ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 156/2026)
23 Ιουλίου, 2026
[ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ K. E. W., ΚΑΤΟΧΟΥ ΔΕΛΤΙΟΥ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΑΡ. [ ], ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5ης ΙΟΥΝΙΟΥ 2026 ΚΑΙ ΩΡΑ 11:50, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΗΣ Α/1934 ΗΡΑΚΛΕΙΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 2, 27 ΚΑΙ 28
Θ. Αθανασίου, για Θανάσης Μ. Αθανασίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari αναφορικά με το ένταλμα έρευνας ημερ. 5.6.2026 στο υποστατικό/κατοικία της με την ονομασία “L΄Chateau”, το οποίο βρίσκεται στην [ ] της Πάφου.
Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση είναι οι ακόλουθοι:
1. Δεν υπήρχε αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος καθότι η πλήρης διερεύνηση των καταγγελιών ήταν δυνατή και χωρίς την έκδοση εντάλματος.
2. Η έκδοση του εντάλματος αποτελεί δυσανάλογο μέτρο για τη διερεύνηση των αδικημάτων και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
3. Δεν υπήρχε μαρτυρία ότι στο εν λόγω υποστατικό βρίσκονταν παράνομα τα αναζητούμενα αντικείμενα, επομένως δεν δικαιολογείτο η έκδοση του εντάλματος σε αυτή τη βάση.
4. Υπήρξε έκδηλο δικαιοδοτικό σφάλμα στην έκδοση του εντάλματος καθότι σε αυτό απουσιάζει η νομική του βάση και δεν καταγράφεται το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κάτι το οποίο καταδεικνύει τη μηχανιστική προσέγγιση του κατώτερου Δικαστηρίου κατά την έκδοση αυτού.
5. Η έκδοση του εντάλματος παραβιάζει τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και τα άρθρα 7 και 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και του ασύλου της κατοικίας της Αιτήτριας.
Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Σε αυτή, γίνεται αναφορά στην έκδοση του εντάλματος έρευνας και επαναλαμβάνονται οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση.
Οι αρχές που διέπουν τη χορήγηση άδειας για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1(A) A.A.Δ. 116, ο σκοπός των ενταλμάτων certiorari είναι ο έλεγχος της νομιμότητας της απόφασης. Για να χορηγηθεί άδεια, ο αιτητής θα πρέπει να τεκμηριώσει συζητήσιμη υπόθεση. Τα προνομιακά εντάλματα χορηγούνται κατ’ εξαίρεση και όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, είτε πλάνη περί τον Νόμο, είτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
Το Άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προνοεί για τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να δικαιολογείται η έκδοση εντάλματος έρευνας και το Άρθρο 28 του ιδίου Νόμου, προνοεί για το περιεχόμενο και την ισχύ τέτοιου εκδοθέντος εντάλματος.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Αντώνη Ανδρέου & Σια ΔΕΠΕ κ.ά, Πολ. Έφ. 384/2015, ημερ. 9.6.2017:
«Tο άρθρο 27 του Κεφ. 155, κατά τρόπο επιτακτικό συνδέει το αντικείμενο, που ευλόγως αναζητείται, με τον τόπο για τον οποίον ζητείται το ένταλμα όχι γενικά με το πρόσωπο του υπόπτου. Όπως αναφέρεται στην ίδια υπόθεση η έκδοση του εντάλματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή ο οποίος θα πρέπει να εξάξει το δικό του συμπέρασμα στη βάση των παρουσιασθέντων με τον όρκο γεγονότων, αιτιολογώντας την κατάληξη του περί ύπαρξης υποψίας και μάλιστα εύλογης.»
Στον όρκο ημερ. 5.6.2026 που συνόδευε το αίτημα της Αστυνομίας για την έκδοση του υπό κρίση εντάλματος έρευνας, αναφέρετo πως ο ΟΠΕ Πάφου και το Γραφείο Μικροπαραβάσεων Πάφου διερευνούν υπόθεση που αφορά στα ακόλουθα αδικήματα τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν από το έτος 2025 μέχρι και τις 5.6.2026:
(i) Κοινή οχληρία
(ii) Χρήση οργάνων που ενισχύουν τον ήχο χωρίς άδεια από τον Έπαρχο Πάφου
(iii) Πώληση ή έκθεση προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών.
Σύμφωνα πάντα με τον όρκο, τρία πρόσωπα που διαμένουν σε τρεις ξεχωριστές κατοικίες κοντά στην υπό αναφορά έπαυλη/κατοικία, σε γραπτή κατάθεση τους στην Αστυνομία ημερ. 18.5.2026, κατήγγειλαν ότι σχεδόν καθημερινά τα τελευταία τρία χρόνια στην έπαυλη διεξάγονται εκδηλώσεις ή γαμήλιες δεξιώσεις με τη χρήση μεγάφωνων και άλλων συσκευών και εκπέμπεται ισχυρή και εκκωφαντική μουσική μεταξύ 20:00-01:00, προκαλώντας τους σοβαρή ενόχληση. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω κατοικία/έπαυλη διαφημίζεται συστηματικά μέσω διαδικτυακών πλατφορμών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως αγροτική κατοικία και ως χώρος διοργάνωσης γαμήλιων δεξιώσεων και άλλων κοινωνικών εκδηλώσεων για 2-150 προσκεκλημένους, προσφέροντας υπηρεσίες εστίασης, μουσικής και ψυχαγωγίας. Στην ιστοσελίδα αναρτάται τιμοκατάλογος για τις εν λόγω υπηρεσίες.
Στον όρκο αναφέρεται επίσης ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο [ ], με επιστολή του ημερ. 13.5.2025, υπέβαλε παράπονα και αναφορές στις αρμόδιες αρχές αναφορικά με την παράνομη λειτουργία του υποστατικού ως χώρου εκδηλώσεων, καθότι το υποστατικό έχει ανεγερθεί ως κατοικία, καθώς επίσης και για τη συνεχιζόμενη οχληρία στους κατοίκους της περιοχής με τη χρήση μουσικής μεγάλης έντασης μέχρι και τα μεσάνυχτα. Με νέα επιστολή ημερ. 16.4.2026, το Συμβούλιο αναφέρει ότι το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται, καθότι ξεκίνησαν οι δεξιώσεις με αποτέλεσμα την πρόκληση οχληρίας των εκεί παρευρισκόμενων λόγω της έντασης και της διάρκειας της μουσικής, αρκετές φορές μέχρι και μετά τα μεσάνυχτα. Η Αστυνομία έχει καταγγείλει την υπόθεση και εναντίον της Αιτήτριας έχουν καταχωριστεί οι ποινικές υποθέσεις 4600/25 και 4598/25 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση, για αδικήματα χρήσης μεγάφωνων χωρίς άδεια και πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια από τον Έπαρχο Πάφου.
Σύμφωνα με τον όρκο, μετά την έναρξη της καλοκαιρινής περιόδου το 2026, το εν λόγω υποστατικό έχει καταγγελθεί άλλες τρεις φορές από τον ΟΠΕ Πάφου για τα ίδια αδικήματα. Αναμένεται η συμπλήρωση των φακέλων και η καταχώριση σχετικών υποθέσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Από επιτόπιες επισκέψεις μελών της Αστυνομίας στο υποστατικό κατά τις ημερομηνίες των καταγγελιών, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για έπαυλη περιφραγμένη που διαθέτει κεντρική είσοδο, με επιγραφή “Chateau Wedding Venue” στην οποία διαμένουν μονίμως άτομα που εργάζονται εκεί και διεξάγονται εκδηλώσεις και γαμήλιες δεξιώσεις στους υπαίθριους χώρους, με αριθμό προσκεκλημένων. Εκεί προσφέρονται φαγητά και αλκοολούχα ποτά και στην αυλή υπάρχουν εγκατεστημένα και σε λειτουργία μεγάφωνα, καθώς και άλλος επαγγελματικός εξοπλισμός αναπαραγωγής και ενίσχυσης ήχου. Η δε μουσική εκείνη την ώρα ακουγόταν σε μεγάλη ακτίνα γύρω από το υποστατικό και, παρόλο που η περιοχή είναι αραιοκατοικημένη, η μουσική ακούεται σε γειτονικές κατοικίες προκαλώντας ενόχληση. Στον όρκο αναφέρεται ότι υπεύθυνη και διαχειρίστρια του υποστατικού είναι η Αιτήτρια την οποία αντικαθιστά, όταν απουσιάζει, ο [ ] ο οποίος διαμένει εκεί.
Όπως αναφέρεται στον όρκο, με βάση τα συλλεγέντα στοιχεία, υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι εντός του υποστατικού υπάρχουν αντικείμενα, εξοπλισμός και άλλα τεκμήρια, όπως μεγάφωνα, ενισχυτές, κονσόλες ήχου, mixers, woofers και ηλεκτρονικός εξοπλισμός μουσικής κάλυψης εκδηλώσεων, καθώς επίσης και οινοπνευματώδη ποτά τα οποία δυνατόν να προσφέρονται ή πωλούνται χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της Αστυνομίας, το επόμενο διάστημα υπάρχουν προγραμματισμένες γαμήλιες εκδηλώσεις. Αναφέρεται ότι, παρόλες τις καταγγελίες και προειδοποιήσεις της Αστυνομίας και των άλλων αρμόδιων αρχών, το υποστατικό συνεχίζει να δραστηριοποιείται κατά τις βραδινές ώρες, και επομένως κρίνεται αναγκαία η έκδοση εντάλματος έρευνας το οποίο ζητείται να εκτελεστεί οποιαδήποτε ημερομηνία μεταξύ των ωρών 20:00-01:00. Για αυτό ζητείται η έκδοση εντάλματος έρευνας για τον εντοπισμό και την παραλαβή των προαναφερθέντων τεκμηρίων ή άλλων αντικειμένων που πιθανόν να σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου τέθηκε η αίτηση, ετοίμασε ξεχωριστό πρακτικό και εξέδωσε το ένταλμα έρευνας, με το οποίο εξουσιοδοτείτο η έρευνα στην εν λόγω κατοικία/έπαυλη για εντοπισμό των αναφερομένων αντικειμένων ή μέρους αυτών και μεταφορά τους ενώπιον Δικαστηρίου για να τύχουν μεταχείρισης σύμφωνα με τον Νόμο.
Ο όρκος πράγματι αποκαλύπτει ότι έχουν ήδη καταχωριστεί και βρίσκονται υπό εκδίκαση άλλες υποθέσεις εναντίον της Αιτήτριας για τα ίδια αδικήματα και ότι βρίσκονται υπό διερεύνηση για καταχώριση και άλλες τέτοιες τρεις υποθέσεις, κατόπιν πρόσφατων καταγγελιών με την έναρξη της φετινής καλοκαιρινής περιόδου. Επίσης, αποκαλύπτει ότι η διερεύνηση των υποθέσεων των οποίων αναμένεται η συμπλήρωση των φακέλων, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και μάλιστα είναι στο πλαίσιο της διερεύνησης και αυτών των υποθέσεων για τις οποίες η Αστυνομία μετέβη στο μέρος τις ημέρες της κάθε καταγγελίας. Επομένως, είναι προφανές ότι το ένταλμα έρευνας ζητείται στο πλαίσιο διερεύνησης και των τριών αυτών υποθέσεων, για τις οποίες η Αστυνομία έχει ήδη προβεί σε κάποιες ενέργειες και θεωρεί αναγκαία την έκδοση εντάλματος έρευνας στο υποστατικό πριν την ολοκλήρωση του φακέλου αυτών.
Από τη στιγμή που πρόκειται για νέες ξεχωριστές διακριτές υποθέσεις για αδικήματα τα οποία, ως γνωστό, δυνατόν να διαπράττονται συνεχώς και σε διαφορετικές ημερομηνίες, το γεγονός ότι για τις προηγούμενες υποθέσεις η Αστυνομία περιορίστηκε σε επιτόπιες εξετάσεις, ως βεβαίως η θέση της Αιτήτριας, από μόνο του, δεν καταδεικνύει ότι για τη διερεύνηση νέων υποθέσεων η όποια έρευνα και τυχόν κατάσχεση αντικειμένων καθίσταται μη αναγκαία. Η κάθε υπόθεση εκδικάζεται με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία που προσάγεται από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής και προφανώς για εκείνες τις προηγούμενες δεν θεωρήθηκε αναγκαία η έρευνα και η κατάσχεση τυχόν τεκμηρίων.
Η θέση της Αιτήτριας ότι η Αστυνομία μπορούσε να εισέλθει στον χώρο εφόσον επρόκειτο για χώρο διοργάνωσης γαμήλιων δεξιώσεων και άλλων κοινωνικών εκδηλώσεων, δεν συνεπάγεται και τη δυνατότητα έρευνας του χώρου και παραλαβής τεκμηρίων. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η Αστυνομία θεώρησε ορθό να αποταθεί και εξασφαλίσει ένταλμα έρευνας για την είσοδο και κατάσχεση αντικειμένων, είναι προς όφελος της Αιτήτριας εφόσον οι ενέργειες της Αστυνομίας επιτράπηκαν με βάση δικαστικό ένταλμα.
Η υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 55/2016, ημερ. 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B443, στην οποία παρέπεμψε η Αιτήτρια, αφορούσε έφεση κατά της καταδίκης του εκεί εφεσείοντος για διάφορα αδικήματα, μεταξύ αυτών η παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού. Το Εφετείο ανέφερε ότι το υπό κρίση υποστατικό δεν ενέπιπτε εντός του όρου «κατοικία» του Άρθρου 16 του Συντάγματος και ότι, «υπό την αίρεση στοιχειοθέτησης εύλογης υποψίας, παρείχετο η εξουσία στους αστυνομικούς για είσοδο και έρευνα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25(1)(β)(i) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155».
Το άρθρο 25(1) του Κεφ. 155 παρέχει εξουσία σε αστυνομικό να εισέλθει και ερευνήσει οποιονδήποτε τόπο αν έχει λόγο να πιστεύει ότι σε αυτόν πρόκειται να διαπραχθεί ή διαπράττεται ή έχει πρόσφατα διαπραχθεί ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει τα δύο έτη ή ότι δύναται να βρεθεί σε αυτόν οποιοδήποτε όργανο με το οποίο έχει πρόσφατα διαπραχθεί οποιοδήποτε τέτοιο ποινικό αδίκημα.
Τα αδικήματα της κοινής οχληρίας και της χρήσης οργάνων που ενισχύουν τον ήχο χωρίς άδεια από τον Έπαρχο προβλέπονται στα άρθρα 186 και 187 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αντίστοιχα, όπως άλλωστε αναφέρεται και στον όρκο. Αυτά δεν επισύρουν ποινή άνω των δύο ετών, ως απαιτεί το άρθρο 25 του Κεφ. 155. Ο όρκος αναφέρει επίσης και το άρθρο 20 του Κεφ. 154 και για τα δύο αυτά υπό διερεύνηση αδικήματα, για τα οποία και πάλι ισχύει η ίδια ποινή.
Τούτων λεχθέντων, το άρθρο 187(5) του Κεφ. 154 επιτρέπει την κατάσχεση και μεταφορά ενώπιον Δικαστηρίου οποιουδήποτε οργάνου για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παράσχει απόδειξη σχετική με τη διάπραξη του σχετικού ποινικού αδικήματος, και θα τύχει μεταχείρισης με τον ίδιο τρόπο ως πράγμα κατασχεθέν κατά τη διάρκεια έρευνας δυνάμει εντάλματος
Επομένως, αυτό το άρθρο που αφορά στο συγκεκριμένο αδίκημα, παρέχει εξουσία στην Αστυνομία, ανεξάρτητη από εκείνη του άρθρου 25 του Κεφ. 155, να ερευνήσει χώρο και να κατάσχει αντικείμενα, χωρίς ένταλμα έρευνας. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι η Αστυνομία θεώρησε σκόπιμο να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση εντάλματος παρά να εισέλθει και κατάσχει άνευ εντάλματος αντικείμενα, θεωρείται προς όφελος της Αιτήτριας, η οποία παραπονείται μεν για την έκδοση του, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει και δέχεται τη δυνατότητα κατάσχεσης χωρίς καν ένταλμα.
Το τρίτο αδίκημα της πώλησης ή έκθεσης προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια, ως αναφέρεται και στον όρκο, προβλέπεται στο άρθρο 3 του περί Πώλησης Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ. 144. Με βάση το άρθρο 23, η προβλεπόμενη ποινή και πάλι δεν υπερβαίνει τα δύο έτη.
Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι ότι η Αιτήτρια έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση ως προς τον πρώτο λόγο.
Το γεγονός ότι τα υπό διερεύνηση αδικήματα κατατάσσονται, κατά την Αιτήτρια, σε αδικήματα «ήσσονος σημασίας» για τα οποία προνοείται παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 88 του Κεφ. 155, ουδόλως καταδεικνύει ότι η έκδοση εντάλματος έρευνας δεν ήταν αναλογική. Το άρθρο 25 του Κεφ. 155 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση, ενώ το άρθρο 187 του Κεφ. 154, που αφορά ειδικά στο αδίκημα της χρήσης οργάνων που ενισχύουν τον ήχο χωρίς άδεια, προβλέπει ρητώς την εξουσία κατάσχεσης αντικειμένων χωρίς καν ένταλμα. Με βάση τη φύση των υπό διερεύνηση αδικημάτων, δεν έχει καταδειχθεί ότι η έκδοση του εντάλματος δεν ήταν αναλογική προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Επομένως, ούτε και για τον δεύτερο λόγο έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση.
Η Αιτήτρια παραπονείται ότι ενώ ο όρκος δεν αναφερόταν σε παράνομη κατοχή οποιωνδήποτε συσκευών, το ένταλμα αναφέρεται σε τέτοια. Το ένταλμα δεν ομιλεί για παράνομη κατοχή αλλά για παράνομη απόκρυψη των αντικειμένων τα οποία χρησιμοποιούνται για την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Η ερμηνεία της Αιτήτριας ότι το ένταλμα μιλά για παράνομη κατοχή δεν βρίσκει έρεισμα στο σύνολο του περιεχομένου του εντάλματος. Το ένταλμα θα πρέπει να αναγνωσθεί στην ολότητα του και από το όλο περιεχόμενο του διαφαίνεται ότι σε αυτό η αναφορά στην παράνομη απόκρυψη σχετίζεται με την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων.
Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά και με τον τρίτο λόγο.
Στην όρκο που συνόδευε την αίτηση για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος δεν γινόταν ρητή αναφορά στο άρθρο 27 του Κεφ. 155. Σημειώνεται, όμως, πως το αίτημα στον όρκο για την εκτέλεση του εντάλματος σε οποιαδήποτε ημερομηνία και μεταξύ συγκεκριμένων ωρών παραπέμπει στο άρθρο 28 του Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει για τον τόπο και τη διάρκεια εντάλματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 27. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στο ένταλμα, στο τυποποιημένο μέρος αυτού, αναφέρεται ότι το ένταλμα εξουσιοδοτεί την εκτέλεση του «οποιαδήποτε ημερομηνία και μεταξύ των ωρών 05:00-20:00 του άρθρου 27, Κεφ. 155 ….», επομένως προκύπτει ότι τόσο το αίτημα όσο και το ένταλμα στηρίζονταν στο εν λόγω άρθρο. Επιπλέον το κατώτερο Δικαστήριο, στο ξεχωριστό πρακτικό που ετοίμασε, ανέφερε ρητώς ότι εξέτασε το κατά πόσο «πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου εντάλματος έρευνας» και τα όσα παρέθεσε, πριν καταλήξει ότι αυτές ικανοποιούνταν, αφορούσαν ξεκάθαρα όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το συγκεκριμένο άρθρο. Επομένως, η θέση ότι η μη ρητή καταγραφή του άρθρου 27 καταδεικνύει μηχανιστική προσέγγιση του κατώτερου Δικαστηρίου δεν βρίσκει έρεισμα στα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ειδικότερα από τη στιγμή που το κατώτερο Δικαστήριο αφιέρωσε χρόνο να ετοιμάσει ξεχωριστό πρακτικό στο οποίο παραθέτει τα στοιχεία και επεξηγεί γιατί ικανοποιήθηκε για τις προϋποθέσεις, οι οποίες είναι αυτές που απαιτούνται από το άρθρο 27.
Και για τον τέταρτο λόγο δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση.
Ο πέμπτος λόγος αφορά στην παραβίαση των εν λόγω άρθρων γενικά και αόριστα, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση. Ούτε και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς υποστήριξη αυτού. Ερωτηθείς ο δικηγόρος της Αιτήτριας, αναγνώρισε ότι αυτός ο λόγος εγείρεται μεν αυτοτελώς αλλά προκύπτει εφόσον συντρέχει κάποιος από τους προαναφερόμενους λόγους. Επομένως, ως τέτοιος και με δεδομένη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, ισχύει το ίδιο και για αυτόν.
Ως εκ τούτου, ούτε και για τον πέμπτο λόγο έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση.
Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση που να δικαιολογεί τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο