραπεία πριν από την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, ιδίως όταν εκδίδεται μονομερώς (ex parte), συνιστά εξαιρετικής φύσεως και ιδιαίτερα δραστική δικαστική παρέμβαση. Στο πλαίσιο αυτό, η υποχρέωση του Δικαστηρίου να δώσει οδηγίες για την καταχώριση της απαίτησης, αποτελεί ουσιώδη δικονομική ασφαλιστική δικλείδα, διασφαλίζοντας ότι η προτιθέμενη διαδικασία δεν παραμένει σε επίπεδο απλής δήλωσης πρόθεσης, αλλά θα κινηθεί πράγματι εντός του πλαισίου και του χρόνου που το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, ώστε η εξαιρετική αυτή επέμβαση να συνδέεται άμεσα με την έναρξη δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η έμμεση, ενίοτε γενική και αόριστη ανάληψη σχετικής υποχρέωσης μέσω της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, καθώς και η απουσία συγκεκριμένου χρονικού περιορισμού ή ακόμα, η αοριστία ως προς το χρονοδιάγραμμα καταχώρισης της απαίτησης στο εξωτερικό, δεν ανταποκρίνονται στην ελάχιστη αυτή διασφάλιση, ούτε μπορούν τα πιο πάνω να υποκαταστήσουν την επιτακτική απαίτηση του Κανονισμού, η οποία δεν δύναται να αντιμετωπίζεται ως απλή τυπικότητα. Ως υποδεικνύεται επί του ζητήματος στην αγγλική υπόθεση Roberts v. Pike and another [2024] EWHC 1282 (KB):

«48. It is not necessary to set out in full the relevant procedural requirements applicable to applications for interim injunctions. They are found in Part 25 of the CPR in particular, as well as the accompanying Practice Direction 25A. CPR Rule 25.2(3) provides that: "Where the court grants an interim remedy before a claim has been commenced, the court should give directions requiring a claim to be commenced."

49. I note that it appears on this occasion the interim order granted by Jefford J did not direct the claimant to issue a claim form or to serve it upon the defendants. That was an oversight. The result is that it appears Mr Roberts was ignorant of the need to issue a claim in support of his application. Although it is possible to make an application to the court for an injunction before the issue of a claim, that does not relieve a claimant of the need to file a claim form and serve the issued claim form on the defendants. That is not a technical requirement. It is the issue and service of the claim form which founds the court's jurisdiction and without the issue and service of the claim form, the court has no jurisdiction at all. That is why in the exceptional event that an application is made before issue of the claim form, directions must be given for the claim form to be commenced as soon as possible».

(Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) 

 

Η προσέγγιση των κυπριακών Δικαστηρίων σε περιπτώσεις παράλειψης του Δικαστηρίου να διατάξει την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του αιτητή για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται μονομερές διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί συναφής, κατ’ αναλογία, με την υπό εξέταση περίπτωση.

 

Στην Marketrends (Capital Market) Ltd (2002) 1(Β) A.A.Δ. 749, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην υπόθεση Δισκοθήκη «ΑΦΡΙΚΑΝΑ» Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 738  και αναφερόμενο στο άρθρο 9(2) του Κεφ. 6 το οποίο καθιστά επιτακτική την υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαιτεί από τον αιτητή την ανάληψη εγγύησης, κατέληξε ότι:

«Ελλείψει διαταγής για ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του αιτητή, η έκδοση του διατάγματος καθίσταται παράνομη ως πέραν της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και άκυρη. Ως τοιαύτη δε, ελέγχεται με τη διαδικασία προνομιακού διατάγματος».

 

 

Ομοίως, σε περιπτώσεις παράλειψης ορισμού του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ως επιστρεπτέου, προκειμένου να παρασχεθεί στο επηρεαζόμενο πρόσωπο η δυνατότητα να εμφανιστεί και να ενστεί, η νομολογία αντιμετώπισε τη σχετική υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 9(3) του Κεφ. 6 ως ουσιώδη διαδικαστική εγγύηση που περιβάλλει την ορθή άσκηση της εξαιρετικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ενώ η παράλειψη συμμόρφωσης προς αυτή κρίθηκε ότι συνιστά νομικό σφάλμα έκδηλο στο πρακτικό του Δικαστηρίου (βλ. In Re Philippou (1986) 1 C.L.R. 568 και Αναφορικά με την Αίτηση των Sfertos Consulting & Services Ltd, Πολιτική Aίτηση Αρ. 30/2020, 20/3/2020).

 

Οι πιο πάνω προσεγγίσεις και νομολογικές αρχές, καταδεικνύουν ότι οι διαδικαστικές απαιτήσεις που περιβάλλουν την έκδοση μονομερών ενδιάμεσων διαταγμάτων αντιμετωπίζονται από τη νομολογία, διαχρονικά, ως ουσιώδεις προϋποθέσεις της νόμιμης άσκησης της σχετικής δικαιοδοσίας. Είναι για αυτό το λόγο που κατά τον ίδιο τρόπο, η υποχρέωση παροχής οδηγιών για καταχώριση απαίτησης δυνάμει του Κανονισμού 25.2(3) συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση που συνδέεται άμεσα με τη νόμιμη ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να χορηγεί ενδιάμεση θεραπεία πριν από την έναρξη δικαστικής διαδικασίας.

 

Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, η σχετική παράλειψη του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν δύναται να υποβαθμιστεί ως απλή ή επουσιώδης διαδικαστική παρατυπία. Αντιθέτως, πρόκειται για παράλειψη συμμόρφωσης προς ουσιώδη προϋπόθεση που αντανακλά στο ζήτημα της ανάληψης εκ μέρους του δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα να επιδρά, καταλυτικά στη νομιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος  και, ως εκ τούτου, καθιστώντας το δεκτικό ακύρωσης, μέσω προνομιακού εντάλματος Certiorari.

 

Τυχόν δε μεταγενέστερη καταχώριση διαδικασίας στο εξωτερικό, δεν δύναται να θεραπεύσει την αρχική παράλειψη του Δικαστηρίου να δώσει τις προβλεπόμενες οδηγίες, καθότι το επίδικο ζήτημα άπτεται της ίδιας της ανάληψης δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο έκδοσης του μονομερούς διατάγματος. Ελλείψει τέτοιων οδηγιών, το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο επί του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα, ουδέποτε υπήρξε.

 

Παρά το γεγονός ότι η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, από μόνη της, αναδεικνύεται καταλυτική για την επιτυχία της υπό συζήτηση αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, κατά συνοπτικό έστω τρόπο, αισθάνομαι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τοποθετηθεί και επί των υπόλοιπων ζητημάτων που προβλήθηκαν και απασχόλησαν.

 

Αποτελεί θέση της πλευράς των Αιτητών ότι το εκκαλούμενο διάταγμα εκδόθηκε κατά κατάφωρη παραβίαση των κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης, με τους Αιτητές, οι  οποίοι συμμετείχαν ενεργά και επί μακρόν σε ένα ενιαίο πλέγμα υποθέσεων, που άπτονται της σφοδρής διαμάχης για τον έλεγχο των δύο ιδρυμάτων και των θυγατρικών ή άλλως πως συνδεδεμένων με αυτά εταιρειών (οι οποίες  εκκρεμούν τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και οι οποίες αφορούν τα ίδια μέρη και ταυτόσημα ή στενά συνυφασμένα μεταξύ τους ζητήματα), ουσιαστικά να στερούνται το θεμελιώδες δικαίωμα τους να ακουστούν. Εν πάση περιπτώσει, προσθέτουν, δεν καταδείχθηκε ότι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, ως δικαιοδοτική προϋπόθεση, πέραν και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση οποιωνδήποτε άλλων προϋποθέσεων, για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων του είδους.

 

         Η εξουσία του Ανώτατου Δικαστηρίου να παρεμβαίνει, κάνοντας χρήση της εφεδρείας εξουσιών που διατηρεί, μέσω Προνομιακών Ενταλμάτων, στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται παράβαση των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης, είναι δεδομένη (Θεοδώρου κ.α. (Αρ.1) (2014) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2052, Αίτηση του Nikolai Ivanovich Kazakov, Πολ. Έφ. Αρ.72/2022, ημερ. 17.7.2023, ECLI:CY:AD:2023:A252, Λέαντρος Χριστοφίδης (Αρ.2) (1993) 785 και Halsburys Laws of England 3η εκδ. Τόμος ΙΙ σελ. 145, παρ. 272).

 

         Κατ’ επανάληψη η νομολογία έχει σημειώσει τα προβλήματα που ενίοτε δημιουργούνται σε μια διαδικασία, όταν ακολουθείται με ευκολία η πρακτική της έκδοσης, μονομερώς (ex-parte), προσωρινών διαταγμάτων. Ειδικότερα στις περιπτώσεις που υπάρχει ενεργός εμπλοκή και συμμετοχή των αντιδίκων σε μια διαδικασία (Θεοφάνους (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 234, Αμβροσιάδου v. Coward (2013) 1 (Α) Α.Α.Δ. 78 και Zhiganov κ.α. (αρ.5) (2013) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2564).  Σπεύδω να σημειώσω ότι η πιο πάνω επισήμανση, και κατ’ επέκταση η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει κατ’ επίκληση του αποθέματος εξουσίας που διατηρεί προς τούτο στο πλαίσιο της προνομιακής του δικαιοδοσίας, δεν δημιουργεί κανόνα, ούτε, βεβαίως, επηρεάζει την δυνατότητα και ενίοτε την αναγκαιότητα έκδοσης τέτοιων προσωρινών διαταγμάτων, μονομερώς. Η σπουδαιότητα άλλωστε της δυνατότητας του Δικαστηρίου προς τούτο, παραμένει διαχρονικά αδιαμφησβήτητη στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης.  Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών.

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση υπάρχει μια προϊστορία μεταξύ των πλευρών. Ωστόσο, ο πυρήνας των επίδικων ζητημάτων, η μακρά αντιδικία των πλευρών για τα συγκεκριμένα ζητήματα, η ενεργός εμπλοκή των Αιτητών στις διάφορες διαδικασίες που εκκρεμούν τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό σε σχέση με αυτά, παρά το γεγονός ότι τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να απασχόλησαν το τελευταίο στο βαθμό που θα έπρεπε και υπο την ειδικότερη οπτική γωνία των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, όπως μεταξύ άλλων, τα κοινά ζητήματα που προέκυπταν από τις ήδη εκκρεμούσες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων, εντός και εκτός Κύπρου, οι προηγηθείσες τροποποιήσεις ήδη εκδοθέντων και σχετικών διαταγμάτων, οι συχνές  εμφανίσεις των πλευρών ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και οι έκδηλες και καλά γνωστές αντιπαραθέσεις τους, καθιστούσαν αναγκαίο, κατ’ επίκληση των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης, όπως οι Αιτητές ακουστούν πριν από την έκδοση και του εκκαλούμενου διατάγματος.  Η δραστικότητα του διατάγματος και η άμεση συνάρτηση του  με τα «ανοιχτά μέτωπα» που υπήρχαν μεταξύ των πλευρών, αφού το εκκαλούμενο διάταγμα θα επιδρούσε στη διαχείριση και διάθεση των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυμάτων και θυγατρικών τους εταιρειών, σε συνδυασμό με τη χρονική και ουσιαστική συνάφεια με την πληθώρα διαδικασιών που εκκρεμούσαν μεταξύ των πλευρών, αποτελούσε ένα ακόμα παράγοντα που υποδήλωνε ότι οι αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης απαιτούσαν την ειδοποίηση και τυχόν συμμετοχή των αιτητών, πριν το κατώτερο Δικαστήριο τοποθετηθεί και επί αυτής της αίτησης. Άλλωστε, ήταν πάντα δεδομένη, όπως και σήμερα μέσω των σχετικών προνοιών των ΚΠΔ η δυνατότητα ενός αιτητή να αιτηθεί την επίσπευση της ακρόασης της αίτησης του σε επείγουσες περιπτώσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα το θεμελιώδες δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί. Η αδικαιολόγητη και επαναλαμβανόμενη παράκαμψη του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος, μέσω της καταχρηστικής χρήσης της μονομερούς διαδικασίας, είναι δυνατό να υπονομεύσει την αξιοπιστία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.

 

Παραπονείται η πλευρά των Αιτητών ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον για τη μονομερή έκδοση του εκκαλούμενο διατάγματος. Ως κατ’ επανάληψη έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, η ύπαρξη του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση. Το ζήτημα εξετάζεται κατά προτεραιότητα, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των υπόλοιπων, ουσιαστικών προϋποθέσεων, για την έκδοση ή μη ενός προσωρινού διατάγματος.(Stavros Hotel Apartments Ltd κ.α. (Αρ.2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 836 και Αμβροσιάδου (ανωτέρω). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, παρά την παράλειψη της λεπτομερούς καταγραφής από το κατώτερο Δικαστήριο των γεγονότων που καταδείκνυαν την προϋπόθεση του κατεπείγοντος, το τελευταίο, ικανοποιούμενο ότι συντρέχει το συγκεκριμένο στοιχείο, προχώρησε, μονομερώς, στην έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος απορρίπτοντας άλλα αιτούμενα διατάγματα τα οποία αποσύρθηκαν. Πέραν και ανεξάρτητα από την ορθότητα της κατάληξης του κατώτερου Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να κριθεί υπό το σύνολο όσων είχαν τεθεί υπόψη του, πέραν και ανεξάρτητα αν δεν υπάρχει ρητή καταγραφή στην απόφαση του επί του ζητήματος, θα πρέπει να σημειωθεί πως οι Αιτητές, εν πάση περιπτώσει, έχουν την δυνατότητα να προσβάλουν την ως άνω κατάληξη του κατώτερου Δικαστηρίου μέσω καταχώρησης σχετικής ένστασης ενώπιων του τελευταίου. Ως χαρακτηριστικά υποδείχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Mirandore Enterprises Ltd κ.α. Πολ. Έφ. 35/2025, ημερ. 6.3.2026:

«Πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία), στην Forum Muider Ltd, Αίτ. Αρ. 287/2025, ημερ. 27.1.2026, επανέλαβε ότι:

 

«Η προνομιακή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασκείται κατά διακριτική ευχέρεια και με φειδώ. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δικαίωμα έφεσης, δεν υποκαθιστά την έφεση που, όπου προβλέπεται, μπορεί να προωθηθεί δικαιωματικά. Λόγοι που θα οδηγούσαν στην επιτυχία σχετικής έφεσης, δεν οδηγούν απαρέγκλιτα και στην άσκηση της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς όφελος του αιτητή, αφού η έφεση έχει ως αντικείμενο την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, ενώ στην προνομιακή δικαιοδοσία ό,τι ελέγχεται είναι η νομιμότητα της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου. Εφόσον ήταν νόμιμο για το κατώτερο Δικαστήριο να ενεργήσει με τον τρόπο που το έχει πράξει, δεν χωρεί επέμβαση με προνομιακό ένταλμα, έστω και αν η απόφαση του είναι εσφαλμένη, λόγω εσφαλμένων προσεγγίσεων ή παραλείψεων.»

 

Για να υποδείξει στη συνέχει της απόφασης του επί του ζητήματος ότι:

«…..οι εφεσείουσες σε κάθε περίπτωση έχουν τη δυνατότητα να ακουστούν ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου καταχωρώντας σχετική ένσταση. Περαιτέρω, σε περίπτωση που η ενδιάμεση απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου δεν τους ικανοποιεί, έχουν δικαίωμα έφεσης. Στην Ανδρέας Βγενόπουλος κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφεση Αρ Ε141/2014, ημερ. 13.9.2023, σημειώνεται ότι:

 

«Στην υπόθεση Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. E. Σιακατίδου, (2014) 1 Α.Α.Δ. 637 υπογραμμίσθηκε ότι:

 

«Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ’ αναλογίαν το δικαιδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2) (1994) 1 A.A.Δ. 836, 841, Babel Boutique Ltd (1995) 1 A.A.Δ, 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd (2011) 1 A.A.Δ. 1377 και Αμβροσιάδου κ.ά. v. Coward κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 78)».

 

Η νομολογία καταδεικνύει ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, μπορεί να κρίνεται στο πλαίσιο έφεσης με την οποία προσβάλλεται η απόφαση οριστικοποίησης ενός διατάγματος, εφόσον είχε εγερθεί ως θέμα πρωτοδίκως και εγείρεται κατ’  έφεση (βλ. Αμβροσιάδου ν. Coward (2013) 1 A.A.Δ. 78 και Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. E. Σιακατίδου (ανωτέρω)).»

 

 

Το κατά πόσο συντρέχει η δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος αποτελεί ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο κατά το χρόνο που το τελευταίο  ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια. Δυνατότητα ελέγχου υπάρχει, μέσω έφεσης (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, Πολιτική Αίτηση 207/2021 ημερ 22.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:D474).

 

Οι Αιτητές προβάλλουν ότι το εκκαλούμενο, μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, όπως και τα κατά τον ίδιο τρόπο εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 13.8.2025, 14.8.2025 και 28.8.2025, εκδόθηκαν κατά παράβαση της αρχής της αβρότητας (doctrine of comity) και, ως εκ τούτου, καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας, καθότι συγκρούονται πλήρως με υφιστάμενο, προγενέστερο διάταγμα και απόφαση του Δικαστηρίου του Λιχτενστάιν, με το οποίο διορίστηκε ανεξάρτητος διαχειριστής (Curator) για την προστασία της περιουσίας των εμπλεκόμενων ιδρυμάτων.  

 

Υποστηρίζουν ότι τα κυπριακά Δικαστήρια, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους για παροχή ενδιάμεσων θεραπειών προς υποστήριξη αλλοδαπών διαδικασιών, όφειλαν να ενεργήσουν υποστηρικτικά (in aid) προς τις διαδικασίες του Λιχτενστάιν και όχι κατά τρόπο που να παρεμποδίζει ή να υπονομεύει την εκτέλεση των εκδοθέντων στην ως άνω δικαιοδοσία δικαστικών αποφάσεων, με αποτέλεσμα να συνιστούν ανεπίτρεπτη επέμβαση στη δικαιοδοσία του αλλοδαπού Δικαστηρίου και παραβίαση της αρχής της αβρότητας. Προς υποστήριξη της θέσης τους επικαλούνται σειρά αυθεντιών αναφορικά με την επικαλούμενη αρχή της αβρότητας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα Δικαστήρια οφείλουν να επιδεικνύουν προσοχή, αυτοσυγκράτηση και αμοιβαίο σεβασμό, τόσο προς την ακεραιότητα των διαδικασιών αλλοδαπών δικαστηρίων όσο και προς τους δικονομικούς και ουσιαστικούς κανόνες που αυτά εφαρμόζουν, αποφεύγοντας την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων ή διαταγμάτων που παρεμβαίνουν στη λειτουργία τους ή εμποδίζουν αξιωματούχους τους να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους (βλ. Refco Inc v Eastern Trading Co [1999] 1 Lloyd's Rep 159)  

 

Στον αντίποδα, οι Καθ’ ων η Αίτηση απορρίπτουν την εισήγηση περί παραβίασης της ως άνω αρχής, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα δεν συγκρούονται με οποιαδήποτε διατάγματα του Δικαστηρίου του Λιχτενστάιν, αλλά είναι συμβατά και συμπληρωματικά προς αυτά, εξυπηρετώντας τον ίδιο σκοπό, ήτοι της διατήρησης του υφιστάμενου καθεστώτος (status quo) και της αποτροπής διάθεσης περιουσιακών στοιχείων από τις κυπριακές θυγατρικές εταιρείες. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η αρχή της αβρότητας δεν λειτουργεί ως κανόνας δικαιοδοσίας, ούτε περιορίζει, αφ’ εαυτής, την εξουσία ενός κυπριακού Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα. Ως σημειώνουν, αποτελεί απλώς παράγοντα που δύναται να ληφθεί υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν διαφανεί ότι υπάρχει σύγκρουση ή ασυμβατότητα μεταξύ των εν λόγω διαταγμάτων κατά τρόπο που να ανακύπτει ζήτημα αβρότητας, αυτό αφορά την ουσία της δικαστικής κρίσης και τη στάθμιση παραγόντων από το πρωτόδικο Δικαστήριο και όχι ζήτημα έλλειψης ή υπέρβασης δικαιοδοσίας. Πρόκειται, κατά συνέπεια, για ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας μέσω του ένδικου μέσου της ένστασης και όχι μέσω της προνομιακής δικαιοδοσίας.

 

Η τελευταία ως άνω θέση των καθ’ ων η Αίτηση, είναι ορθή. Προκύπτει άλλωστε από τις αυθεντίες που οι πλευρές εκατέρωθεν επικαλούνται (βλ. Credit Suisse Fides Trust SA v. Cuoghi [1997] 3 All ER 724 και Euronav Shipping NV v. Black Swan Petroleum DMCC [2024] EWHC 986) ότι η αρχή της αβρότητας, ουσιαστικά συνιστά αρχή δικαστικής αυτοσυγκράτησης και αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ δικαιοδοσιών, η οποία καθοδηγεί το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, χωρίς όμως να λειτουργεί ως κανόνας που στερεί ή περιορίζει τη δικαιοδοσία του να επιληφθεί μιας διαφοράς ή να εκδώσει διάταγμα. Ως εκ τούτου, το κατά πόσον η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων συνάδει με την εν λόγω αρχή, αποτελεί πράγματι  ζήτημα δικαστικής κρίσης και στάθμισης των σχετικών περιστάσεων και όχι ζήτημα δικαιοδοσίας.

 

Ο ισχυρισμός ότι τα ως άνω προσβαλλόμενα διατάγματα, του εκκαλούμενου περιλαμβανομένου,  εκδόθηκαν κατά παράβαση της αρχής της αβρότητας, λόγω φερόμενης σύγκρουσής τους με προϋφιστάμενα διατάγματα Δικαστηρίου του Λιχτενστάιν,  δεν εγείρει ζήτημα δικαιοδοσίας ούτε αποκαλύπτει έκδηλη νομική πλάνη. Αντιθέτως, συνιστά παράπονο αναγόμενο στην ορθότητα της κρίσης του κατώτερου Δικαστηρίου και στον τρόπο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας κατά τη στάθμιση των σχετικών παραγόντων. Συναφώς, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας διεργασίας, η απόφαση του  δεν εμπίπτει, στο πεδίο ελέγχου του προνομιακού εντάλματος certiorari. Επαναλαμβάνεται, φορτικά ίσως, ότι το κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου να εκδίδει -κατ’ εξαίρεση και με φειδώ- προνομιακά εντάλματα, δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας.   

 

Υπό το φως όλων των πιο πάν και για τους ειδικότερους λόγους που έχουν καταγραφεί, η υπό συζήτηση αίτηση κρίνεται δικαιολογημένη. 

 

Εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari, με το οποίο ακυρώνεται το εκκαλούμενο διάταγμα, ημερομηνίας 10.9.2025.

 

Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος των  αιτητών,  όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                                          Α. ΔΑΥΙΔ, Δ

 

 

                                                                            

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο