ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
i-justice
Αρ. Αίτησης 124/2026
16 Ιουλίου 2026
[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν.33/1964), ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ AKTULAEV SERAZHUDIN TAMIRLANOVICH ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1960 (Ν.14/1960), ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν.33/1964), ΤΟ ΕΝΩΣΙΑΚΟ ΚΑΙ/Ή ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΑΙ/Ή ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟΝ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1970 (Ν.97/1970), ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3(2) ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΑΜΕΡΙΚΗΣ, ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΗΚΕ στις 25 ΙΟΥΝΙΟΥ, 2003 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΠΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΗΚΕ ΣΤΙΣ 17 ΙΟΥΝΙΟΥ 1996 (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2008, (Ν.8(ΙΙΙ)/2008)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ/ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ/ΥΠΟ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΑΠΟ ΤΙΣ 22.5.2025, ΑΡΧΙΚΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ, ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 11 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 9 ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
H. Στεφάνου με Ε. Καπαρδή (κα) για Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.
Στ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ης η Αίτηση.
Αιτητής παρών.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με απόφαση του ημερ.11.5.2026 ενέκρινε αίτημα για την έκδοση του Αιτητή στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για να δικαστεί για συγκεκριμένα ψηφιακά αδικήματα, περιλαμβανομένης της συνωμοσίας προς διάπραξη διαδικτυακής απάτης, κατά παράβαση αριθμού Μερών του Τίτλου 18 του Κώδικα των Η.Π.Α. και προς το σκοπό της έκδοσης του, διέταξε την κράτηση του.
Ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus Αd Subjiciendum, δυνάμει του άρθρου 10 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν.97/1970, όπως έχει τροποποιηθεί, με το οποίο η κράτηση του να κηρύσσεται παράνομη και καταχρηστική και αντίθετη με το Νόμο, το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό και Διεθνές δίκαιο.
Το Habeas Corpus είναι προνομιακή διαδικασία για τη διασφάλιση της ελευθερίας του πολίτη. Παρέχει αποτελεσματικό μέσο άμεσης απελευθέρωσης από παράνομη ή αδικαιολόγητη κράτηση (Δημητράκης Χ"Σάββα (1993) 1 Α.Α.Δ. 102, 106-7) και είναι το προβλεπόμενο ένδικο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 10(1) του Ν.97/1970, για την προσβολή της απόφασης κράτησης εκζητούμενου προσώπου μετά την έγκριση αίτησης έκδοσης του.
Ο Ν.97/1970 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση φυγόδικων, ενώ όταν, όπως εν προκειμένω, ζητείται από την Δημοκρατία η έκδοση προσώπου από τις Η.Π.Α., εφαρμόζεται ο περί του Εγγράφου, που προβλέπεται από το Άρθρο 3(2) της Συμφωνίας για Έκδοση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που υπογράφηκε στις 25 Ιουνίου 2003, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Έκδοση Φυγοδίκων, που υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 1996, (Κυρωτικός) Νόμος του 2008, Ν.8(III)/2008.
H δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται αίτησης για Habeas Corpus είναι περιορισμένη. Δεν έχει την ευχέρεια να ασκήσει όλες τις συνηθισμένες εξουσίες του. Δεν ενεργεί ως εφετείο πάνω σε θέματα γεγονότων και δεν μπορεί να αναθεωρήσει τα ευρήματα του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε της έκδοσης ή να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εφόσον κινήθηκε μέσα στα νόμιμα όριά της. Έχει όμως αρμοδιότητα να διαπιστώσει κατά πόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον του που δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος κράτησης, ότι δηλαδή υπήρχε, από αντικειμενική θεώρηση, επαρκής μαρτυρία για την έκδοση (Katcho κ.ά (2004) 1(Β) A.A.Δ. 793, 797-8, Μελάς (Αρ.3) (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1199, 1205-6, Hachem ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 191, 199-201 και Π. Αρτέμης «Προνομιακά Εντάλματα», σελ.82-7).
Από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, προκύπτει ότι εγείρονται προς εξέταση τρία ζητήματα. Αυτό επιβεβαιώνεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή. Πρώτο, «Έλλειψη «εύλογης υποψίας» και αντικειμενική αδυναμία της μαρτυρίας της Αιτούσας Χώρας». Ο Αιτητής διατείνεται ότι δεν ικανοποιήθηκε η πρόνοια του άρθρου 8(3)(γ) του Ν.8(III)/2008,[1] ότι στην έκθεση γεγονότων που υποστηρίζει το αίτημα πρέπει να υπάρχει περιγραφή της μαρτυρίας που να φανερώνει «εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε». Ο Αιτητής δεν αμφισβητεί ότι με την Έκθεση αποκαλύπτεται η διάπραξη των αδικημάτων και η θέση του περιορίζεται στο ότι ελλείπει μαρτυρία ότι εμπλέκεται ο ίδιος, υποστηρίζοντας ότι η θέση για την εμπλοκή του εδράζεται σε έγγραφα τα οποία «στερούνται αντικειμενικής ικανότητας να στοιχειοθετήσουν αυτή την απαίτηση, καθώς περιέχουν, ελλείψεις και αυθαίρετα συμπεράσματα».
Δεύτερο, «Κατάχρηση διαδικασίας και παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας». Είναι η θέση του Αιτητή ότι η αιτούσα χώρα, με κακοπιστία, μεθόδευσε το αίτημα έκδοσης χωρίς να ζητήσει τη συνδρομή της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπου διαπράχτηκαν τα αδικήματα. Περαιτέρω, παραβίασε το καθήκον ειλικρίνειας αποκρύπτοντας τη σχετική ομολογία κάποιου Timofei Alenkin. Αυτός, σε κατάθεση του στις ρωσικές αρχές στις 2.8.2025, παραδέχτηκε ότι αυτός είχε διαπράξει όλες τις εγκληματικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του εστιατορίου του Αιτητή όπου εργαζόταν, εν αγνοία του τελευταίου.
Τρίτο, «Έκδηλη νομική πλάνη και υπέρβαση δικαιοδοσίας λόγω εσφαλμένης ιεράρχησης νόμων και αντισυνταγματικής ερμηνείας του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη». Καταλογίζεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο ότι επέτρεψε στην αρχή της αβροφροσύνης να υπερισχύσει του Ν.8(ΙΙΙ)/2008, ουσιαστικά ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8(3)(γ) του Ν.8(ΙΙΙ)/2008.
Το τελευταίο αυτό ζήτημα αφορά στο πλαίσιο στο οποίο το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέτασε την ενώπιον του μαρτυρία. Το Επαρχιακό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αρχή της αβροφροσύνης και παρέπεμψε σε σχετική νομολογία, ωστόσο, σε κανένα σημείο δεν φαίνεται να εξέλαβε ότι η αρχή αυτή επιτρέπει την όποια παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις του άρθρου 8(3)(γ) του Ν.8(ΙΙΙ)/2008. Αντίθετα, παρέπεμψε στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Shimkevich (Αρ.2) (2017) 1(A) Α.Α.Δ. 802, 822, και την επισήμανση ότι η αρχή της αβροφροσύνης εφαρμόζεται «τηρουμένων πάντοτε των εχέγγυων που παρέχουν οι συνθήκες και εσωτερική νομοθεσία». Από δε την απόφαση του, προκύπτει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέτασε τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του προσηλωμένο στο να διαπιστώσει κατά πόσο πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8(3)(γ) και επομένως στο ορθό πλαίσιο.
Η απόφαση στην Shimkevich (Αρ.2) διαφωτίζει και ως προς τη σημασία μαρτυρίας με την οποία αμφισβητείται η έκθεση γεγονότων, όπως εν προκειμένω το υλικό που παρουσιάστηκε από τον Αιτητή, προερχόμενο από τη Ρωσική Ομοσπονδία, προεξάρχουσας της ομολογίας του Timofei Alenkin. Αναφέρθηκε (σελ.822-3) ότι τα γεγονότα, όπως εκτίθενται στην έκθεση γεγονότων και στα δικαιολογητικά έγγραφα που τη συνοδεύουν, είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο που εξετάζει την αίτηση έκδοσης και δεν παρέχεται η ευχέρεια σ΄ αυτό να τα αμφισβητήσει. Εμφατικά σημειώνεται πως η απόδειξη τους όπως και οποιαδήποτε υπεράσπιση του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν το Δικαστήριο της χώρας που αιτείται την έκδοση του. Μνημονεύονται οι Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ.2) (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 567,[2] Re Evans [1994] 1 W.L.R. 1006 και Mechavor (Aρ.2) (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1228. Έγινε, ακόμη, αναφορά στην In re Hachem (1991) 1 A.A.Δ. 723, όπου σημειώθηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, απαλλαγμένη από τα μη αποδεκτά της μέρη, αλλά χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν οποιαδήποτε αντιφατική μαρτυρία, τεκμηριώνει πιθανή υπόθεση ενοχής. Μεταφέρθηκε και απόσπασμα από την Wellington v. The Governor of HMP Belmarsh EWHC 418, όπου αναφέρθηκε ότι: «Nothing in the Strasbourg jurisprudence requires the person accused of an extradition crime to have the opportunity to cross-examine witnesses against him in extradition hearings or to require the requesting state to furnish material against which the evidence on which it does rely can be tested», για να καταλήξει ότι εκείνο που δικαιούται ο εκζητούμενος να αποδείξει είναι ότι η αιτούσα χώρα καταχράται τη διαδικασία και όχι ν' αμφισβητεί προσαχθείσα μαρτυρία για έκδοση του από την αιτούσα χώρα.
Η κατάθεση ομολογίας του Timofei Alenkin στις ρωσικές αρχές φέρεται να δόθηκε στις 2.8.2025. Έπεται δηλαδή χρονικά της σύλληψης του Αιτητή στην Κύπρο στις 22.5.2025 και του αιτήματος των Η.Π.Α. για την έκδοση του και της αποστολής των υποστηρικτικών στοιχείων στις 3.7.2025. Η μετέπειτα αντίδραση αφού οι αρχές των Η.Π.Α. ενημερώθηκαν για την ύπαρξη της κατάθεσης, δεν τεκμηριώνει, ούτε κατ’ ελάχιστον, κακή πίστη. Γενικότερα, τίποτα από όσα επικαλέστηκε ο Αιτητής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, και στα οποία παρέπεμψε στη διαδικασία αυτή, αναδεικνύει κατάχρηση διαδικασίας ή παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας της αιτούσας χώρας.
Ο πυρήνας της υπόθεσης είναι το πρώτο εγειρόμενο ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής διέπραξε τα αδικήματα. Όλα τα σημεία τα οποία εδώ εγείρονται είχαν εγερθεί από τον Αιτητή και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αναλύονται στην απόφαση του σχολαστικά και σε κάθε λεπτομέρεια τους.
Αναφορικά με το επίπεδο της απαιτούμενης μαρτυρίας για τη διαπίστωση εύλογης υπόνοιας κατά το άρθρο 8(3)(γ) του Ν.8(ΙΙΙ)/2008, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Georgiou κ.ά., Πολ. Εφ. Αρ.3-7/2023, ημερ.20.6.2024, που αφορούσε αιτήματα έκδοσης στις Η.Π.Α., αναφορικά και εκεί με ψηφιακά αδικήματα, αναφέρθηκε ότι:
«Σε κάθε περίπτωση, ο νομικός όρος «εύλογους λόγους να πιστεύεται», («reasonable grounds to believe»), δεν παραπέμπει σε βάρος απόδειξης, σε οποιοδήποτε βαθμό, το οποίο η πλευρά του αιτητή, σε αίτηση για έκδοση, πρέπει να αποσείσει. Έπειτα, με δεδομένη τη φύση της εν λόγω διαδικασίας, το εκδικάζον δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του όλη τη σχετική μαρτυρία, αλλά περίληψη της, ενώ δεν απαιτείται και από αυτό να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή αποκαλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, για το οποίο ο καθ' ου η αίτηση καταζητείται. Είναι αρκετό να υπάρχει ενώπιον του, ευλόγως, ικανοποιητική μαρτυρία, στη βάση της οποίας πιστεύεται ότι ο εκζητούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο καταζητείται. Διαφορετικά τεθέντος, η φράση «εύλογους λόγους να πιστεύεται», έχει την έννοια ότι η μαρτυρία, ιδωμένη από αντικειμενικής άποψης, ως προς το περιεχόμενο της, κρίνεται ικανοποιητική ώστε να οδηγεί το δικαστή, υποκειμενικά, πλέον, στην πεποίθηση ότι διαπράχθηκε το αδίκημα και ότι ο εκζητούμενος, το διέπραξε. Ειδικά, με τον όρο «εύλογους λόγους» παρέχεται στο δικαστή περιθώριο να εκτιμήσει, κατά πόσο η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο εκζητούμενος διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταζητείται».
Το μαρτυρικό υλικό πρέπει να είναι τέτοιο που να μπορεί λογικά να ικανοποιήσει τον Δικαστή. Αυτή είναι η αντικειμενική διάσταση του ζητήματος. Μόνο εφόσον είναι τέτοιο, μπορεί στη συνέχεια ο Δικαστής ενώπιον του οποίου εκδικάζεται η αίτηση έκδοσης, ασκώντας την υποκειμενική του κρίση να αισθανθεί ικανοποιημένος, ώστε να εγκρίνει την αίτηση και να διατάξει την κράτηση του εκζητούμενου.
Εν προκειμένω, η διασύνδεση του Αιτητή με τα υπόψη αδικήματα γίνεται μέσα από τη χρήση που του αποδίδεται ηλεκτρονικών λογαριασμών στο διαδίκτυο, που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη της διαδικτυακής απάτης. Ο Αιτητής συνδέθηκε στη βάση ότι ήταν χρήστης του λογαριασμού E-mail 1 (αναφέρεται και ως SA1 και είναι ο λογαριασμός pushatone@gmail.com), είχε πρόσβαση στον τομέα C2 και συσχετίστηκε και με δεύτερο ηλεκτρονικό λογαριασμό E-mail 2 (αναφέρεται και ως SA2 και είναι ο λογαριασμός aktulaev@gmail.com). Δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι μαρτυρία χρήσης του λογαριασμού E-mail 1, πρόσβασης στον τομέα C2 και συσχετισμός με τον λογαριασμό E-mail 2 μπορούσε να τεκμηριώσει εύλογους λόγους να πιστεύεται εμπλοκή του προσώπου που έτσι ενέργησε στα αδικήματα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε στην απόφαση του τα ουσιώδη στοιχεία, όπως προέκυπταν από συνοπτική παρουσίαση της μαρτυρίας και τις διευκρινίσεις που δόθηκαν εκκρεμούσας της διαδικασίας. Τα αποτύπωσε στην αντικειμενική τους διάσταση κατά τρόπο δίκαιο. Διευκολύνεται έτσι η παρούσα διαδικασία γιατί καθίσταται σαφές τι έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο βασικό του εύρημα ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8(3)(γ) του Ν.8(ΙΙΙ)/2008. Μεταφέρω αυτούσιες τις σχετικές παραγράφους από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου:
«96. Στην παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσης Ewenstein αναφέρεται ότι ο Εκζητούμενος συνδέεται με το υπό διερεύνηση σχέδιο απάτης, καθότι φέρεται να ήταν κύριος χρήστης του ηλεκτρονικού λογαριασμού SA1, μέσω του οποίου αποκτήθηκε πρόσβαση στον τομέα διοίκησης και ελέγχου (C2). Περαιτέρω, αναφέρεται ότι ο Εκζητούμενος χρησιμοποιούσε τον εν λόγω λογαριασμό από τον Ιούλιο του 2015, περιλαμβανομένης χρήσης του με το πραγματικό του όνομα και διεύθυνση στο πλαίσιο απόπειρας ηλεκτρονικής αγοράς. Επιπλέον, καταγραφές που συνδέονται με τον λογαριασμό SA1 καταδεικνύουν ότι ο χρήστης αυτού πραγματοποίησε αναζητήσεις σχετικές με την τοπική ώρα στο Πουκέτ της Ταϊλάνδης κατά χρόνο που, σύμφωνα με στοιχεία από μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Εκζητούμενος φέρεται να ταξίδευε στο Πουκέτ.
97. Η έρευνα οδήγησε περαιτέρω σε ένα λογαριασμό στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook) με το πραγματικό όνομα του Εκζητούμενου, ο οποίος σχετιζόταν με δεύτερο ηλεκτρονικό λογαριασμό, ήτοι τον SA2. Στοιχεία που λήφθηκαν από την εταιρεία Google αναφορικά με τον λογαριασμό αυτό καταδεικνύουν, κατά την Αιτούσα Χώρα, προσωπικά δεδομένα ταυτοποίησης, που παραπέμπουν στον Εκζητούμενο, περιλαμβανομένων στοιχείων διαβατηρίου στο όνομά του. Επιπλέον, μια διεύθυνση IP, η οποία άνηκε σε έναν πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου με έδρα το Γκρόζνι της Ρωσίας, χρησιμοποιήθηκε για σύνδεση τόσο στον SA2 που ελέγχεται από τον Εκζητούμενο όσο και στον τομέα C2 που χρησιμοποιούσαν οι κυβερνοεισβολείς (hackers).
98. Στην ένορκη δήλωση Robertson αναφέρεται ότι αυτή υποβάλλεται προς ενίσχυση του αιτήματος έκδοσης του Εκζητούμενου και ότι ο Robertson είναι ενήμερος των αποδεικτικών στοιχείων και των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Εκζητούμενος, διευκρινίζοντας ότι δεν παρατίθεται το σύνολο της διαθέσιμης μαρτυρίας. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στον ιστότοπο pushatone.net, προς τον οποίο το κακόβουλο λογισμικό απέστελλε δεδομένα, και ο οποίος προσδιορίζεται ως διακομιστής εντολών και ελέγχου (C2) του κακόβουλου λογισμικού. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι ο εν λόγω ιστότοπος ήταν καταχωρημένος σε πρόσωπο με το όνομα Aslan, με δηλωθείσα διεύθυνση στο Grozny και συνδεόταν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο SA1.
99. Περαιτέρω, από στοιχεία που λήφθηκαν αναφορικά με τον λογαριασμό SA1, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι αυτός ο λογαριασμός δημιουργήθηκε στις 26/07/2015 και συνδέεται με αριθμό τηλεφώνου που τελειώνει σε -006 ενώ από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι ο εν λόγω λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε για την καταχώρηση του τομέα pushatone.net.
100. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι αποθηκευμένα ηλεκτρονικά μηνύματα, περιλαμβανομένων μηνυμάτων που αφορούν διαδικτυακές παραγγελίες, καθώς και προωθημένα μηνύματα από τον λογαριασμό aktulaev@gmail.com (SA2), χρησιμοποιήθηκαν για την ταυτοποίηση του Εκζητούμενου ως ενός εκ των πιθανών χρηστών του λογαριασμού SA1. Περαιτέρω, από σχετικά αρχεία προκύπτει ότι συνδρομητής του λογαριασμού SA2 είναι ο Εκζητούμενος, ενώ αναφέρεται ότι ο λογαριασμός SA1 χρησιμοποιείτο τόσο από τον Εκζητούμενο όσο και από άλλα πρόσωπα, περιλαμβανομένου του Aslan, για προσωπικούς σκοπούς αλλά και για δραστηριότητες που, κατά την Αιτούσα Χώρα, σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα».
και
«102. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 22, ο λογαριασμός SA1 ως αναφέρεται και ανωτέρω, δημιουργήθηκε περίπου στις 26/07/2015, δηλώντας αριθμό τηλεφώνου που τελείωνε σε -006 και όνομα «pusha tone», με σκοπό, κατά την Αιτούσα Χώρα,να αποκρυφθεί η πραγματική ταυτότητα του συνδρομητή. Από εξέταση του περιεχομένου του λογαριασμού φέρεται ως ένας εκ των κύριων χρηστών του, με βάση ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν αμέσως μετά τη δημιουργία του λογαριασμού. Σε ένα εκ των μηνυμάτων αυτών φέρεται να πραγματοποιήθηκε παραγγελία κονσόλας PlayStation 4 με χρήση του πραγματικού ονόματος και διεύθυνσης του Εκζητούμενου. Περαιτέρω, από σχετικά αρχεία προκύπτει ότι τον Ιανουάριο του 2017 πραγματοποιήθηκε αναζήτηση για την τοπική ώρα στο Πουκέτ της Ταϊλάνδης από τον χρήστη του SA1, κατά χρονικό σημείο που συμπίπτει με ταξίδι του Εκζητούμενου στην εν λόγω τοποθεσία. Επιπλέον, η εξέταση του λογαριασμού SA1 καταδεικνύει ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων με πρόσωπα, περιλαμβανομένων των Aslan και Timofey, τα οποία, κατά την Αιτούσα Χώρα, αποτελούν τα μόνα πρόσωπα που, μαζί με τον Εκζητούμενο, χρησιμοποιούσαν τον εν λόγω λογαριασμό».
Στη συνέχεια το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέτασε ένα προς ένα τα επιμέρους στοιχεία, υπό τη βάσανο και των επιμέρους θέσεων του Αιτητή. Αναδεικνύεται από την προσέγγιση της δικαστού ότι πράγματι αντιμετώπισε κάθε στοιχείο στην ορθή του διάσταση.
Ο Αιτητής, όπως και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, προσπάθησε να αμφισβητήσει την αποδεικτική αξία του κάθε στοιχείου μαρτυρίας. Σε σχέση με κάθε στοιχείο ότι αυτό δεν αποδεικνύει κατά τρόπο που να μην επιδέχεται άλλη εξήγηση ότι η χρήση του λογαριασμού στην οποία η μαρτυρία αφορά, πραγματοποιήθηκε από τον Αιτητή. Περαιτέρω, επικαλείται στοιχεία εμπλοκής άλλων προσώπων και τα αντιπαραβάλλει με τα στοιχεία μαρτυρίας που υποστηρίζουν την αίτηση, προσπαθώντας να μειώσει την αποδεικτική σημασία των τελευταίων, διεργασία στην οποία δεν ήταν επιτρεπτό να υπεισέλθει το Δικαστήριο της έκδοσης.
Για παράδειγμα, ο λογαριασμός SA1 δημιουργήθηκε τον Ιούλιο του 2015. Ο Αιτητής φέρεται ως εκ των κυρίων χρηστών του με βάση τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν αμέσως μετά τη δημιουργία του. Σε ένα τέτοιο μήνυμα φέρεται να έγινε προσπάθεια παραγγελίας κονσόλας ηλεκτρονικού παιγνιδιού Sony Playstation 4 από το Amazon.co.uk με χρήση του πραγματικού ονόματος του Αιτητή. Η προβαλλόμενη από τον Αιτητή θέση περί πλαστοπροσωπίας, στη βάση ότι η δηλωθείσα διεύθυνση ήταν φοιτητική εστία με την οποία δεν σχετιζόταν ο Αιτητής, δεν μπορούσε να γίνει αντικείμενο εξέτασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Εν κατακλείδι, κατά πόσο ο Αιτητής ήταν ο κύριος χρήστης ή εκ των χρηστών του λογαριασμού, δεν διατάρασσε τη διασύνδεση που επιμαρτυρείτο σε αυτή τη βάση. Άλλωστε, ότι το 2016 ο Αιτητής σταμάτησε να είναι ο κύριος χρήστης, συνέπλεε με το ότι τότε είχε αρχίσει η διάπραξη των αδικημάτων και τον λογαριασμό χρησιμοποιούσαν και άλλοι συνεργοί.
Επιχειρηματολόγησε ακόμη ο Αιτητής ότι το γεγονός ότι, σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός βρισκόταν στο Πουκέτ της Ταϊλάνδης, τον Ιανουάριο του 2017, πραγματοποιήθηκε από τον λογαριασμό SA1 διαδικτυακή αναζήτηση για την ώρα στο Πουκέτ, δεν αποδεικνύει ότι αυτό έγινε από τον ίδιο. Διατείνεται ότι δεν είναι λογικό κάποιος που βρίσκεται σε ένα μέρος να αναζητεί την τοπική ώρα. Δεν είναι ούτε και παράλογο, αλλά δεν ήταν ζήτημα του Δικαστηρίου της έκδοσης, ούτε του παρόντος Δικαστηρίου, να συζητήσει την βαρύτητα που θα μπορεί να αποδοθεί στο στοιχείο αυτό μαρτυρίας. Ορθά υποδείχθηκε στον Αιτητή ότι η αξιολόγηση της βαρύτητας του κάθε στοιχείου μαρτυρίας είναι έργο του αμερικανικού Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση. Δεν πρόκειται για υπόθεση ή εικασία. Μαρτυρία φέρει τον Αιτητή στο Πουκέτ σε χρόνο που γίνεται η σχετική αναζήτηση από τον συγκεκριμένο λογαριασμό.
Η εισήγηση του Αιτητή ότι η διασύνδεση του προσωπικού του λογαριασμού με τον τομέα C2 στη βάση της χρήσης συγκεκριμένης διεύθυνσης ΙΡ δεν αποδεικνύει διασύνδεση του ιδίου με τον τομέα γιατί τη συγκεκριμένη διεύθυνση ΙΡ χρησιμοποιούσαν και άλλα πρόσωπα, όπως υπάλληλοι του εστιατορίου του, όπως ήταν ο Timofei Alenkin, καλεί το Δικαστήριο της έκδοσης και το παρόν Δικαστήριο να σταθμίσουν την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας αυτής και στο τέλος λαμβάνοντας υπόψη κάποιο μέτρο απόδειξης να καταλήξουν ότι δεν αποδεικνύεται η προσωπική του εμπλοκή.
Δεν θα αναφερθώ σε όλα τα στοιχεία μαρτυρία. Καταγράφονται αναλυτικά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, οι παρατηρήσει του οποίου με βρίσκουν σύμφωνο.
Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπήρχε, από αντικειμενική θεώρηση, επαρκής μαρτυρία για την έκδοση και η κατάληξη του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εγκρίνει την αίτηση και να διατάξει την κράτηση του Αιτητή ήταν επιτρεπτή και δικαιολογημένη. Υπήρχε, δηλαδή, περιγραφή της μαρτυρίας φανέρωνε εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκαν τα αναφερόμενα αδίκημα και ο Αιτητής τα διέπραξε και, επομένως, οι πρόνοιες του άρθρου 8(3)(γ) του Ν.8(III)/2008 ικανοποιούνταν.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Ουδεμία διαταγή για έξοδα.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
[1] «Αίτηση για έκδοση προσώπου το οποίο καταζητείται για δίωξη, υποστηρίζεται επίσης από … (γ) έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης η οποία να περιέχει περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων και να περιγράφει πραγματική και γραπτή μαρτυρία και να φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκε αδίκημα και το πρόσωπο που καταζητείται το διέπραξε. Για το σκοπό αυτό δεν είναι ανάγκη να αποστέλλονται αυτούσιες οι ένορκες δηλώσεις ή η μαρτυρία των μαρτύρων».
[2] Αναφέρεται ως Re Makushin.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο