ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 147/2026)
(i-justice)
15 Ιουλίου, 2026
[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Α.Π., ΜΕ Α.Δ.Τ. [ ], ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23.05.2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤ. 3174 Δ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 155, ΑΡΘΡΑ 17, 18 ΚΑΙ 44.
___________________________________________________
Γ. Βρυώνη (κα) για Πελεκάνος & Πελεκάνου ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή.
______________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας υποστηριζόμενης από Ένορκη Δήλωση του Αστ. 3174 Δ. Χριστοδούλου, της Τροχαίας Λάρνακας, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») εξέδωσε στις 23/5/2026 εναντίον του Αιτητή Ένταλμα Σύλληψης, επί τη βάσει εύλογης υπόνοιας σύνδεσης του στη διάπραξη των αδικημάτων της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και οδήγηση του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής [ ], χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και την πρόκληση τροχαίας σύγκρουσης, κατά παράβαση των Άρθρων 8 και 19 του Ν. 86/1972, τα οποία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 22/5/2026 στο δρόμο Μενεού – Περβολιών.
Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά άδεια για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari για να τεθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς το σκοπό ακύρωσης του Εντάλματος Σύλληψης, ημερ. 23/5/2026, το οποίο εξεδόθη από το κατώτερο Δικαστήριο.
Η Αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση και από Ένορκη Δήλωση του Αιτητή.
Προτού γίνει αναφορά στους λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά, σε συντομία, στα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό κρίση Εντάλματος Σύλληψης και με βάση τα οποία κρίθηκε αναγκαία η έκδοσή του, όπως αυτά αναδύονται από την Ένορκη Δήλωση του Αστ. 3174, Δ. Χριστοδούλου.
Στις 22/5/2026 και περί ώρα 12:30 ο Αιτητής οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] στο δρόμο Μενεού – Περβολιών με κατεύθυνση τα Περβόλια. Σε κάποιο σημείο του δρόμου επιχείρησε να προσπεράσει από δεξιά, σε συνεχόμενη άσπρη γραμμή άλλα οχήματα και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε μετωπικά με το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] που κατευθυνόταν από Περβόλια προς Μενεού και το οποίο οδηγούσε η H. T. και με συνοδηγό την κόρη της V. R. S. Από τη σφοδρή σύγκρουση η H. T. εγκλωβίστηκε στο όχημα και χρειάστηκε η επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, όπου στη συνέχεια μεταφέρθηκε βαριά τραυματισμένη με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Στο Νοσοκομείο μεταφέρθηκε επίσης και η συνοδηγός η οποία έφερε μώλωπες στην κοιλιά και κρατήθηκε προληπτικά στο χειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας.
Τη σκηνή επισκέφτηκαν μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Κιτίου όπου έγινε σχεδιαγράφηση, ενώ με τη βοήθεια μελών της Τροχαίας αργότερα λήφθηκαν φωτογραφίες της σκηνής. Τα ενεχόμενα οχήματα μεταφέρθηκαν και κρατούνται στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου.
Την 23/5/2026 και ώρα 04:12 η H. T. υπέκυψε στα τραύματα της.
Στον Αιτητή έγινε προκαταρκτικός έλεγχος αλκοόλης με αποτέλεσμα 0 mg%, καθώς επίσης και έλεγχος νάρκοτεστ με αρνητική ένδειξη.
Έχοντας αναφερθεί εν συντομία στα γεγονότα, όπως αυτά καταγράφονται στον Όρκο της Αστυνομίας, επανέρχομαι στους λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα του Αιτητή για άδεια στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως αυτοί εξειδικεύονται στην Έκθεση. Αυτοί, εν συνόψει, έχουν ως ακολούθως:
(1) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα πάσχει καθότι είναι προϊόν απόκρυψης και/ή μη αποκάλυψης από μέρους του ομνύοντα Αστυνομικού ουσιωδών στοιχείων που ήταν γνωστά και/ή θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν με εύλογη έρευνα, με αποτέλεσμα τη συνειδητή παραπλάνηση του κατώτερου Δικαστηρίου και/ή την αθέμιτη επίδραση στην ενάσκηση της εξουσίας του.
(2) Το προσβαλλόμενο Ένταλμα Σύλληψης εξεδόθη καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του κατώτερου Δικαστηρίου, καθότι δεν ικανοποιείτο η απαραίτητη δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση της αναγκαιότητας.
Έχω διεξέλθει με προσοχή το προσβαλλόμενο Ένταλμα Σύλληψης, την Έκθεση και Ένορκη Δήλωση που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση, καθώς επίσης και ό,τι ο Αιτητής μέσω της ευπαίδευτης συνηγόρου του έχει θέσει ενώπιον μου μέσω γραπτής αγόρευσης που καταχώρισε.
Οι αρχές στη βάση των οποίων παρέχεται άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση Προνομιακού Εντάλματος αυτής της μορφής είναι καλά εδραιωμένες και έχουν από μακρού χρόνου αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τέτοια άδεια παρέχεται όταν καταδεικνύεται από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα που εγείρει. Άδεια για καταχώριση αίτησης παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41 και Ευδόκας (2016) 1 Α.Α.Δ. 3018).
Η εξουσία για την έκδοση εντάλματος σύλληψης παρέχεται από το Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος και το Άρθρο 18(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 10(Ι)/96). Οι πιο πάνω διατάξεις καθιστούν δυνατή την έκδοση εντάλματος σύλληψης από το Δικαστήριο αν υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα. Περαιτέρω, το Άρθρο 18(1) προδιαγράφει και τον τρόπο που πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη της εύλογης υπόνοιας. Αυτό πρέπει να γίνεται μέσα από γραπτή ένορκη δήλωση η οποία να ικανοποιεί το Δικαστή «ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι ένα πρόσωπο διέπραξε αδίκημα». Πέραν της βασικής, λοιπόν, προϋπόθεσης απόδειξης του στοιχείου της «εύλογης υπόνοιας», το Δικαστήριο προχωρά «στο δεύτερο στάδιο της έρευνας, η οποία αποσκοπεί στη διαπίστωση κατά πόσο τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούν ή όχι την έκδοση του [εντάλματος σύλληψης] αναγκαία ή επιθυμητή» (Αναφορικά με την Αίτηση του Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207).
Στο πλαίσιο προώθησης του Λόγου (1) υποστηρίχθηκε από πλευράς Αιτητή ότι δεν αποκαλύφθηκε ή/και αποκρύφθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο ότι ο Αιτητής είχε ειδοποιήσει τις αρμόδιες αρχές, καλώντας στο 112 και είχε παραμείνει στη σκηνή της οδικής τροχαίας σύγκρουσης αναμένοντας την άφιξη της και ότι, αφότου διενεργήθηκαν οι εξετάσεις στη σκηνή, ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι δεν ήταν πλέον αναγκαία η εκεί του παρουσία, ότι θα επικοινωνούσαν μαζί του προκειμένου να δώσει κατάθεση σε μεταγενέστερο χρόνο και ότι μπορούσε να αποχωρήσει, πράγμα το οποίο και έπραξε.
Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας και του δικαίου ότι η μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών ή πληροφοριών ή ενεργειών που έπρεπε να προηγηθούν της αίτησης για ένταλμα, θεωρείται ότι αφαιρεί το νόμιμο της έκδοσης του εντάλματος. Ο αιτών το ένταλμα αστυφύλακας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων. Η επαρκής αποκάλυψη είναι, αναμφίβολα, βασική προϋπόθεση νομιμότητας σε σχέση με την έκδοση κάθε εντάλματος (Αναφορικά με την Αίτηση των (1) Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., Πολιτική Αίτηση Αρ. 126/2015, ημερ. 30/11/2015).
Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Λ. Λ. για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολιτική Έφεση Αρ. 33/2024, ημερ. 20/12/2024, είναι σχετικό:
«Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε για το εξυπακουόμενο καθήκον της Αστυνομίας, όταν αυτή αξιώνει θεραπείες με μονομερείς Αιτήσεις, να προβαίνει σε αποκάλυψη «δεδομένων και στοιχείων τα οποία είναι ευθέως σχετικά ή έστω δεδομένων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιώδη αναφορικά με τις δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις έκδοσης του υπό συζήτηση Εντάλματος Σύλληψης» (Αναφορικά με την Αίτηση του Ν.Κ. για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari και/ή Prohibition, Πολ. Έφ. Αρ. 19/22, ημερ. 13.1.2023, ECLI:CY:AD:2023:B79, ECLI:CY:AD:2023:B79). Τα όσα καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, με παραπομπή στη Ζερβού (2009) 1(B) A.A.Δ. 1316, μας βρίσκουν σύμφωνους.»
Στην προκείμενη περίπτωση δεν διεφάνη να είχε τεθεί οτιδήποτε που να υποστηρίζει ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα ως «ουσιώδη στοιχεία» δεν συνιστούν απλώς ισχυρισμούς και εκδοχή που προβάλλει η πλευρά του Αιτητή, ώστε να τίθεται ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους της Αστυνομίας.
Σε ό,τι αφορά το Λόγο (2) αποτέλεσε εισήγηση εκ μέρους του Αιτητή ότι από την ένορκη δήλωση του ομνύοντα Αστυνομικού δεν προέκυπτε το υπόβαθρο για την αναγκαιότητα σύλληψής του.
Η αναγκαιότητα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης μπορεί να εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον της διαφύλαξης της πορείας του ανακριτικού έργου από παρεμβάσεις του υπόπτου στην περίπτωση που παραμείνει ελεύθερος, σε σχέση με μάρτυρες ή και τεκμήρια της υπό διερεύνηση υπόθεσης και όχι μόνο. Η υποστηρικτική ένορκη δήλωση, που συνοδεύει αίτημα προς έκδοση εντάλματος σύλληψης, θα πρέπει να προσεγγίζεται και να εξετάζεται στην ολότητά της και, σε καμία περίπτωση, αποσπασματικά και μικροσκοπικά. Ό,τι, σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να τίθεται ενώπιον του Δικαστή από τον οποίο ζητείται η έκδοση εντάλματος σύλληψης, είναι τα πρωτογενή γεγονότα που δίδουν βάση για τέτοιο ενδεχόμενο και στοιχειοθετούν λογικά την αναγκαιότητα κράτησης. Περί ενδεχομένου λοιπόν ο λόγος και ο κίνδυνος πρέπει να καταφαίνεται υπαρκτός, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Κουδουνιά, Αίτηση Αρ. 47/2022, ημερ. 3/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:D172).
Όπως έχει ήδη πιο πάνω επισημανθεί, αφού το Δικαστήριο στη βάση των όσων τίθενται ενώπιον του με γραπτή ένορκη δήλωση, ικανοποιηθεί σε πρώτο στάδιο ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια να πιστεύεται ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα στρέφεται το ένταλμα σύλληψης διέπραξε αδίκημα, θα εκδώσει το σχετικό ένταλμα μόνο εφόσον θεωρήσει τη σύλληψη του υπόπτου εύλογα αναγκαία. Εδώ υπεισέρχεται και η αρχή της αναλογικότητας, που εγείρεται οποτεδήποτε εξετάζεται ζήτημα αναγκαιότητας. Και βέβαια, η πλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης, για εύλογη υποψία, δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην πλήρωση και της δεύτερης για την αναγκαιότητα (Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 355/2019, ημερ. 16/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:A257).
Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως η γνώμη του προσώπου που υπογράφει την ένορκη δήλωση, ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι η σύλληψη του Αιτητή είναι ευλόγως αναγκαία προς αποφυγή επηρεασμού μαρτύρων απόκρυψης ή καταστροφής τεκμηρίων, δεν είναι από μόνη της αρκετή.
Οι αναφορές του ενόρκως δηλούντα περί επηρεασμού μαρτύρων από τους οποίους πρόκειται να ληφθούν καταθέσεις και γενικότερα περί επηρεασμού μαρτυρίας, αποτυπώνουν ασφαλώς τη θέση του ομνύοντος για το ζήτημα, ως συνηθίζεται να γίνεται τούτο, χωρίς όμως να προσθέτουν, κατά τρόπο ουσιαστικό, στο αίτημα. Παραμένουν ισχυρισμοί και θέσεις, γενικοί και απογυμνωμένοι, χωρίς να εξειδικεύονται ούτε να συνοδεύονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία ή λεπτομέρειες ικανά να επιτρέψουν στο Δικαστήριο που επιλαμβάνεται του αιτήματος να μορφώσει, το ίδιο, άποψη επί του ζητήματος. (Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 170/2025, ημερ. 7/8/2025).
Ως σημειώθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Σ., Πολιτική Αίτηση Αρ. 95/2022, ημερ. 27/6/2022:
«Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση αποτυπώνουν την θέση του λοχία. Συνηθίζεται να γίνεται αυτό, όμως δεν προσθέτει ουσιαστικά στην ισχύ του αιτήματος. Η διαπίστωση του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων ή και καταστροφής τεκμηρίων ανήκει στον ίδιο το Δικαστή, όπως και τελική απόφαση κατά πόσο είναι τέτοιος που δικαιολογεί την έκδοση του εντάλματος (Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ. 207). Επομένως, ό,τι έχει σημασία είναι να έχει προηγηθεί παράθεση των πρωτογενών γεγονότων που θα μπορούν να οδηγήσουν τον Δικαστή να διαμορφώσει τέτοια κρίση.»
Προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και υπάρχει συζητήσιμο ζήτημα ότι το ενώπιον του Δικαστή υλικό δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την προϋπόθεση της αναγκαιότητας για την έκδοση του Εντάλματος. Δεν εξηγήθηκε γιατί το Ένταλμα ήταν αναγκαίο και από τη μαρτυρία, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται πως η ανάγκη τεκμηριωνόταν.
Έχει, συνεπώς, ο Αιτητής καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συζητήσιμο ζήτημα για τη χορήγηση άδειας για να καταχωρίσει αίτηση για Certiorari, στη βάση του ότι δεν ικανοποιείτο η προϋπόθεση της αναγκαιότητας για την έκδοση του Εντάλματος Σύλληψης του.
Παρέχεται, συνεπώς, άδεια στον Αιτητή να καταχωρίσει Αίτηση με Κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, σε σχέση με το εκδοθέν Ένταλμα Σύλληψης, ημερ. 23/5/2026.
Η Αίτηση δια Κλήσεως να καταχωρηθεί εντός τεσσάρων ημερών από σήμερα. Εφόσον καταχωριστεί ως ανωτέρω, ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει για οδηγίες στις 27/7/2026, η ώρα 8.45 π.μ. Να επιδοθεί δε στο Γενικό Εισαγγελέα τουλάχιστον τέσσερις ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της Αίτησης με Κλήση.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο